Loading...
Πορτραίτα στο νερόΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Ουίλιαμ Μπάτλερ Γαίητς, ο οραματιστής

Η χώρα κι η λογοτεχνία της

 

Η Ιρλανδία είναι μια μικρή χώρα, ένα νησί, με το μεγαλύτερο μέρος του επίπεδο, με καταπράσινες πεδιάδες και χαμηλούς λόφους. Βασανισμένο νησί με εμφυλίους και τους Άγγλους που προσπάθησαν να υποτάξουν την επαναστατική κέλτικη φύση του και αποπειράθηκαν να το φιμώσουν και γλωσσικά, όπως την Ουαλία και τη Σκωτία, όπου επίσης αναπτύσσονται κατά καιρούς αυτονομιστικά αντανακλαστικά. Θυμίζει αρκετά έντονα τη μοίρα της Κύπρου που ταλαιπωρήθηκε και υπέφερε από τον Βρετανό κατακτητή.

Η Ιρλανδία δεν αριθμεί ούτε πέντε εκατομμύρια κατοίκους ωστόσο η κραταιά μουσική, ποιητική, λογοτεχνική παράδοση που διαθέτει της χάρισε πολλά και ηχηρά ονόματα στη λογοτεχνία τουλάχιστον: Σουίφτ, Λώρενς Στερν, Μπραμ Στόουκερ [ο συγγραφέας του «Δράκουλα»], Μπέρναρ Σω, Τζων Μίλινγτον Συνγκ, Τζωρτζ Μουρ, Όσκαρ Ουάιλντ, Τζαίημς Τζόυς, Σάμιουελ Μπέκετ, Σέημους Χήνυ και πολλοί άλλοι. Μερικοί εξ αυτών πολύ μεγάλα ονόματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. 

Ο Γαίητς κι ανατροφή του

 

Από τα τέσσερα βραβεία Νόμπελ Λογοτεχνίας το πρώτο έλαβε το 1923 ο Ουίλιαμ Μπάτλερ Γαίητς που θεωρείται κορυφαία ποιητική φωνή της αγγλόφωνης λογοτεχνίας, ενώ κατάφερε παρά τη μεγάλη του αγάπη για τους μύθους και τις παραδόσεις της πατρίδας του τις οποίες τίμησε δεόντως να αποκτήσει παγκόσμια ακτινοβολία. Έγραψε ποίηση, θέατρο, διηγήματα, αφηγήματα, μελέτες, δοκίμια. Κατάφερε να συνδυάσει κινήματα πολύ αντιφατικά μεταξύ τους, όπως ο ρομαντισμός, ο ρεαλισμός, ο συμβολισμός, ο αποκρυφισμός, η θεοσοφία, ο μοντερνισμός ενώ στο έργο του συνυφαίνονται η λόγια με τη λαϊκή παράδοση, ο κοινωνισμός με τον εθνικισμό.

Ο Ουίλιαμ Μπάτλερ Γαίητς γεννήθηκε στις 13 Ιουνίου του 1865 στο Δουβλίνο. Η μητέρα του που καταγόταν από οικογένεια εμπόρων ήταν μια απλή θρησκευόμενη γυναίκα που της άρεσε πολύ να λέει ιστορίες με φαντάσματα και ξωτικά. Μ’ αυτές μεγάλωσε ο μικρός Ουίλιαμ αλλά τη βασική του ανατροφή ανέλαβε ο πατέρας του Τζων Μπάτλερ Γαίητς που σπούδασε νομικά, ήταν σκεπτικιστής, οπαδός του Τζων Στιούαρτ Μιλ, ορθολογιστής που εντέλει έγινε ζωγράφος. Αν και γενικά πρέπει να ήταν προοδευτικός άνθρωπος στάθηκε πολύ άκαμπτος και πιεστικός όσον αφορά τη μόρφωση του Ουίλιαμ… Μια φορά μάλιστα τον χαστούκισε όταν ανακάλυψε πως όντας 9 ετών δεν ήξερε να διαβάζει, αλλά υποχώρησε μπροστά στην άρνηση του γιού του να φοιτήσει στο περίφημο Τρίνιτυ Κόλλετζ, επειδή θα τον δυσκόλευαν κάποια μαθήματα. Έτσι ο νεαρός Ουίλιαμ παρακολουθεί μαθήματα ζωγραφικής στο Χάμερσμιθ στο Λονδίνο κι οι συμμαθητές του τον περιγελούν γιατί δεν είναι Άγγλος αλλά και για τις βυρωνικές  πόζες που παίρνει προκειμένου να αντισταθμίσει την ντροπαλότητά του.  Δεκαεννιά χρονών αρχίζει να γράφει ποιήματα κι ενδιαφέρεται για το ποιητικό θέατρο. Αργότερα εγκαταλείπει τη ζωγραφική χάριν της λογοτεχνίας.

