Loading...
ΘέατροΤΕΧΝΗ

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Τόμας Μπέρνχαρντ – Πριν από την Αποχώρηση – Μια παράσταση στο θέατρο της οδού Κεφαλληνίας

Τραγωδία ή φάρσα;        

Όταν ανάβουν τα φώτα της οροφής βλέπουμε ένα υποτυπώδες καθιστικό. Μια πολυθρόνα, ένα κομοδίνο, μια πορτοκαλί τσαγιέρα με δύο φλυτζάνια. Η υπόλοιπη σκηνή είναι άδεια, υπάρχουν όμως τέσσερις γκρίζες κολώνες στις τέσσερις μεριές της σκηνής που παριστάνουν ένα σπίτι. Τις τέσσερις κολώνες συνδέουν ντουλάπια όπου κρύβουν τα πράγματα που χρησιμοποιούν. (Το σκηνικό και τα κοστούμια είναι της Ελένης Μανωλοπούλου). Αυτός είναι ο τόπος που διαδραματίζεται το έργο. Ο χρόνος είναι σύγχρονος με την εποχή της συγγραφής του.

        Το έργο γράφτηκε από τον Τόμας Μπέρνχαρντ, έναν Αυστριακό πεζογράφο και θεατρικό συγγραφέα που σ’ όλη του τη ζωή τα είχε με τους ναζιστές, τον ναζισμό και αυτό που συμπορεύτηκε μ’ αυτόν και τον ακολούθησε ως κυρίαρχη ιδεολογία, τον καθολικισμό. Ο χρόνος είναι το 1979, είναι τότε που παρουσιάστηκε το έργο. Αφορμή και γι΄αυτό όπως και για ένα άλλο έργο του Μπέρνχαρντ είναι ότι ο Κουρτ Βάλτχαϊμ,  του Γ’ Ράιχ με μεγάλη δράση και στη Θεσσαλονίκη εναντίον των Εβραίων, είχε καταφέρει  να γίνει Γενικός Γραμματέας του Ο.Η.Ε. και πρόεδρος της Αυστρίας. 

        Σ’ αυτό το σκηνικό λοιπόν, αυτή την τοποθεσία, ένα μεσοαστικό σπίτι με υπόγειο σε μια μη κατονομαζόμενη πόλη της Γερμανίας, ζουν τρεις άνθρωποι, τρία αδέλφια, δύο γυναίκες και ένας άντρας. Η Βέρα, ο Ρούντολφ και η Κλάρα, που αν δεν ήταν η μόνη η οποία διαφωνεί με τους άλλους δύο, θα ήταν ένα μέρος του σκηνικού, αφού έχει μείνει ανάπηρη και ακίνητη στο αναπηρικό καροτσάκι της, εξαιτίας μιας αμερικάνικης βόμβας που έπεσε δυο μέρες πριν τελειώσει ο πόλεμος. Αλλά η Κλάρα μπορεί να φτύσει στα μούτρα του Ρούντολφ το νερό που την υποχρεώνει να πιει.

        Ο Ρούντολφ είναι Δικαστής. Ήταν διοικητής, ενός στρατοπέδου συγκέντρωσης και προστατευόμενος του Χίμλερ. Κάθε χρόνο λοιπόν, αντί να γιορτάζει τα γενέθλια τα δικά του ή των δύο αδελφών του, γιορτάζει τα γενέθλια του Χίμλερ, φορώντας την καλοσιδερωμένη στολή του, στολή που φορούσε ενόσω ήταν διοικητής στρατοπέδου, ενώ απαιτεί από την Κλάρα να φορέσει στολή κρατούμενης.

