Loading...
Πορτραίτα στο λάδιΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Το βυσσινί χαμόγελο της μάσκας του Τζέημς Ένσορ και η Κερένια Κούκλα του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου –

”Θα σας πω μιαν ιστορία απλή και λυπητερή — γιατί απλή και λυπητερή είναι η ζωή

 Τι γρήγορα που φεύγομε και αφήνομε τον ήλιο και τη θάλασσα, τα λουλούδια και το φεγγάρι! . . .

Τα παλαιά τραγούδια είναι γεμάτα δάκρυα — και τα χείλη των νέων που γελούνε φανερώνουν το τόξο της οδύνης: γιατί και η χαρά δεν είναι παρά ένας καημός που περιμένει την ώρα του ναρθή — είναι ο άμμος πάνω από την πέτρα την αληθινή που τονέ σκορπάει ο άνεμος. Έτσι ξεγελιούνται κ’ οι καρδιές μας σαν τις μυγδαλιές που πολλές φορές ανθίζουν προτού ναρθή η πίκρα του χειμώνα . . .”

‘’Οι μυγδαλιές που ανθίζουν προτού να ‘ρθει η πίκρα του χειμώνα’’ είναι ένα από τα σύμβολα, κάπως πιο φανερό σε σχέση με άλλα – γιατί ένα καλό συμβολικό κείμενο πρέπει να ‘κρύβει’ τα σύμβολά του – στο μυθιστόρημα του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, ”Η Κερένια Κούκλα”.

Ο συμβολισμός στην εποχή του fin de siècle ήταν εξόριστος από το κέντρο της πνευματικής ζωής αφού πρέσβευε το μυστηριώδες, το αλλόκοτο, το άρρητο σε μια εποχή που θριάμβευε ο υλισμός και ο θετικισμός και άνθιζαν οι επιστήμες.

Η τεχνική του Χρηστομάνου δικαιώνεται από τον Μάριο Βίτι ο οποίος την προσδιορίζει ως πεπειραμένη και ευέλικτη. Αντίθετα άλλοι κριτικοί, της εποχής του ιδίως, θεωρούσαν το μυθιστόρημα αυτό βλοσυρό, νατουραλιστικό, πεισιθάνατο. Αλλά τέτοια φαινόμενα  συμβαίνουν  όταν πρωτοφανερώνεται κάτι πρωτοποριακό και προβαίνει σαν τα φύλλα της μυγδαλιάς στην καρδιά του χειμώνα.

Στο μυθιστόρημα παρουσιάζεται ένα τρίγωνο. Δύο γυναίκες και ένας άντρας, ιψενικό  κατά τη μόδα της εποχής. Ο Νίκος (στο συμβολιστικό μυθιστόρημα και τα ονόματα κάτι σημαίνουν) είναι παντρεμένος με τη Βεργινία. (Βίργκω = παρθένα) που είναι τρία χρόνια μεγαλύτερή του. Η Βεργινία αρρωσταίνει μετά από μια αποβολή. Η βοήθεια που αναζητά έρχεται με το πρόσωπο της Λιόλιας (= ήλιος). Ένα τρυφερό, αθώο, άκακο πλάσμα διψασμένο για ζωή και έρωτα. Χαιρετάει το Νίκο μ’ ένα ”βυσσινί χαμόγελο” και τον ερωτεύεται. Το ίδιο κι αυτός. Ένα ξεφάντωμα αποκριάτικο τους φέρνει κοντύτερα. Λίγο μετά, κάνουν έρωτα σ’ ένα λιβάδι και η μεγαλόψυχη Βεργινία παρακολουθεί χωρίς να επεμβαίνει, θαρρείς, γιατί καταλαβαίνει πως όταν λείψει θα είναι καλά να είναι μαζί αυτοί οι δυο. Άλλωστε τι άλλο μπορεί να κάνει εκτός από το να εκφράσει τη ν αντίθεσή της; Αυτή την ειδυλλιακή εικόνα του έρωτα που ολοκληρώνεται και της ευτυχίας που ζει ο Νίκος τη σκιάζει ο θάνατος της Βεργινίας και οι ενοχές της Λιόλιας και του Νίκου που τώρα πια μοιάζει σαν ‘βυσσινί τριαντάφυλλο ξεφυλλισμένο’. Ωστόσο παντρεύονται. Η Λιόλια μένει έγκυος, αλλά το παιδί πεθαίνει λίγο μετά σαν κερένια κούκλα (το κερί άλλο σύμβολο αναλώσιμο αλλά  και φωτεινό, αναγεννητικό). Πάνω σ’ ένα καυγά σκοτώνουν τον Νίκο και το ‘ξεφυλλισμένο βυσσινί τριαντάφυλλο’ η Λιόλια, μένει μόνη με τον πόνο, τη πίκρα και τις τύψεις της. Αυτό είναι το σκηνικό που έστησε η μοίρα.

