Loading...
Πορτραίτα στο νερόΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Ο Μωπασάν και ο …Άλλος

Ο πατέρας του καταγόταν από παλιά οικογένεια της Λωραίνης και είχε εγκατασταθεί στην Νορμανδία από τον 18ο αιώνα ακόμα. Η μητέρα του, κόρη εφοπλιστών, επιθυμούσε την αμφίβολη δόξα, ήταν μεγαλομανής όπως στη συνέχεια έγινε και ο γιος της ο Γκυ, ο οποίος χρησιμοποιούσε χαρτί αλληλογραφίας με σήμα μια κορώνα και υπέγραφε με τη φράση: ”Δυνατός σαν το θάνατο”. 

Ο αδερφός του πέθανε τρελός το 1889. Τότε ήταν που εκείνος έχοντας ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του μέσα στις καταχρήσεις εξομολογήθηκε ”νομίζω πως θα πεθάνω τρελός και εγώ ο ίδιος”.

Πολύ γρήγορα γίνεται φίλος του Φλωμπέρ. Ο μεγάλος λογοτέχνης υποκαθιστά τον πατέρα του [που τον θεωρούσε μαέστρο της γραφής], ενώ ο έφηβος Γκυ, κολυμπάει μέσα στις γόνιμες αντιφάσεις ενός κόσμου που τον περιβάλλει επιχειρώντας να τον οδηγήσει στη συμβατικότητα και στον καθωσπρεπισμό. Γνωρίζει το ζωγράφο Κορό και επηρεάζεται από τον Ιμπρεσιονισμό. Η σχέση του με τη ζωγραφική αποδείχθηκε ισχυρή. Πολύ περισσότερο απ’ όσο νομιζόταν. Δεν θα μπορούσες να τον θεωρήσεις ηλίθιο, απλώς κατατρυχόταν από φόβους και ανησυχίες ενώ η δειλία του τον έσπρωχνε πιο πέρα από την κόκκινη γραμμή της αστικής ζωής.

Οι δικοί του (η μητέρα κι ο αδελφός του) είχαν απογοητευθεί από την καθυστέρηση της γέννησης του ταλέντου του και ενός πολύμορφου έργου που θα ακολουθούσε. Δέκα χρόνια κράτησαν οι προσπάθειες να γράψει κάτι άξιο λόγου αν και τα έργα του ήταν σαφή, ακριβή, εύκολα μεταφράσιμα, χωρίς γλωσσικές και εκφραστικές περιπλοκότητες. – Εκείνη την εποχή δημοσιογραφούσε ακατάπαυστα – ώσπου γέννησε την ”Κληρονομιά” το 1884, το πρώτο του αριστούργημα..

Μπορεί να θαύμαζε τον Λακλό, μπορεί να ονειροπολούσε μέσα στο σκοτεινό και κατάμαυρο σκηνικό όπου ζούσε ο ήρωας του Υσμάν, Ντε Ζεσαίντ, μπορεί να υποκλινόταν στον νατουραλισμό του Ζολά, αλλά τελικά πήγε πολύ πιο πέρα ενσαρκώνοντας το αλλόκοτο, το φανταστικό, τη σκοτεινιά της ανθρώπινης ύπαρξης και τη δική του προαναγγέλλοντας τον κόσμο του Κάφκα.

Κινητήριος μοχλός για να γράψει, υπήρξε η οργή. Ήταν οργισμένος με τον πόλεμο (τον γνώρισε το 1870-71), τη θρησκεία, τις προκαταλήψεις που καταλάμβαναν μεγάλο μέρος στις σκέψεις των ανθρώπων της εποχής του, το ρομαντισμό, τον τρόπο που θεοποιείται η γυναίκα.

(”Αισθάνομαι ανίκανος να αγαπήσω μια γυναίκα, γιατί θα αγαπώ πάντα πάρα πολύ όλες τις άλλες” και ”αυτό που αγαπά κάποιος με πάθος καταλήγει πάντα να τον σκοτώνει”).