        Η Βέρα, η υπερδραστήρια αδελφή του είναι εκείνη που για δέκα χρόνια τον έκρυβε στο υπόγειο του σπιτιού τους κάνοντας μάλιστα έρωτα μαζί του, έτσι ώστε να μπορέσει να τον διατηρήσει στη ζωή, όπως ακριβώς και το καθεστώς που ενεργά υποστήριξε. Στην διάρκεια του έργου μαθαίνουμε πως ο Ρούντολφ είχε συναντήσει τον Χίμλερ μία και μόνη φορά. Και αυτός τον είχε κοιτάξει στα μάτια ή ο Ρούντολφ νόμιζε ότι τον είχε κοιτάξει. Πάντως ήταν αυτός που χορήγησε πλαστό διαβατήριο στον Ρούντολφ για να διασωθεί, ενώ εκείνος αυτοκτόνησε, έτσι ώστε να διατηρηθεί η ιδεολογία με τα παρεπόμενά της από έναν άνθρωπο που δεν ήταν τίποτα άλλο από τον «άνθρωπο της διπλανής πόρτας», όπως τον είχε περιγράψει με αφορμή την δίκη του Άιχμαν, η Χάνα Άρεντ στην ”Κοινοτοπία του κακού”.

        Ο Ρούντολφ και οι όμοιοί του δεν παραδέχθηκαν ποτέ την ήττα. Και η Γερμανία έδωσε άφεση αμαρτιών και σ’ αυτούς και στα εγκλήματά τους. Γι’ αυτό ο Βάλτχαϊμ και όσοι βαρύνονταν με εγκλήματα πολέμου εκτός από τους λίγους που εκτελέστηκαν ή αυτοκτόνησαν, δεν έδωσαν ποτέ λόγο για τις πράξεις τους και το αποτέλεσμα αυτής της ατιμωρησίας ήταν πως επέστρεψαν στις αξιοζήλευτες θέσεις τους και το μόνο που εύχονται και περιμένουν, αφού δεν έχουν αποχωρήσει από την σκηνή, είναι να επιστρέψει το ναζιστικό καθεστώς και να διαρκέσει χίλια χρόνια όπως οραματιζόταν ο Χίτλερ.

         Το έργο θα πρέπει να υπήρξε γροθιά στο στομάχι όταν παίχτηκε στις γερμανόφωνες σκηνές, γιατί μιλάει για μία Γερμανία που οι Γερμανοί ενώ ζουν μέσα της δεν θέλουν να τη δουν, ούτε αυτήν ούτε τους εαυτούς τους. Η εφημερίδα Die Zeit [στα ελληνικά: χρόνος, εποχή]έγραψε πως η παράσταση του έργου ήταν ένας μεγάλος θρίαμβος. Επρόκειτο για το ντεμπούτο ενός καινούργιου Μπέρνχαρντ.

Ενός ανελέητου πολιτικού κωμωδιογράφου” (Μην ξεχνάμε πως το έργο έχει υπότιτλο ”Μια κωμωδία της γερμανικής ψυχής”). Μήπως το έργο είναι φάρσα με θέμα τους Ναζί που τους ξεσκεπάζει κάνοντάς μας να ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια; Μήπως είναι το πιο επίκαιρο, το πιο αστείο αλλά και το πιο εύκολο από τα έργα του; (κάτι που θα μπορούσε να ισχύει δεδομένου ότι το έργο είναι ρεαλιστικό, ό,τι όμως διαδραματίζεται σ’ αυτό είναι εξωφρενικό).

        Ο κριτικός της Die Zeit ισχυρίζεται πως το Πριν την Αποχώρηση είναι το πιο δύσκολο, το πιο σύνθετο, το πιο σκοτεινό, το πιο άρτιο από τα έργα του Μπέρνχαρντ και όποιος μείνει στην σκανδαλώδη πλευρά του που βρίσκεται απλώς στον αφρό θα πνιγεί.  

        Οι γονείς του Μπέρνχαρντ τον έδωσαν στον παππού του, γνωστό συγγραφέα, να τον μεγαλώσει. Κάτι ανάλογο που συνέβη με τον Σαρτρ και τον δικό του παππού. Η επήρεια των παππούδων αυτών υπήρξε καθοριστική, κατά τ’ άλλα δεν υπάρχει άλλη σχέση ανάμεσα στους δύο συγγραφείς.