Μια τραγική ιστορία που έχει όλα τα χαρακτηριστικά της αρχαίας τραγωδίας, όπως διατείνεται η Αγγέλα Καστρινάκη στη μελέτη της με τίτλο: ”Σαν τις μυγδαλιές”, Ιδέες και σύμβολα στην Κερένια κούκλα, που δημοσιεύεται μετά το κείμενο του μυθιστορήματος σε πρόσφατη έκδοση του Πανεπιστημίου Κρήτης.

     Ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος (1867-1911) ”διέπρεψε εκτός         Ελλάδος και καταστράφηκε εντός αυτής”, όπως μας προκαταλαμβάνει η Καστρινάκη. Πέθανε στα 44 του χρόνια αδικημένος, γιατί έκανε το λάθος αντί να παραμείνει στη Βιέννη, όπου έκανε μια ζηλευτή καριέρα σαν πανεπιστημιακός, να γυρίσει στην Ελλάδα για να φτιάξει ένα θέατρο στο οποίο τα έκανε όλα αυτός. Από τη συγγραφή του έργου μέχρι τους φωτισμούς της σκηνής. Ήταν παραμορφωμένος από ατύχημα που του συνέβηκε νωρίς, αλλά είχε τη μεγάλη τύχη να συναναστραφεί όντας 24 ετών την κατά τριάντα χρόνια μεγαλύτερή του, όμορφη αυτοκράτειρα της Αυστρίας, Ελισάβετ, της οποίας υπήρξε αναγνώστης, και να γράψει ένα αισθητιστικό ημερολογιακό έργο με τον τίτλο: ”Το βιβλίο της αυτοκράτειρας Ελισάβετ”, αλλά η Ελισάβετ δολοφονείται και ο Χρηστομάνος είναι πια ανεπιθύμητος στο παλάτι.

Ο Τζέημς Ένσορ (1860-1949) – σύγχρονος του Χρηστομάνου – έζησε τα διπλά του χρόνια. Ήταν Βέλγος ζωγράφος και χαράκτης. Γεννήθηκε και πέθανε -μ’ ένα διάστημα μόνο που βρέθηκε στις Βρυξέλλες-, στην παραθαλάσσια εξοχική Οστάνδη από πατέρα Άγγλο και μητέρα Φλαμανδή, με την οποία έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Οι γονείς του διατηρούσαν κατάστημα με ενθύμια της περιοχής, στο οποίο οι κούκλες είχαν την πρωτοκαθεδρία. Αντίθετα με τον κοσμοπολιτισμό του γερμανοτραφούς Χρηστομάνου, ο Ένσορ ήταν ένας επαρχιώτης εγκλωβισμένος στην φλαμανδική παράδοση του Μπος και του Μπρέγκελ.  Όταν πέρασε από τα πρώτα του ζωγραφικά βήματα στην ειρωνεία, το σαρκασμό, το αλλόκοτο και μακάβριο στοιχείο, διαμορφώθηκε από τους συγγενείς -ισμούς, τον εξπρεσιονισμό, τον συμβολισμό και θεωρήθηκε προάγγελος και του σουρεαλισμού, αν και ο τελευταίος είναι εξέλιξη του ρομαντισμού  που βρίσκεται σε κίνηση, ενώ ο συμβολισμός χαρακτηρίζεται απ’ το στοιχείο της ακινησίας. Παρότι εντάχθηκε στην ”Ομάδα των Είκοσι”, όταν έφτιαξε την ”Είσοδο του Χριστού στις Βρυξέλλες” κυνηγήθηκε από ομότεχνους, κριτικούς και κοινό, οι οποίοι αναγνώριζαν στα έργα του την σαρδόνια ματιά του πάνω στην αστική υποκρισία.

Και ο Χρηστομάνος για τον ίδιο λόγο κατηγορήθηκε και απαξιώθηκε αλλά και γιατί και αυτός άγγιξε κάποια όρια τα οποία για τις κοινωνίες, συντηρητικές κατά βάση, είναι ταμπού.