Το 1886 γνωρίζει τον εθνικιστή Τζων Ο’ Λήρυ που τον επηρεάζει αποφασιστικά και τον προσανατολίζει στον πατριωτισμό αλλά και την Ιρλανδική ιστορία και λογοτεχνία. Παράλληλα αντιτάσσεται, παρά τη μεγάλη επιρροή που του ασκεί ο πατέρας του και τη μεγάλη του δειλία στην αντιρομαντική κουλτούρα που προσπαθεί να του περάσει.

Το ενδιαφέρον για τη Θεοσοφία και την καβαλιστική φιλοσοφία

 

 

Το 1886 είναι έτος γνωριμιών. Γνωρίζεται με τον Όσκαρ Ουάιλντ, τον Ουίλιαμ Μόρις, τον Τζωρτζ Μπέρναρ Σω, χώνεται βαθιά στο θεοσοφισμό και γίνεται μέλος της «Θεοσοφικής Εταιρείας» της Μαντάμ Μπλαβάτσκυ, πρώην μέντιουμ που είχε ιδρύσει στο παρελθόν μια λέσχη θαυμάτων,-μάλλον για  μια πανέξυπνη απατεώνισσα επρόκειτο. Στην αρχή ο Γαίητς καταγοητεύτηκε από τη διδασκαλία της, αλλά είχε αμφιβολίες και απαιτούσε αποδείξεις κι η Μπλαβάτσκυ τον απέπεμψε από την εταιρεία. Γνωρίστηκε ακόμα με τον καβαλιστή Λίντελ Μάθερς προσπαθώντας να συμφιλιώσει τον χριστιανισμό με τον παγανισμό.  «Υπάρχει κι ένας άλλος κόσμος. Αλλά είναι μέσα σ’ αυτόν εδώ», υποστήριζε:

 «Ο κόσμος είναι γεμάτος από μαγικά πράγματα που περιμένουν υπομονετικά το πνεύμα μας να γίνει πιο οξυδερκές».

Στην «Αυτοβιογραφία» του διατείνεται πως είδε ένα όραμα: έναν μαύρο Τιτάνα να σηκώνεται ανάμεσα σε αρχαία ερείπια μέσα στην έρημο. Ο Μάθερς ιδρυτής του καβαλιστικού συλλόγου «Χρυσή Αυγή» ήταν αυταρχικός και απέπεμψε κάποια στιγμή τον Γαίητς κι οι σχέσεις τους ψυχράνθηκαν.

Προσπαθώντας με κάθε τρόπο να θεμελιώσει την εκκεντρική του πίστη κατέφυγε στη μελέτη του Ηράκλειτου, του Πλάτωνα, του Πλωτίνου,  του Μπλαίηκ, του Μπαίμε, του Σβέτεμποργκ, του θεάτρου Νο, ακόμα και του Παράκελσου. Μελέτησε την ιρλανδική παράδοση αλλά και τη μαγεία. Στο μεταξύ κυκλοφόρησε την πρώτη του ποιητική συλλογή: «Παραμύθια και λαϊκές παραδόσεις της αγροτικής Ιρλανδίας».

 

Επιδράσεις

 

Οι πρώτες επιδράσεις που διαφαίνονται στην πρώιμη ποίησή του είναι: Μπλαίηκ, Σέλλεϋ και Προραφαηλίτες, ποιητές που του είχε γνωρίσει ο πατέρας του. Θέλοντας να γράψει λογοτεχνία που να αφορά την πατρίδα του, εκδίδει «το Κέλτικο λυκόφως», κέλτικες ιστορίες και παραμύθια.

Έρωτες, Γάμος

 Η γνωριμία του με την όμορφη εθνικίστρια Μοντ Γκον τον σαγηνεύει, την ερωτεύεται αλλά όταν τη ζητά σε γάμο εκείνη αρνείται, αλλά αυτός δεν παύει σε έργα του να την εξιδανικεύει. Ωστόσο η Μοντ Γκον παντρεύεται κι ο ποιητής απογοητεύεται όταν μετά το χαμό του άντρα της σε πολιτικές ταραχές της ξαναπροτείνει γάμο κι εκείνη αρνείται ξανά, όπως και η κόρη της Ιζόλδη. Τελικά παντρεύεται το 1917 μια νεαρή Αγγλίδα που τον εντυπωσιάζει με τις γνώσεις και το πνεύμα της, την Τζιορτζιάνα Χάιντ-Λις  που είχε γνωρίσει έξι χρόνια νωρίτερα.

