Loading...
Πορτραίτα στο νερόΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Τόμας Μαν: Πορτραίτα στο νερό –  Ένας αμφιλεγόμενος Αστός κλασικός 

        Το έγκυρο περιοδικό της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας Der Spiegel, πολλά χρόνια μετά το θάνατο του Τόμας Μαν και εξίσου πολλά μετά τις Απόψεις ενός Απολιτικού (1915), φιλοτεχνεί το εξής αρνητικό πορτραίτο του μεγάλου κλασικού συγγραφέα: Υποκριτής, εγωκεντρικός, κληρονόμος του γερμανικού αντιορθολογισμού, μεγαλοαστός. Αυτός ο άνθρωπος που γνώρισε δύο Πολέμους, το οικονομικό κραχ το 1929, κινήματα, επαναστάσεις και κυρίως την άνοδο και την πτώση του ναζισμού δεν έβαλε τίποτε απ’ αυτά μέσα στα μυθιστορήματά του. Ο Τόμας Μαν για τον συντάκτη του Σπίγκελ δεν ήταν κατά βάθος παρά ένας κομφορμιστής.
        Τι ήταν λοιπόν και τι πραγματευόταν το επίμαχο βιβλίο; Στην ουσία είναι ένας πολυσέλιδος λίβελος εναντίον της Δημοκρατίας και υπέρ της διεξαγωγής του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, και στάθηκε αφορμή να μη μιλιέται για καιρό με τον αδελφό του, επίσης συγγραφέα, Χάινριχ Μαν. Το βιβλίο κραδαίνει όλα τα όπλα εναντίον του Διαφωτισμού, της Δημοκρατίας και του διεθνισμού. Το βιβλίο για τον αρθρογράφο του Σπίγκελ προαναγγέλλει αόριστα το ύφος και τις μεθόδους του Γκαίμπελς. Ξεπερνάει σε αντιδημοκρατικότητα τον Έρνστ Γιούνγκερ και ίσως συμπλέει με τον συγγραφέα της Παρακμής της Δύσης, Όσβαλντ Σπένγκλερ.

        Εντέλει ο Τόμας Μαν ήταν ένας άνθρωπος του παρελθόντος, μιας πρωσικής αντιδραστικής πολιτικά παράδοσης, ώσπου προσχώρησε στην Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, αλλά για μερικούς παρέμεινε ο άνθρωπος του παρελθόντος.
«Δεν ήθελε να ταυτιστεί με το καινούργιο. Κοίταζε πίσω, υπερασπίζοντας ένα σπουδαίο πνευματικό παρελθόν. (…) Πρόκειται για μία μάχη οπισθοφυλακής, με θαυμάσιο ύφος, την τελευταία και την πιο καθυστερημένη που έδωσε η γερμανική ρομαντική αστική τάξη, για έναν αγώνα που άρχισε έχοντας πλήρη συνείδηση της ματαιότητάς του. (…) Δείχνοντας συμπάθεια για καθετί προορισμένο να πεθάνει. Αλλά επίσης με μια υπερβολικά αισθητική υπεροψία για την υγεία και την αρετή, που ταυτίζονται και εμπαίζονται ακριβώς σαν σύμβολο μπροστά στο οποίο αυτή η γερμανική αστική τάξη υποχωρούσε ενώ μαχόταν…»
        Φαίνεται πως κάποια τουλάχιστον εποχή ο Τόμας Μαν υποστήριζε την υποταγή του πνεύματος στην εξουσία. Δικαιολόγησε το πόλεμο, τον ιμπεριαλισμό, το αυταρχικό κράτος και στάθηκε στο πλευρό των γαιοκτημόνων, αμφισβήτησε την χρησιμότητα της καθολικής ψήφου, αλλά στην συνέχεια ενώ η ιστορία στην αρχή τον μπέρδεψε όταν την είδε να εξελίσσεται δίπλα του, κατάλαβε ότι είχε κάνει ένα μεγάλο λάθος και ως ένα βαθμό βάλθηκε με την κατοπινή του στάση να το διορθώσει.  Φυσικά το φόρτε του δεν ήταν η ιστορία ούτε η πολιτική. Ο τίτλος του επίμαχου βιβλίου είναι χαρακτηριστικός. Και τα κατάφερε, να το διορθώσει έτσι ώστε να θεωρείται πλέον ένας από τους γερμανούς συγγραφείς που ταυτίστηκε με την μοίρα της Γερμανίας ώστε να δικαιούται να πει κατά την διάρκεια του εκπατρισμού του: Όπου βρίσκομαι εγώ, βρίσκεται και η Γερμανία.