”Τον πείραζαν οι φίλοι του πως δεν τον άφηνε η γυναίκα του που τούχε λέει βαλημένα τα δυο του πόδια σ’ ένα παπούτσι. Μα οι γειτόνοι έβλεπαν την αγάπη πούχε το αντρόγυνο — τόσο που όλο και τον κεντούσε το Νίκο με τα τσουχτερά του τα λογάκια ο Κυρ Μπάμπης, ο χοντρός μπακάλης στη γωνιά του κάτω δρόμου:

 — Νισάφι! Την έφαγες τη γυναικούλα σου, Κυρ-Νίκο· δε βλέπεις πώς εγίνηκε;

 Μα δεν ήτον από του Νίκου τα φιλιά που έρρεβε η καημένη η Βεργινία. Κάθε άλλο! Όσοι δεν είδατε γυναίκα μαραμένη πώς ξανανθίζει μες του αγαπημένου αγοριού της την αγκάλη, πώς ροδίζουν τα μάγουλά της και φλογοκαίν τα χείλη της και τα μάτια της πετούνε σπίθες, θυμηθήτε τουλάχιστο τα μαραμένα τριαντάφυλλα στο νερό: πώς σηκώνουν τ’ ανθόφυλλά τους και ξαναπαίρνουνε δροσιά και χρώμα και χύνουν καινούργιο μύρο σα να ξεσκούν εκείνη τη στιγμή! . . . Αλλά για λίγες ώρες, αχ, για πολύ λίγες μοναχά — — Έτσι κ’ η Βεργινία, άμα ερχόταν ο Νίκος της! Ξάναβε — λες και μάζευε όσο αίμα της είχε απομείνει στις φλέβες της, τα στερνά της χρώματα όλα στα μάγουλά της και τα μάτια της γυάλιζαν υγρά και γινόταν πάλι όμορφη, σχεδόν όπως ήτον όταν τη στεφανώθηκεν, εδώ κι οχτώ μήνες (…) Είχανε δική τους αυλή με το πλυσταρειό κι όλα τα χρειαζούμενα. Α, ξέχασα! εξόν απ’ τη βρύση που έτρεχε ολοένα, είχαν και τη ζαρωμένη μυγδαλίτσα”.

Από την κακογλωσσιά μιας γειτόνισσας ‘η Βεργινία δεν μπόραγε να βγάλη μιλιά — μόλις που κατάπινε’. Κ’ έπειτα δε μίλησε πια …

”Είναι άνθρωποι που ζούνε σα χόρτα και κοτρώνια — ζουν και δε μιλούνε, μόνο βλέπουν τη ζωή τους σαν τα χόρτα και τα κοτρώνια: τη βλέπουνε σε μεγαλύτερο βάθος, με περισσότερη ένταση από εκείνους που ξεφωνίζουν και ξέρουν και λεν το τι αισθάνονται — γιατί μπορεί και λέγεται με λόγια. . .”.

Αντίθετα η Λιόλια ζούσε σ’ άλλο επιφανειακό και ανυποψίαστο επίπεδο χωρίς όμως να παραγνωρίζει την τραγική κατάσταση της κυράς της και το ρόλο που έπαιζε η ίδια ανάμεσα στο ζευγάρι. Ωστόσο στην κορυφαία σκηνή της αποκριάς …

 ” Έξαφνα χτύπησ’ ο Δάσκαλος τα χέρια κ’ έπαψε τ ’ οργανέτο κ’ έπιασαν τα βιολιά (Να λοιπόν πούτον αλήθεια όταν τόλεγε ο Μίμης!). . .