 

Ποιητικές συλλογές

 

 

Έχει εκδώσει εν τω μεταξύ τα «Σταυροδρόμια» [1889], το «Ρόδο» [1893]:«ο κόσμος που αγοράζει και πουλά,/ τα σύννεφα ψηλά που ταξιδεύουν, ο άνεμος υγρός και κρύος που φυσά,/ το σκιερό δασάκι με τις φουντουκιές όπου κυλούνε γκρίζα τα νερά,/ τη μορφή που αγαπώ απειλούνε».[μτφρ. Σπύρος Ηλιόπουλος] Τον «Άνεμο στις καλαμιές» [1899] και τα «Επτά Δάση» το 1904. Την «πράσινη περικεφαλαία το 1910 κι ανάμεσα σε άλλα τον «Πύργο» το 1928.

Το 1920 γράφει μέρος της «Αυτοβιογραφίας» του.

Το 1922 γίνεται γερουσιαστής του νεοσυσταθέντος «Ελεύθερου Ιρλανδικού κράτους». Από τη θέση αυτή υποστήριξε τις Τέχνες.

 

Η ίδρυση του Abbey Theatre

 

Στην  ίδρυση του Εθνικού θεάτρου της Ιρλανδίας ,του περίφημου Abbey Theatre είναι παρών μαζί την μέντορά του Λαίδη Γκρέγκορυ που τον βοήθησε να συνέλθει  από οικονομικά και άλλα προβλήματα που τον βασάνιζαν από χρόνια προσφέροντάς του ένα ασφαλές κι ειρηνικό περιβάλλον στο σπίτι της για να δημιουργεί απερίσπαστος και τον βοηθά στη συγκέντρωση στοιχείων της ιρλανδικής παράδοσης. Για έξι χρόνια από το 1904 ως το 1910 υπήρξε διευθυντής του Abbey Theatre.

Από τα πρώτα έργα που ανέβηκαν ήταν των Σύνγκ και Ο’ Κέϊσυ αν και δε συμφωνούσαν με το δικό του ύφος που ήταν καθαρά ποιητικό. Οι ηθοποιοί αντιδρούσαν σ’ ένα έργο που είχε γράψει η Λαίδη Γκρέγκορυ γιατί ευνοούσε τη μετανάστευση στην Αμερική και δεν ήθελαν να το παίξουν, ενώ το κοινό πίστευε πως το «Λεβεντόπαιδο του Δυτικού κόσμου» του Συνγκ  εξέθετε την Ιρλανδία. Ο Γαίητς υπερασπίστηκε και τα δύο με όλους τους τρόπους που διέθετε.

«Θέλει κουράγιο περισσότερο

Να περπατάς γυμνός»

 

 Απογοητεύσεις

 

 Η επαφή του με την ιρλανδική πραγματικότητα τον απογοητεύει όπως κι η αγνωμοσύνη των συμπατριωτών του απέναντι σ’ αυτούς που προσφέρουν πολλά, βάζοντας και τον εαυτό του μέσα. 

Ήδη από το 1897 έχει έρθει σε επαφή με τον Μαλαρμέ και την ποίησή του καθώς και το κίνημα του συμβολισμού για το οποίο μάλιστα γράφει δοκίμιο.  Ο πνευματισμός τον ωθεί σε μια ποίηση αποκαλυπτική.

 Αναγνωρίζοντας τις ελλείψεις του αποκρυφιστικού έργου του «Ένα Όραμα» κάθεται και διαβάζει Vico, Χέγκελ, Σπέγκλερ, Τόυνμπυ και άλλους.

 

«Και ποιο θεριό- τραχύ-τώρα που’ φτασ’                                                                                                                               η ώρα του-

Βαριά βαδίζει κατά τη Βηθλεέμ να γεννηθεί;» 

 

Η καθυστερημένη κρίση του Έλιοτ

 

 

Το έργο του Γαίητς θεωρείται και είναι δύσκολο, ιδιόρρυθμο, προσωπικό. Είναι το έργο ενός οραματιστή που δε ζούσε στον πραγματικό κόσμο αλλά σε μια προσωπική φαντασμαγορία, έργο ενός ποιητή που «η ιστορία του είναι η ιστορία της εποχής μας» και των πραγμάτων που αποτελούν «μέρος της συνείδησης της εποχής μας», όπως λέει ο Έλιοτ σ’ ένα δοκίμιό του γι αυτόν, ενώ στην πρώτη επαφή με την ποίησή του ήταν αρνητικός στην κρίση του.