”Γράφω γιατί καταλαβαίνω και υποφέρω από ό,τι υπάρχει, γιατί το γνωρίζω πολύ καλά και κυρίως γιατί, χωρίς να μπορέσω να το γευτώ, κοιτάζω μέσα μου, μέσα στον καθρέφτη της σκέψης μου”.

Αποτέλεσμα αυτής της συγγραφικής εμμονής με τον τρόμο υπήρξε ο τρόμος που κυκλοφορεί σε κάθε σελίδα των διηγημάτων του ξεδιπλώνοντας την παραφροσύνη που είχε διαπεράσει όλον του τον εαυτό εξαιτίας της σύφιλης από την οποία προσβλήθηκε.

”Έχω σύφιλη, επιτέλους αληθινή σύφιλη, όχι άθλια βλεννόρροια, ούτε αστική έρπη, όχι, έχω τη σπουδαία σύφιλη, αυτή από την οποία πέθανε ο Φραγκίσκος ο Α’. Και είμαι υπερήφανος γι’ αυτό, ω συμφορά, και περιφρονώ επιπλέον όλους τους αστούς. Αλληλούια, έχω σύφιλη, άρα δεν φοβάμαι πια μήπως κολλήσω”, γράφει σ’ ένα γράμμα το 1877, όντας ήδη διάσημος. Μια παράλογα ανακουφιστική κορώνα που θυμίζει τους πανηγυρισμούς του Κάφκα όταν πια η φυματίωσή του είχε φτάσει στο τελευταίο στάδιο. Άλλη μια σύμπτωση είναι πως και ο Κάφκα πέθανε στα 43 του χρόνια. 

”Ζω μόνος μου χωρίς καμιά ανάγκη στοργής”. Το λέει για να το πιστέψει και κείνος γιατί ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι μπορεί να μείνει χωρίς συντροφιά και αγάπη για εβδομάδες όπως ίσως κάποιοι από τους ήρωες των διηγημάτων του.

Διατηρούσε αμέριστο θαυμασμό για τον Σοπενάχουερ του οποίου η σκέψη τον ενθουσίαζε:

”Ο Σοπενχάουερ σημάδεψε την ανθρωπότητα με την σφραγίδα της υπεροψίας του και της απογοήτευσής του. Μεταπεισμένος φιλήδονος ανέτρεψε τις πεποιθήσεις, τις ελπίδες, την ποίηση, τις χίμαιρες, κατέστρεψε τις φιλοδοξίες, αφάνισε την εμπιστοσύνη των ψυχών, σκότωσε την αγάπη, γκρέμισε την ιδανική λατρεία της γυναίκας, εξόντωσε τις αυταπάτες των καρδιών και ολοκλήρωσε την πιο γιγάντια εργασία σκεπτικιστή που έγινε ποτέ”. Όπως φαίνεται είχε τους ίδιους σκοπούς και επιδίωκε τα ίδια πράγματα με το μεγάλο φιλόσοφο.

        Εκτός όμως απ’ αυτό το σκοτεινό ντελίριο μέσα στο οποίο ζουν οι ήρωες των φανταστικών έργων του-όπως το ”Le Horla”, έγραψε και ένα αριστουργηματικό μυθιστόρημα, το οποίο συγκαταλέγεται ανάμεσα στα καλύτερα ρεαλιστικά έργα, ”Το Φιλαράκο” το 1885.

        Μέσα σε δέκα χρόνια – το ένα τέταρτο περίπου της σύντομης ζωής του- απλώθηκε ο ορμητικός συγγραφικός οίστρος του για να βυθιστεί πολύ βαθιά τα δύο τελευταία χρόνια της ζωής του στην παραφροσύνη που έκανε ότι του ήταν μπορετό για να την αξιωθεί: αλκοόλ και καπνό σε απίστευτες ποσότητες, όπιο, αλλά κυρίως αιθέρα που τον θεωρούσε φάρμακο για τις ανησυχίες, τους φόβους και τις ανασφάλειές του. Ο αιθέρας είχε την ιδιότητα να τον αφυπνίζει, να τον διεγείρει, ενώ του προκαλούσε ένα αίσθημα απροσδιόριστο, φευγαλέο που επιπλέον όξυνε την συγγραφική του φαντασία αλλά τον οδηγούσε αργά και σταθερά στην καταστροφή, την αρρώστια, τη δυστυχία και το θάνατο. Αποτέλεσμα αυτών των καταχρήσεων ήταν να βλέπει αντίκρυ τον εαυτό του σαν να ήταν ο σωσίας του, ή το άλλο του εγώ, ή όπως ο ίδιος το διατυπώνει:

”Μια φορά στις δύο επιστρέφοντας στο σπίτι μου, βλέπω το σωσία μου. Ανοίγω την πόρτα μου και με βλέπω καθισμένο στην πολυθρόνα μου. Ξέρω ότι είναι παραίσθηση της στιγμής ακριβώς που την έχω. Είναι περίεργο και αν δεν είχε κανείς λίγο νιονιό θα φοβόταν”. Προσπαθώντας να εκλογικεύσει αυτή την επικίνδυνη ψευδαίσθηση την εμπιστεύτηκε στον επί δεκαέξι χρόνια λογοτεχνικό του σύντροφο Πολ Μπουρζέ.

Και να σκεφτεί κανείς πως αυτός ο άνθρωπος – ο ίδιος άραγε άνθρωπος; – στα 27 του χρόνια δούλευε μανιωδώς, αγαπούσε τις γυναίκες, τις θυελλώδεις σχέσεις που έκανε μαζί τους, ταξίδευε και είχε το παρουσιαστικό ενός ρωμαλέου αθλητή με εξαιρετικά φυσικά προσόντα και επιδιδόταν στα σπορ.

Στα 42 του χρόνια ή λίγο νωρίτερα, τότε που επιδόθηκε σε κάθε είδους παραισθητική ουσία έγραφε:

”Δεν φοβάμαι κάποιο κίνδυνο. Αν έμπαινε κάποιος, θα τον σκότωνα χωρίς να ανατριχιάσω. Δεν φοβάμαι τους βρικόλακες, δεν πιστεύω στο υπερφυσικό. Δε φοβάμαι τους νεκρούς. Πιστεύω στην οριστική εκμηδένιση κάθε πλάσματος που εξαφανίζεται!

Τότε!.. Ναι, τότε!.. Ε, λοιπόν, φοβάμαι τον εαυτό μου! Φοβάμαι το φόβο. Φοβάμαι τους σπασμούς του μυαλού μου που τρελαίνεται, φοβάμαι αυτή τη φοβερή αίσθηση του ακατάληπτου τρόμου (…)

Φοβάμαι τους τοίχους, τα έπιπλα, τ’ αντικείμενα του σπιτιού που ζωντανεύουν για μένα, μ’ ένα είδος σαρκικής ζωής. Φοβάμαι προπαντός τη φοβερή σύγχυση της σκέψης μου, του λογικού μου που μου ξεφεύγει ταραγμένο, διασκορπισμένο από μια μυστηριώδη και αόρατη αγωνία”. (μτφρ. Ελπίδα Μπραουδάκη).

Ένας άλλος καταραμένος, Έλληνας αυτός που κατέληξε τρελός από άλλες αιτίες με γλώσσα επίσης καθαρή, ακριβή και διαυγή, ο Μιχαήλ Μητσάκης (1863;-1916) ήταν κατά τον Βλάση Γραβιηλίδη που τον νεκρολόγησε επηρεασμένος από τον Μωπασάν:

”Η πρώτη προβολή της διαταράξεώς του (συνέβη όταν) είχε στείλει εις την Ακρόπολιν σειράν διηγημάτων ζωηρών, φαιδρών αλά Μωπασάν {είχε γράψει και τέτοια αυτός} αυτά ήσαν τα τελευταία του. Έπειτα του επήλθεν η Nυξ”.

        Από το 1890 που φάνηκαν τα σημάδια της επερχόμενης παραφροσύνης νύχτα επήλθε και στο φεγγίτη του μυαλού του Μωπασάν. Ή όπως το διατύπωσε κάποιος, ‘’ο διάσημος συγγραφέας δεν ήταν πια παρά ένας διάσημος άρρωστος’’.

  

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.