        Ο Τόμας Μαν γεννήθηκε στο Λύμπεκ στις 6 Ιουνίου 1875. Ο πατέρας του ήταν έμπορος δημητριακών και πρόξενος απ’ το 1864. Η μητέρα του ήταν κρεολή. Το πατρικό της όνομα ήταν Χούλια Ντα Σίλβα – Μπρουνς και καταγόταν από τη Βραζιλία.
        Ήταν κακός μαθητής με αποτέλεσμα να μείνει σε δύο τάξεις. Έχασε τον πατέρα του σε ηλικία δεκαέξι ετών. Η μητέρα του αποφάσισε να εγκατασταθούν στο Μόναχο μαζί με τα τρία του αδέρφια. Δεν φοίτησε κανονικά στο πανεπιστήμιο αλλά παρακολούθησε μαθήματα ως ακροατής. Ασχολήθηκε με τη δημοσιογραφία. Δημοσιεύει μία νουβέλα στο περίφημο σατυρικό περιοδικό ”Σιμπλιτσίσιμους”.
        Μετά τα ταξίδια του στην Ιταλία και στη Βιέννη γράφει τη νουβέλα Ο μικρός κύριος Φρίντεμαν ενώ αρχίζει να γράφει τους Μπούντενμπροοκ, που εκδίδεται το 1901 σε δύο τόμους. Οι Μπούντενμπροοκ, μια οικογενειακή σάγκα χιλίων εκατό σελίδων, έκανε τον Ρίλκε να γράψει το 1902, ένα εγκώμιο γι αυτό, όπου λέει μεταξύ άλλων:
Την ιστορία συνθέτουν γιορτές και συγκεντρώσεις, βαφτίσια και έσχατες στιγμές (απ’ αυτές τις ιδιαίτερα ασήκωτες και τρομερές έσχατες στιγμές), γάμοι και διαζύγια, μεγάλες επιτυχίες και ανελέητα δεινά χωρίς τελειωμό, που μπορεί κάλλιστα να προκαλέσει ο κόσμος των επιχειρήσεων. Μας δείχνει μια παλιότερη γενιά να εργάζεται ειρηνικά και απλοϊκά, και την νευρική βιασύνη που παρατηρείται στους απογόνους της. Μας δείχνει όντα γελοία και μικροπρεπή να αγωνίζονται απελπισμένα μέσα στα μπερδεμένα δίχτυα που πλέκουν τα χτυπήματα της μοίρας. Μας αποκαλύπτει πως ακόμα και αυτοί που βλέπουν λίγο πιο μακριά δεν είναι κύριοι ούτε της ευτυχίας ούτε της καταστροφής και οι δύο ξεπηδούν πάντα από εκατοντάδες ασήμαντες κινήσεις, σχεδόν ανώνυμες και απρόσωπες στην αρχή, και απλώνονται και αποτραβιούνται, ενώ η ζωή συνεχίζεται σαν παλίρροια.