Πώς περνάει, το καλοκαιριάτικο μεσημέρι, ένα φρίκιασμα πάνω απ’ τα φύλλα του δάσους. . μ’ ένα θρόισμα μυριόφωνο βαθύ σαν από κάποια θάλασσα αλαργινή, βαρυστέναγη; — έτσι πέρασε μιαν ανατριχίλα αλάλητη πάνω απ’ όλα τα κορμιά τα ολόθερμα με το πρώτο κατέβασμα των δοξαριών, πούβγαλαν κάτι τραβηγμένους ήχους βαθιούς και στριγγούς μαζί. . . Φως κάτασπρο στις αμίλητες πέτρες, γέλοια των κυμάτων στην αμμουδιά, των άγριων περιστεριών γέλοια στις δέντρινες κουφάλες, σίδερο πληγωμένο που ξεφωνίζει, ρόδα μαυροπόρφυρα του πόθου και ήσκιος σε νάρκη βαθιόμαβια με τις φτερούγες ριχμένες πάνω απ’ το κεφάλι — και σαν τι δε μοιάζουν οι λαχτάρες των χορδών! . . . Και με τη γοργάδα και το θάμπωμα της αστραπής που σχίζει μαυρόγυαλον ουρανό, έπεσαν οι ήχοι αυτοί στων ανθρώπινων κορμιών το πιο βαθύτερο «είναι» και ξέσυραν, αποσχίζοντας τις ίνες της ψυχής, κάτι ολάνθιστο, με σπαραγμό μαγευτικό . . κ’ έπειτα χύθηκαν τις πλάτες κάτω τις ζεστόχνουδες, φως ανατριχιαστό, και σιγοστάλαξαν κόμπο-κόμπο στα στήθη σαν κάποιο υπέργειο μύρο τραγουδιστό που σε λιγάκι ξεχείλισε, έγινε πέλαγος. . .”.

”Και γύριζε η αλυσσίδα η ζωντανή, δεμένη και λυτή, περνούσε σαν άνθινο όνειρο που δε σβήνει, σαν άρωμα που όλο φεύγει κι όλο μένει, περνούσε — κομπολόϊ ανθρώπινο μες τα χέρια τ’ αόρατα της συλλογισμένης Μοίρας. . .”

Και από τον διονυσιασμό της παγανιστικής εορτής στο τολμηρό κεφάλαιο – για την εποχή τουλάχιστον- όπου συντελείται το παράνομο σμίξιμο των δυο ερωτευμένων που φέρνει στο νου τον πλατωνικό έρωτα του Δάφνη και της Χλόης μέσα στην οργιώδη φύση -και ας μη συντελείται το σμίξιμο αυτού του ζευγαριού.  

 ”Κ’ έφθασε ο Νίκος, σχεδόν προτού καλά — καλά ν’ αποτελειώση το λόγο της — ο Νίκος που μια δύναμη θεϊκή, βγαίνοντας απ’ τα έγκατα του κορμιού του, μα και συνάμα ερχόμενη απέξω του, τον έσπρωχνε, αμάχητη, λες και τον τραβούσε απ’ τα μαλλιά με μια γλυκειά οδύνη λιγωμένη που τούλυνε τα μέλη, μα και τούδινε μιαν υπερδύναμη φτερωσιά, αλλόκοτη, άγνωστη ως τα τώρα, αλάλητη, υπέργεια . . . Έφθασε ο Νίκος και παραμέρισε κι αυτός τα βάτα και πήγε κάτω απ’ τις μυγδαλιές . . και μόλις βρέθηκε κάτω απ’ τον άνθινο θόλο, ξέχασε κι αυτός όλον τον άλλο κόσμο: και την κάμαρη της αρρώστιας την πνιγμένη από τον πόνο, και τ’ ασπρισμένα μάτια της Βεργινίας και τον εαυτό του ακόμα — και δεν είδε άλλο μπροστά του, παρά τη λαχτάρα του πούχε ανθίσει και γλυκοτραγουδούσε. . κι αγκάλιασε τη λαχτάρα του και κυλίστηκε μαζί της στο λουλουδιασμένο στρώμα. . .

 Τι φωνή ηδονής και φρίκης ήτον αυτή πούσχισε τον ήσυχο αθέρα! . . .

 Ίσαμε πού ν’ ακούστηκε! . . .

 Και γιατί ν’ ακουστή, αφού πνίγηκε μες τα φιλιά που αιμάτωσαν τα χείλια σαν τις ανεμώνες; Και βούιζαν οι μέλισσες πεσμένες απάνω στα ανθισμένα χιόνια σα νάταν τα δέντρα όλα μαζί μια θεόρατη κυψέλη . . κ’ έσμιγαν οι μυγδαλιές τανθόφυλλά τους, τα διάφανα σαν από μετάξι, τόσο κοντά τόνα μες τ’ άλλο που έκαναν έναν πηχτόν τοίχο πιο αδιαπέραστο κι απ’ των φρουρίων την πέτρα για την ευδαιμονία των ανθρώπων. . και το μύρο των ανθών είχε μεθύσει τον αέρα και τον κρατούσε σε μια νάρκη, ασάλευτο σαν κάποιο χαμόγελο απάνω στο λαχταριστό στόμα μιας παρθένας κοιμισμένης. . .

