Loading...
Αφιέρωμα στην ΕπανάστασηΑφιερώματαΠορτραίτα στο νερόΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Ο Γιάννης Μακρυγιάννης και ο Παναγιώτης Ζωγράφος – Δύο γίγαντες της αθωότητας

 ”’Ήταν μια απ’ τις πιο μορφωμένες ψυχές του Ελληνισμού” (…). ”Ήταν άνθρωπος στο ύψος του Ανθρώπου”.

Γ. Σεφέρης

 

 Ο Μακρυγιάννης ένας απ’ τους επιφανέστερους αγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης, πιστός στο Σύνταγμα και στη δημοκρατία που αυτός πολέμησε για να καθιερωθούν, τον ξέρουν όλοι οι Αθηναίοι καθώς λέει ο Σεφέρης στην ομιλία του γι’ αυτόν στην Αλεξάνδρεια στις 16 Μαίου του 1943 με τίτλο: ”Ένας Έλληνας ο Μακρυγιάννης”.

”Είναι όμως λιγοστοί εκείνοι που πρόσεξαν πως μας άφησε ένα πολύ σημαντικό βιβλίο – την ιστορία της ζωής του – ίσως επειδή ήταν ένας αγράμματος”.

Είναι ζήτημα λένε αν μπόρεσε ποτέ να διαβάσει κάτι άλλο εκτός από τα δικά του γραπτά. Ήξερε μόνο κάτι κολλυβογράμματα και παρακαλούσε όσους ήξεραν κάτι περισσότερο από γραφή και ανάγνωση να τον διδάξουν για να μπορέσει να γράψει για αυτόν τον αγώνα στον οποίο συμμετείχε με όλη του την πίστη. Δεν ήθελε όμως μόνο αυτό: να γράψει για το πεπρωμένο του Ελληνισμού, ήθελε και κάτι παραπάνω, να διδάξει το γένος, το νεότευκτο ελληνικό κράτος που δεν ήξερε ακόμα ‘που παν τα τέσσερα’, ήθος. Δεν ήθελε παρά να φκιάσει, αλλά όχι με το ”εγώ” αλλά με το ”εμείς”. Κι έτσι αυτός ο αγράμματος που έμαθε όσα γράμματα του χρειάζονταν για να βάλει τάξη στο χάος, έγραψε ”γυμνή την αλήθεια, να ιδούνε όλοι οι Έλληνες πώς αγωνίζεται κανείς για την πατρίδα, για τη θρησκεία, για τα παιδιά του”.

Το κείμενο των «Απομνημονευμάτων» όπως είναι φυσικό ήταν σε άσχημη αρχικά κατάσταση και έπρεπε να αποκρυπτογραφηθεί. Το άρχισε το ’25 και το τέλειωσε μετά την 3η Σεπτεμβρίου το 1843, αλλά κυκλοφόρησε επιμελημένο από τον Γιάννη Βλαχογιάννη το 1907.

Ο Σεφέρης στην προαναφερθείσα ομιλία του δε σκοπεύει ούτε ενδιαφέρεται να μιλήσει γι’ αυτά καθ’ αυτά τα «Απομνημονεύματα» γι’ αυτήν την ”αστέρευτη πηγή ζωής”, αλλά για τη γλώσσα. Γιατί γι’ αυτόν, ο συγγραφέας τους, δεν ήταν ένας ”ορεσίβιος ακαλλιέργητος βάρβαρος”, αλλά θεματοφύλακας της λαϊκής παράδοσης του Γένους. Γι’ αυτόν δεν μετράει μόνο το περιεχόμενο, οι αγώνες, οι φυλακίσεις, οι βασανισμοί και οι λοιδορίες, τις οποίες διεκτραγωδεί ο Μακρυγιάννης, όσο το γλωσσικό υλικό που χρησιμοποιεί και διασώζει ανά τους αιώνες. Γιατί δεν είναι ”μόνο να διδάξουμε το λαό αλλά και να διδαχθούμε από το λαό”.