 

“Τ’ Ουρανού τη φορεσιά…”

“Αν είχα τ’ ουρανού την κεντημένη φορεσιά

 

τη σφυρηλατημένη από χρυσό κι από ασημένιο φως

 

τη μελαγχολική, την αχνή, τη σκοτεινή τη φορεσιά

 

από τη νύχτα και το φως, απ’ το ημίφως,

 

θα σκόρπιζα τη φορεσιά κάτω απ’ τα πόδια σου.

 

Όμως εγώ είμαι φτωχός κι έχω μόνο τα όνειρα μου.

 

Έχω σκορπίσει τα όνειρα μου κάτω απ’ τα πόδια σου.

 

Πάτα ελαφρά… γιατί πατάς στα όνειρα μου.”

 

(μτφρ,, Μαρία Τζανοπούλου)

 

 

 Η «κυκλική σκάλα» του 1933 καθώς και τα «Νέα Ποιήματα» και τα «Τελευταία ποιήματα» των ετών 1938-1939 κάθε άλλο παρά πτώση της ποιότητάς τους παρουσιάζουν.

 

Ο θαυμασμός του Τζόυς

 

 

Τον Ιούνιο του 1935 μπροστά σ’ ένα ακροατήριο που ζητά από τον Τζόυς ν’ απαγγείλει κάτι πραγματικά όμορφο απαγγέλει ποίηση  του Γαίητς για δύο ολόκληρες ώρες από μνήμης, και αφήνει άφωνο το κοινό του και γεμάτους απορίες όσους πίστευαν πως αυτός ο «πάπας της πρωτοπορίας» θα καταλάβαινε πόσο ‘ξένο’ ακραία ρομαντικό, αδιάβατο, μυστικό ήταν το τοπίο αυτής της ποίησης που με τόσο ενθουσιασμό είχε απαγγείλει. Στις αιτιάσεις των διαπορούντων απαντούσε: «Κανένας σουρεαλιστής ποιητής δεν έχει τέτοια φαντασία».

 

«Καιρός τη διαθήκη μου να γράψω…

Κι εδώ την πίστη μου δηλώνω:…

Θάνατο και ζωή και όλα

Τα δημιούργησε ένας άνθρωπος

Απ’ την πικρή ψυχή του, όλα,

Ναι, και ήλιο και σελήνη κι άστρα, Κι ακόμη πρόσθεσε αυτό,

Πως οι νεκροί ανασταίνονται

Και ονειρεύονται…»

 

 

Ο θάνατος κι ο θρήνος του Ώντεν

 

 

Ο Γαίητς πέθανε στις 28 Ιανουαρίου 1939 στη Νότια Γαλλία, σε ηλικία 74 χρονών, όπου και τάφηκε προσωρινά λόγω του πολέμου. Το 1948 τα  οστά του μεταφέρθηκαν στην Ιρλανδία, όπου και χαράχτηκε το επίγραμμα: «Ρίξε ένα ψυχρό βλέμμα στη ζωή/ στο θάνατο /Προσπέρνα καβαλάρη».

Ο ποιητής στο έργο του είχε αμφισβητήσει την εξουσία του θανάτου ωστόσο ο W.H. Auden, ένας άλλος θαυμαστής του τον θρηνεί έτσι εκ μέρους, ίσως, της γενιάς του αλλά και των επόμενων γενεών:

 

«Εξαφανίστηκε μέσα στο καταχείμωνο […]

Ο υδράργυρος είχε ξεπέσει μες στο στόμα της ημέρας καθώς πέθαινε[…]

Ήταν σκοτεινή και κρύα η μέρα της θανής του. […]

η σιωπή εισορμούσε στα προάστια[…]

ο ίδιος γινόταν οι θαυμαστές του.[…]

Την ευτυχία του σε δάσος αλλιώτικο γύρευε να βρει […]

Τις λέξεις ενός πεθαμένου ανθρώπου

Τις μεταλλάζουνε των ζωντανών τα σπλάχνα […]

Μέσα στο βραχνά του σκοταδιού

Όλοι οι σκύλοι της Ευρώπης αλυχτούν […]

Ακολούθα ποιητή ίσια το δρόμο σου

Της νύχτας το βαθύ βυθό να φτάσεις.

Με τη φωνή σου την αδέσμευτη

Πώς ν’ αναγαλλιάζουμε να λες μην αποστάσεις».

[μτφρ. Αντώνης Δεκαβάλλες]

 

ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:

~περ. Διαβάζω τχ. 391, Δεκ. 1998
~WILLIAM BUTLER YEATS, Μυθολογίες και οράματα, μτφρ. Σπύρος Ηλιόπουλος, εκδόσεις Γαβριηλίδης, 1999
~W. B. YEATS, 70 Ερωτικά. Επιμέλεια, Σπύρος Ηλιόπουλος, Μαρία Σιδηροπούλου, εκδόσεις Εστία, 2000

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.