        Ο Μπέρνχαρντ με την εύθραυστη υγεία του μεγάλωσε σε οικοτροφείο μετά το θάνατο του παππού του. Την φρικτή αυτή εμπειρία της συμπόρευσης και της εναλλαγής ανάμεσα στον καθολικισμό και τον ναζισμό με τους οποίους όχι μόνο οι συμπατριώτες του, οι Αυστριακοί αλλά και οι Γερμανοί γαλούχησαν γενεές γενεών, περιγράφει στην αυτοβιογραφία του σε πέντε αριστουργηματικά μέρη. 

        Το έργο έχει ξανανέβει στο ίδιο θέατρο το 1999 από τον Στάθη Λιβαθηνό ως δράμα, ως τραγωδία. Η τωρινή παράσταση σκηνοθετημένη από τον Νίκο Μαστοράκη, ως φάρσα (ότι ακριβώς ισχυρίζεται πως συμβαίνει με την Ιστορία ο Μαρξ).

        Οι τρεις ηθοποιοί είναι επαρκείς στους ρόλους τους. Η Μπέτυ Αρβανίτη, παρά το πρόβλημα άρθρωσης που έχει, ερμηνεύει εξαιρετικά μια τυπική γερμανίδα νοικοκυρά που δεν διστάζει προκειμένου να συντηρήσει στη ζωή τον ναζιστή αδελφό της, να κάνει ακόμη και έρωτα μαζί του. Γυναίκες σαν την Βέρα, γερμανίδες αυτού του τύπου, κάνουν τα πάντα για να συντηρήσουν το πτώμα του ναζισμού και να το επαναφέρουν στη ζωή. Δεν φτάνει η τεχνητή αναπνοή χρειάζεται και η ενέργεια που δίνει το σεξ, αδιάφορο εάν η πράξη αυτή είναι αιμομικτική. Το ζευγάρι είναι ταυτόχρονα αδέλφια και σύζυγοι. Αλλά σαν ιδεολογικά στρατευμένοι στον ναζισμό είναι αφοσιωμένοι σ΄αυτόν και γι’ αυτό δεν δημιουργούν δική τους οικογένεια. Κάτι τέτοιο ενδεχομένως θα πρόδιδε την ύπαρξή τους και το μυστικό που έκρυβαν καθώς και τον διακαή πόθο για την επιστροφή τους . Η Βέρα έχει υιοθετήσει ένα κωφάλαλο κορίτσι, έτσι ώστε να μη τους ακούει και να μη μπορεί να μιλήσει γι’ αυτούς. Αντίθετα η ανάπηρη Κλάρα, προσπάθησε και θα προσπαθεί πάντα να αντισταθεί, αλλά παρόλα αυτά είναι εγκλωβισμένη μέσα σ’ αυτό το σπίτι, που αποτελεί το κουκούλι των επιδιώξεών τους και ταυτόχρονα κρύβει ένα ένδοξο παρελθόν το οποίο περιμένουν να παλινορθώσουν.

        Η Κλάρα, με μεγάλη επιμονή συνεχίζει να διαβάζει αριστερές εφημερίδες και στέλνει γράμματα σ’ αυτές σχολιάζοντας αρνητικά την κατάσταση της γερμανικής ψυχής,  καθώς και διεστραμμένη λογοτεχνία όπως την αποκαλεί ο αδελφός. Ο Ρούντολφ παίρνει ξανά τη θέση του στο δικαστικό σώμα και ετοιμάζεται να πάρει σύνταξη που όπως έγινε στην πραγματικότητα θα είναι πολύ υψηλή. Ο Ρούντολφ εμφανίζεται στο δεύτερο μέρος του έργου όταν η παράσταση απογειώνεται και πίνοντας σαμπάνια αναλογίζεται τις παλιές ευτυχισμένες μέρες. Τότε, που μπορούσε να σκοτώσει όποιον έβαζε στόχο, ακόμα και τα αδέλφια του. Παράλληλα ασφυκτιά, γιατί πρέπει να κρύβεται, αλλά και γιατί αντιλαμβάνεται μέσα στην τύφλωσή του και τις κάθε φορά αναδυόμενες ενοχές του ότι όλο αυτό που επιθυμεί να ξανάρθει είναι νεκρό. Και αυτό του προκαλεί κλαυσίγελο, γιατί αν συμβαίνει αυτό τότε και αυτός είναι νεκρός.