Όταν πήρε το μάτι του να διαπραγματεύονται κάτι αρχαία αγάλματα είπε:

”Αυτά, και δέκα χιλιάδες τάλαρα να σας δώσουνε, να μην τα καταδεχτείτε να βγουν από την πατρίδα μας. Γι’ αυτά πολεμήσαμε”. Και σχολιάζει ο Σεφέρης πως δε μιλά κανένας λογιότατος, κάποιος αρχαιολόγος, αλλά ”ένας γιος τσοπάνηδων της Ρούμελης με το σώμα γεμάτο πληγές ‘γι’ αυτά πολεμήσαμε’. Δεκαπέντε χρυσοποίκιλτες ακαδημίες, συνεχίζει ο Σεφέρης, δεν αξίζουν την κουβέντα αυτού του ανθρώπου. Γιατί μόνο σε τέτοια αισθήματα μπορεί να ριζώσει και να ανθίσει η μόρφωση του Γένους”.

Τον Σεφέρη, όπως είναι προφανές πέρα από τα ιστορικά γεγονότα που αναφέρονται στα ”Απομνημονεύματα” τον ενδιαφέρει πως ”η Ελληνική Επανάσταση ήταν βγαλμένη απ’ το μεδούλι των κοκάλων των ζωντανών Ελλήνων”, δηλαδή ”απ’ τα κόκαλα βγαλμένη” όπως τραγουδούσε ο Διονύσιος Σολωμός.

Επειδή ο Μακρυγιάννης ήταν μερακλής, εκτός των άλλων, και επειδή τις εικόνες εκτός από τους απαίδευτους τις καταλάβαινε καλύτερα απ’ τις λέξεις κι ο ίδιος, ήθελε να είναι εικονογραφημένες οι ιστορίες που έγραψε με τόσο μόχθο.

”Πήρα ένα ζωγράφο Φράγκο και τον είχα να μου φκιάσει σε εικονογραφίες αυτούς τους πολέμους. Δεν γνώριζα τη γλώσσα του. Έφκιασε δυο-τρεις, δεν ήταν καλές, τον πλέρωσα κι έφυγε. Αφού έδιωξα αυτόν το ζωγράφο, έστειλα κι έφεραν από τη Σπάρτη έναν αγωνιστή, Παναγιώτη Ζωγράφο τον έλεγαν… ήφερε και τα δυο του παιδιά και τους είχα στο σπίτι μου όταν εργάζονταν. Κι αυτός άρχισε από το 1836 και τελείωσε το 1839. Έπαιρνα το ζωγράφο και βγαίναμε στους λόφους και τόλεγα: ”Έτσι είναι εκείνη η θέση, έτσι εκείνη. Αυτός ο πόλεμος έτσι έγινε. Αρχηγός ήταν των Ελλήνων εκείνος, των Τούρκων εκείνος…”.

Εικοσιπέντε (25) πίνακες εκτέλεσαν πατέρας και γιοί και θα ‘χαν οριστικά χαθεί αν δεν τους διέσωζε ο Ιωάννης Γεννάδιος.

Αγωνιστής λοιπόν και ο Παναγιώτης Ζωγράφος που βέβαια ίσως να είχε μείνει στο περιθώριο της ιστορίας αν δεν είχε συναντήσει ποτέ του τον Μακρυγιάννη. Αυτοδίδακτος κι αυτός, λαϊκός ζωγράφος, αγιογράφος, φορέας μιας λαϊκής παράδοσης που είχε το Βυζάντιο σαν γέφυρα με τους ελληνιστικούς χρόνους, είχε δει κι αυτός με τα μάτια του ό,τι ο Μακρυγιάννης τον έβαλε να χαρτογραφήσει, γιατί οι πίνακες αυτοί δεν έπρεπε να είναι παρά χαρτογράφηση των τόπων που διεξήχθησαν οι μάχες.