 Μια ξαφνική ανατριχίλα πέρασε πάνω απ’ τ’ άσπρα λουλούδια — τρομάρα ή αναγάλλιασμα;. . και μια βροχή απ’ ανθόφυλλα έπεσε μαλακά: να σκεπάση με μυρωμένο χιόνι τους δυο ανθρώπους που τους είχε πάρει η Μοίρα τους στην αγκαλιά της”.

Και ας τους γλωσσοτρώγανε οι κουτσομπόλες της γειτονιάς που δεν χρωστούσανε καλό σε κανέναν…

 ”Εκεί δα, νά σου κι ανοίγει η πόρτα και μπαίνει η γειτόνισσα η Χαρζανοπουλίνα, η χήρα του δικαστικού κλητήρα, με τη μια της κόρη την πιο μεγάλη, πούτον η αλαφροήσκιωτη. Η γριά τουλάχιστο πάντα ήτονε γριά κι άσχημη σα μάγισσα, μα της «νέας» τα χάλια καθώς ήταν άφτειαχτη και στη φυσική της κατάσταση δε μολογιούνται. Καλά λεν οι δασκαλευούμενοι: «τα εν οίκω μη εν δήμω!» Τι λαιμός ήτον εκείνος σαν καμμιάς αρρωστημένης γαλοπούλας μέσ’ απ’ την άσπρη νυχτικιά που της έλειπε το κουμπί! τι σακκούλες κρεμαστές κάτω απ’ τα μάτια! τι χρώμα σαν το κυδώνι! — άφησε πια το μισοφόρι, ο Θεός να το κάνη ροζ, με τον ξηλωμένο φαρμπαλλά που έσταζε απ’ τη λέρα. . κι αποκάτω τα κατσάρια! . . .”

 (…)

 Πάνω στη Γαργαρέτα είχαν απομείνει οι γυναίκες ένα κουβάρι αναμαλλιασμένο — και κύτταζαν κατά το μέρος πούχε φύγει η άμαξα. . .

 — Δε στάλεγα εγώ, Κυρία Ευρυδίκη μου, είπε η Χαρζανοπουλίνα της παλιάς της έχθρας, πως κακό τέλος θε να πάρη αυτός ο Νίκος; εμένα ποτέ δε μ’ άρεσε αυτό το παιδί! . . .

 — Δε λες καλά που. . . είπε η Ευρυδίκη και σταμάτησε — — Καλέ είδες, Κυρά Χαρζανοπουλίνα μου, εκείνο το γουρσούζικο! να ξεκληρίση ολόκληρη φαμελιά: γυναίκα, άντρα και παιδί σ’ ένα χρόνο μέσα! . . .

 Αλλά πως θα γινότανε όλος αυτός ο χαμός – στην κυριολεξία χαμός – αν ο Νίκος παντρευόταν τη Βεργινία και αυτή έκανε ένα υγιές μωρό και ζούσαν αυτοί καλά… εμείς δε θα ζούσαμε καθόλου καλύτερα αν δεν εμφανιζόταν ο ήλιος της Λιόλιας, δεν έπαιρνε τα μυαλά του Νίκου και αν δεν συνέβαινε η μοιχεία πώς θα είχαμε λογοτεχνία;

 Ή πώς θα είχαμε ζωγραφική αν ο Ένσορ έμενε στην σκοτεινιά των πρώτων του έργων και δεν έχωνε βαθιά το πινέλο της σάτιρας στριφογυρίζοντάς το και φιλοτεχνώντας σκελετούς αντί για ανθρώπους ζωντανούς, κανιβαλικά γεύματα μέσα σε οργιώδη κόκκινα και βυσσινιά ή μάσκες που οι μορφασμοί τους θύμιζαν πρόσωπα που δυσανασχετούσαν ή κάκιωναν. Μάσκες ίδιες με τις καρικατούρες των κακοπροαίρετων γυναικών του Χρηστομάνου που σαν χορός αρχαίας τραγωδίας κακολογούσε και χαίρονταν με τις συμφορές που βρήκαν τους ήρωες.

 

 

    Τα παραθέματα είναι από την έκδοση του Γεωργίου Φέξη του 1911. Γι αυτό κι η ορθογραφία του πρωτοτύπου.
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.