    Το μυθιστόρημα μιλά για την παρακμή μιας οικογένειας και γνώρισε μεγάλη επιτυχία όπως και η νουβέλα Τόνιο Κραίγκερ, για την οποία ο Τόμας Μαν λέει πως υπερέχει από τον Θάνατο στην Βενετία (με το οποίο παρουσιάζει πολλές ομοιότητες) ως προς έναν έκδηλο νεανικό λυρισμό (…) και μου δίνεται για πρώτη φορά η δυνατότητα να εντάξω στο έργο μου τη μουσική, σαν υφολογικό και φορμαλιστικό στοιχείο”.

        Είναι αλήθεια ότι το σύμπλεγμα των μουσικών μοτίβων επανεμφανίζεται στο επόμενο μεγάλο έργο του το Μαγικό βουνό, το οποίο του προσπόρισε το 1929 το Νόμπελ λογοτεχνίας όπως και στο Δρ. Φάουστους.
        Το 1919 κατά τη διάρκεια της επανάστασης στο Μόναχο όταν δολοφονείται ο Κουρτ Άισνερ, με πρωτοβουλία του Έρνστ Τόλλερ που ήταν απ’ τους ηγέτες της βαυαρικής επανάστασης διασώζεται το σπίτι του που οι επαναστάτες ήταν έτοιμοι να πυρπολήσουν. Η αναγνώριση είχε ήδη αρχίσει, αλλά ένας συμπατριώτης του που λίγο αργότερα θα γινόταν και αυτός διάσημος, ο Μπρεχτ που δεν τον εκτιμούσε καθόλου έγραψε μια κατεδαφιστική κριτική γι’ αυτόν σε μια εφημερίδα. Το 1922 επανασυνδέεται με τον αδερφό του Χάινριχ. Το 1927 αυτοκτονεί ή αδερφή του Χούλια πρώτο θύμα πολλών οικογενειακών τραγωδιών. Το 1906 αποκτά τον πρώτο του γιο, τον Κλάους, ο οποίος επίσης θα αυτοκτονήσει το 1949, όπως ακόμη και ο Μίχαελ Μαν νεότερος γιος του αυτοκτονεί το 1977.
   Ο μεγάλος κριτικός λογοτεχνίας Μαρσέλ Ράιχ- Ρανίτσκυ μαρτυρεί στην αυτοβιογραφία του πως τα παιδιά του- όπως του εκμυστηρεύτηκε ο Γκόλο Μαν- εξαιτίας της έλλειψης αγάπης του πατέρα τους ήταν δυστυχισμένα, αλλά ευτυχείς θαυμαστές του έργου του. Ο Γκόλο Μαν εξομολογήθηκε μάλιστα στον Ρανίτσκυ πως ευχόταν τον θάνατο του πατέρα του.  Είπε ακόμα πως τον φοβόταν και η πικρία μαζί με την απέχθεια του έφταναν ως το μίσος ώστε αρνήθηκε να ταφεί κοντά στους γονείς του. Μίλησε ακόμα για την θρυλούμενη ομοφυλοφιλία του πατέρα του η οποία κατ’ αυτόν δεν έφτασε ποτέ κάτω από τη ζώνη του. Ωστόσο μισούσε και απεχθανόταν μετά βδελυγμίας την ομοφυλοφιλία του γιου του Κλάους. Η έλλειψη πατρικής αγάπης φαίνεται από το κακόηθες πορτραίτο του εξάχρονου, εκείνον τον καιρό, Μίχαελ, σε μια νουβέλα του. Πρόκειται για μια νουβέλα που μαζί με τον Τόνιο Κραίγκερ λίγο την εκτιμούσε ο Γκόλο Μαν, ωστόσο θεωρούσε πως ο Ιωσήφ και τα αδέρφια του ως μορφή και ως ποιότητα ήταν κάτι σαν την Ιλιάδα και την Οδύσσεια.