Οι αποκαλυπτικές αυτές εικόνες τοποθετούν τον Παναγιώτη Ζωγράφο πλάι στον άλλο μεγάλο λαϊκό ζωγράφο, Θεόφιλο. Ίσως ένα σκαλοπάτι πιο κάτω, αλλά σίγουρα στο κέντρο της αντι-ακαδημαϊκής ζωγραφικής στην οποία επέμενε τον 19ο αιώνα η Σχολή του Μονάχου, που ήταν γεμάτη από Έλληνες καθηγητές. Αυτή την ζωγραφική την ακαδημαϊκή ήταν που αποστρεφόταν και ελεεινολογούσε ο μεγάλος αισθητικός Περικλής Γιαννόπουλος.

Ο Παναγιώτης Ζωγράφος ”πιάνει επ’ αυτοφώρω την ελληνική ψυχή όπως εμφανίζεται σ’ έναν υπέροχο εκπρόσωπό της τον Μακρυγιάννη”, ισχυρίζεται ο Γιάννης Τσαρούχης. Η γοητεία που ασκεί ”η σοφή αθωότητα και η ατζαμοσύνη” είναι που ξεχωρίζουν ένα ζωγράφο αντίθετο στον ακαδημαϊσμό. Ο Παναγιώτης Ζωγράφος ήταν αθώος, απλός, αισιόδοξος, ηθικός με όλα τα αντίθετα χαρακτηριστικά ελάχιστα υπαρκτά ή ανύπαρκτα. Εκτός από το μάτι και τη λογική διαπνεόταν από βαθιά πίστη σ’ αυτό που είχε να κάνει, κάτι αντίστοιχο δηλαδή με το σολωμικό «Με λογισμό και μ’ όνειρο». 

Ο Παναγιώτης Ζωγράφος γεννήθηκε το 1800 αλλά είναι άγνωστο πότε πέθανε, όπως και πολλά άλλα από τον ιδιωτικό του βίο, αντίθετα λόγω των ”Απομνημονευμάτων” γνωρίζουμε πολύ περισσότερα για τον στρατηγό Ιωάννη Μακρυγιάννη, (όπως ήταν γνωστός ο Ιωάννης Τριανταφύλλου), ο οποίος γεννήθηκε το 1797 στη Φωκίδα. Το όνομα με το οποίο έγινε γνωστός οφειλόταν στο ότι ήταν πολύ ψηλός (μακρύς)  και τον λέγαν Γιάννη. Πέθανε στις 27 Απριλίου του 1864 μ΄’ ένα σάπιο σώμα από τις εφτά πληγές που είχε πάνω του ακόμα απ’ την Επανάσταση και σ’ αυτές προστέθηκαν και άλλες από τους βασανισμούς που είχε υποστεί εξαιτίας της συνομωσίας για την καθιέρωση του Συντάγματος.”Ήταν πια ένα λεβέντικο κουρέλι”. Πάμφτωχο και αποκλεισμένο τον ακούμε να λέει στο Θεό στην εκκλησιά του Άι -Γιάννη:

”Και δε μας ακούς και δε μας βλέπεις… και να σκούζω νύχτα και μέρα από τις πληγές μου. Και να βλέπω τη δυστυχισμένη μου φαμιλιά και παιδιά μου πνιμένα στα κλάματα και ξυπόλητα. Και έξι μήνες φυλακωμένος σε δυο αδρασκελιές κάμαρη… και γιατρό να μη βλέπομε, ούτε να αφήνουν κανένα να πλησιάσει να μας ιδεί… όλοι θέλουν να χαθούμε. Μας κάνουν ανάκρισες ολλουνών, κατ’ οίκον έρευνα, σπίτια, καταγώγια, ταβάνια, κασέλες, εικόνες δικές σου…”.