        Ο Περικλής Μουστάκης επωμίζεται ίσως τον πιο δύσκολο ρόλο με την λιγότερη άνεση και την περισσότερη ενεργητικότητα και καταφέρνει να τον διεκπεραιώσει χάρη στην ικανότητά του να κινείται και να συμπεριφέρεται στο μεταίχμιο ανάμεσα στο κωμικό και το τραγικό, ή στην μεθόριο- όπως είναι ο ψυχαναλυτικός όρος-ανάμεσα στη λογική και τη τρέλα. 

        Αλλά εκείνη που ”κλέβει” την παράσταση είναι η Σμαράγδα Σμυρναίου, η οποία με το αναπηρικό της καροτσάκι που κινείται γύρω από το υποτυπώδες σκηνικό συνταράσσει με τη δυναμική που έχει ο ρόλος της.

 Η Βέρα και ο Ρούντολφ δεν παραλείπουν να αναφερθούν στην δύναμη και το μεγαλείο της Τέχνης, ιδίως της μουσικής, θυμίζοντας τον Τζώρτζ Στάινερ που λέει πως ο διοικητής ενός στρατοπέδου θανάτου έπαιζε στο βιολί όλους του μεγάλους Γερμανούς συνθέτες όταν έστελνε στους θαλάμους αερίων τους Εβραίους, πράγμα που αποτελεί την καταρράκωση του Διαφωτισμού ή τον Αντόρνο που λέει ότι μετά το Άουσβιτς δεν γράφονται ποιήματα.

        Γράφονται όμως έργα, σαν αυτό που έγραψε ο Μπέρνχαρντ ο οποίος κατατρυχόταν σ’ όλη του τη ζωή από το φάσμα του ναζισμού και δεν παρέλειπε να το βάζει σαν καθρέφτη μπροστά στα μούτρα των συμπατριωτών του, αλλά και των Γερμανών. Είχε φτάσει μάλιστα στην ακραία ενέργεια να απαγορεύσει να παίζονται τα έργα του στην πατρίδα του επειδή είχε συναντήσει πολλές αντιδράσεις και είχε περάσει από δίκες με διάφορες αδικαιολόγητες δικαιολογίες. Έπρεπε κάτι να κάνουν όλοι αυτοί τους οποίους έθιγε για να τον κάνουν να σωπάσει.

        Καθόλου τυχαίο πως οι συμπατριώτες του Χάντκε και Μπάχμαν έφυγαν εκτός Αυστρίας. Ο Μπέρνχαρντ παρέμεινε και στην Die Zeit τρία χρόνια μετά την παράσταση του έργου ένα κείμενο με τίτλο Μανία Καταδιώξεως; το οποίο τελειώνει ως εξής:

Χθες έλαβα μια κάρτα από το Ίνσμπουργκ με τη χρυσή στέγη, όπου κάποιος είχε γράψει χωρίς να λέει γιατί: ”Όσοι είναι σαν εσένα πρέπει να πεθαίνουν σε θαλάμους αερίων! Περίμενε και θα δεις!”  Διάβασα την κάρτα ξανά και ξανά ώσπου άρχισα να φοβάμαι.

        Το κείμενο του έργου έχει μια εκπληκτική ενάργεια και αμεσότητα και χάρη στη μετάφραση του Βασίλη Πουλαντζά κάνει διαυγέστερη την σκοτεινιά της κατάστασης που περιγράφει.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.