      Ο Τόμας Μαν λέει το 1944 όταν πια είναι 69 χρονών:
Ήμουν πολύ νέος όταν έγραψα τους Μπούντενμπροοκ, την παρακμή μιας οικογένειας. Και πενήντα ετών όταν έγραψα το Μαγικό Βουνό. Τώρα που βαδίζω στα εβδομήντα μου, πρόκειται να κυκλοφορήσει ο τελευταίος τόμος του Ιωσήφ και τα αδέρφια του. Το πρώτο απ’ αυτά τα βιβλία είναι ένα γερμανικό μυθιστόρημα, το δεύτερο ένα ευρωπαϊκό μυθιστόρημα και το τρίτο ένας ύμνος της μυθικοχιουμοριστικής ανθρωπότητας.
     Ο Τόμας Μαν είναι απ’ τους λίγους συγγραφείς που έγραψαν σπουδαία έργα και μετά την απονομή του Νόμπελ. Συνήθως συμβαίνει το αντίθετο.
        Το 1930 ταξιδεύει στην Αίγυπτο και στην Παλαιστίνη. Σ’ ένα μνημειώδη λόγο που εκφωνεί στο Βερολίνο με τίτλο Έκκληση στη λογική, προσκαλεί την γερμανική αστική τάξη να υποστηρίξει την σοσιαλδημοκρατία για να μπορέσει να αγωνιστεί ενάντια στο ναζισμό. Εξτρεμιστές της δεξιάς και μέλης των S.A δημιουργούν επεισόδια.
     Ο Σοσιαλισμός δεν είναι τίποτα άλλο παρά η επιτακτική απόφαση να μην βυθίζουμε πια το κεφάλι μας μέσα στην άμμο των μεταφυσικών πραγμάτων, μπρος στις πιο επείγουσες απαιτήσεις της ύλης, της κοινωνικής και συλλογικής ζωής, αλλά να πηγαίνουμε με το μέρος εκείνων που θέλουν να δώσουν στη ζωή ένα νόημα.
        Το 1932 επισκέπτεται στην Βιέννη τον Φρόυντ για τον οποίο τρέφει μεγάλο σεβασμό. Το 1933 ενώ ετοιμάζει ένα δοκίμιο για τα πάθη και το μεγαλείο του  Ρίχαρντρ Βάγκνερ και ο αδελφός του παίρνει τον δρόμο της εξορίας, η κόρη του Έρικα και ο Κλάους τον προειδοποιούν πως αν καθυστερήσει και άλλο δεν θα μπορέσει να φύγει σώος απ’ την Γερμανία του Χίτλερ. Το 1934 μεταναστεύει στις Ηνωμένες Πολιτείες, αφού προηγουμένως έχει επιχειρήσει να εγκατασταθεί στην Νότια Γαλλία και στην Ζυρίχη. Η επίσημη ρήξη με την ναζιστική Γερμανία πραγματοποιείται το 1936 σε μία απάντηση ενός άρθρου που υποτιμά την λογοτεχνία των γερμανών εξορίστων. Συμμετέχει στα ογδοντάχρονα του Φρόυντ και την ίδια χρονιά  αφαιρούν την γερμανική υπηκοότητα από τον ίδιο και την οικογένεια. Η Τσεχοσλοβακία του χορηγεί υπηκοότητα. Στις Η.Π.Α. δίνει διαλέξεις για την τελική νίκη της Δημοκρατίας και μετά την προσάρτηση της Αυστρίας (1938) εγκαθίσταται στις ΗΠΑ. Γράφει την Σαρλόττε στην Βαϊμάρη και τα Αλλαγμένα Κεφάλια. Το 1943 κυκλοφορεί ένας τόμος της τετραλογίας ο Ιωσήφ και τα’ αδέλφια… ενώ αρχίζει τον Δρ. Φάουστους. Τον επόμενο χρόνο γίνεται Αμερικανός πολίτης. Η γυναίκα του αδερφού του Χάινριχ αυτοκτονεί. Το 1948 ενώ σχεδιάζει να γράψει τον Εκλεκτό, κυκλοφορεί στις ΗΠΑ ο Δρ. Φάουστους που, γίνεται βιβλίο του μήνα και φθάνει τα 100.000 αντίτυπα. (”Ο Δρ. Φάουστους περιγράφει τη ζωή του γερμανού συνθέτη Άντριαν Λέβερκιν, όπως την διηγείται ένας φίλος του. Είναι μια συμμαχία με το διάβολο. Ο ήρωας έχει την ίδια μοίρα με τον Νίτσε και τον Ούγκο Βόλφ, και η ζωή του που την διηγείται μια φιλόστοργη, φιλάνθρωπη και αγνή ψυχή, είναι κάτι το πολύ αντιανθρωπιστικό, μια μέθη και ένα κατρακύλισμα” γράφει στον Χέρμαν Έσσε το 1945.) 