Σε άλλη αποστροφή λίγο παρακάτω γράφει: ”Αφού με λευτέρωσαν και πήγα στο χαλασμένο μου σπίτι… μ’ ανάδωσαν οι πληγές, τη μια Λαμπρή επέρσι και τη Λαμπρή που πέρασε πάγει δυο χρόνια τώρα… πήγα στη σπηλιά που ναι στο περιβόλι μου να ξανασάνω… Και με το στανιό κι ακουμπώντας με το ξύλο, έσωσα εκεί. Μου ρίχνουν πέτρες και με χτυπούν και μαγαρσιές ανθρώπινες απάνω μου: ‘φάγε απ’ αυτές, στρατηγέ Μακρυγιάννη, να χορτάσεις που ‘θελες να κάμεις σύνταμα!’ και μ’ ανοίγουν τόσες νέες πληγές από τα χτυπήματα… εσάπισα, εσκουλίκιασα… Αυτά έστειλα στη δημαρχεία και ακρόαση δε μου ‘δωσε. Και ξακολούθαγε αυτό ως την παραμονή της Σωτήρος. Κι ανήμερα με χτύπησαν πολύ, έμεινα νεκρός, δε στανόμουν, ζωντανός είμαι ή πεθαμένος”.

Μ’ αυτόν τον εξευτελισμό στον οποίο τον υπέβαλλαν έφυγε από τον κόσμο αυτός ο μεγάλος άνδρας που είχε επιδοθεί σ’ έναν ατέλειωτο τραγικό αγώνα γιατί τον αδικήσανε αντί να τον τιμήσουνε και κείνος φώναζε: ”θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε”.           

   Ο Μακρυγιάννης έγραψε τα ”Απομνημονεύματα” μετά το τέλος της Ελληνικής Επανάστασης και των άλλων περιπετειών που ακολούθησαν, όταν το έθνος έπρεπε να δημιουργηθεί, να οργανωθεί, να μπει σε τάξη.

Ο Σεφέρης τελειώνοντας ο πόλεμος θέλησε μ’ αυτήν την ομιλία του να συνθέσει ένα προσωπικό μανιφέστο για τη γλώσσα, που έλπιζε να υιοθετηθεί και από τη γενιά του, αλλιώς δε θα ‘μπαινε σ’ αυτόν τον κόπο, αφού υπήρχαν άλλοι αξιότεροι να γράψουν για τα άλλα. Γι’ αυτό και σημειώνει: ”Αν εξαιρέσω την ερειπωμένη γυναίκα της Ζάκυθος του Σολωμού, δεν ξέρω άλλο κείμενο στα νέα μας γράμματα που να διδάσκει τόσα πολλά όσο το κείμενο του Μακρυγιάννη”. Αυτού του ”αγράμματου στρατοκόπου ενός μεγάλου βίου”. Και πιστεύει πως η συνείδηση ενός ολόκληρου λαού που αγωνίστηκε και νίκησε και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και την Επανάσταση είναι ολόκληρη μέσα στο κείμενο του Μακρυγιάννη.

Και υπερθεματίζει ο Γιάννης Τσαρούχης αυτοεξόριστος στο Παρίσι το 1972 – πάλι σε εποχή κρίσης δηλαδή: ”Ο Μακρυγιάννης με το βιβλίο του και τις εικόνες δεν αντιπροσωπεύει μόνο το γενναίο στρατιώτη που νίκησε τον εχθρό, αλλά κυρίως το νικητή που προσπαθεί να δώσει ένα νόημα και μια ουσία σ’ αυτή τη νίκη”.

One comment
  1. klea pantelopoulou

    Το κειμενο πολυ καλο,ευτυχως που καποιοι εδω μεσα εχουν γερη μνημη και καλη γραφη ,και μαθαινουμε ιστοριες και πραμματα περασμενα αλλα οχι ξεχασμενα..δεν γνωριζα τις λεπτομερειες της ιστοριας με τον λαικο ζωγραφο τον Παναγιώτη Ζωγράφο..πολυ ενδιαφερον ..Ευχαριστω παρα πολυ.Συλλογιζομαι μονον ποσο μικροι φαινομαστε μπροστα σε τετοια θερια και αναλογιζομαι πως εγινε και οι σημερινοι απογονοι τους ειναι τοσοι μικροι και ασχημοι…Χαιρε μπαρμπα Γιαννη με το μακρυ ποδαρι!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.