        Το 1951 ένα περιοδικό στις ΗΠΑ τον κατηγορεί ως φιλοκομμουνιστή και κείνος απαντά πως δεν υπήρξε ποτέ κομμουνιστής, αλλά το υστερικό, παράλογο και τυφλό μίσος απέναντι στους κομμουνιστές αποτελεί έναν κίνδυνο πολύ πιο φοβερό απ’ ότι ο κομμουνισμός.
        Το 1950 πεθαίνει στην Σάντα Μόνικα ο Χάινριχ Μαν. Οι τιμές και οι διακρίσεις καθώς και η προσοχή, το ενδιαφέρον και ο θαυμασμός του κόσμου είναι σχεδόν καθημερινό φαινόμενο για έναν ζώντα κλασικό συγγραφέα όπως αυτός. Φαίνεται πως τα κατάφερε να μεταστρέψει την αλγεινή εντύπωση που προκάλεσε με τις Απόψεις ενός Απολιτικού το 1915.
        Τα κείμενά μου, έγραφε το 1952 είναι γεμάτα από ελαττώματα όπως ο φορμαλισμός, η ψυχολογία, ο σχετικισμός, ο σκεπτικισμός, το χιούμορ χωρίς να παραλείψω να αναφέρω μια αδυναμία για την αλήθεια, γιατί σύμφωνα με την ανεξέλεγκτη προκατάληψη, η αγάπη για την αλήθεια είναι αδυναμία. (…) συνεχίζω να θεωρώ τον φασισμό και όχι τον κομμουνισμό ως τον πιο μισητό καρπό της πολιτικής ιστορίας. Αυτός με τις νίκες και την φαινομενική ήττα του, στο βάθος καθόλου επιθυμητή, με έσπρωχνε όλο και περισσότερο προς την αριστερά της κοινωνικής φιλοσοφίας (…) έγινα ένα είδος πλανόδιου υμνητή της Δημοκρατίας – ένας ρόλος από τον οποίο δεν μου διέφυγε ποτέ το κωμικό στοιχείο, ακόμα και τις στιγμές που λαχταρούσα με πάθος τη κατάρρευση του Χίτλερ.

        Μ’ αυτά και μ’ αυτά έγινε και το εξής παράδοξο, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ήταν η τελευταία που τον τίμησε ακόμα και μετά την Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας, δύο μόλις μέρες πριν πεθάνει στις 12 Αυγούστου το 1955.  Και ας κλείσουμε με τον ευρηματικό χαρακτηρισμό του Ράιχ Ρανίτσκυ: Ο Τόμας Μαν ήταν εγωκεντρικός σαν παιδί, ευαίσθητος σαν πριμαντόνα και φιλάρεσκος σαν τενόρος.

 

Σημείωση : Το άρθρο βασίστηκε εν πολλοίς στο εξαιρετικό αφιέρωμα του περιοδικού Διαβάζω τ.χ. 90, – 1984 και στην Αυτοβιογραφία του Μαρσέλ Ράιχ Ρανίτσκυ, μτφρ. Αλέξανδρος Κυπριώτης, Ίνδικτος 2001.

 

 

 

       

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.