Loading...
Πορτραίτα στο νερόΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Φρίντριχ Ντύρενματ, ένας σαρδόνιος συγγραφέας

          

          

  «Το χιούμορ είναι το προσωπείο της σοφίας» Ντύρενματ

 

  

 Το χιούμορ, η ειρωνεία, η αποστασιοποίηση

 

Έτσι καθώς μας κοιτάζει μέσα από τα γυαλιά του από ταρταρούγα κι οι φακοί τους μεγαλώνουν κι άλλο τα, έτσι κι αλλιώς, μεγάλα μάτια του, θαρρώ πως συγκρατεί μια σκέψη πριν την ξεστομίσει ή ένα γέλιο πριν το αφήσει να του ξεφύγει. Γιατί τι θα σκεφτούν οι άνθρωποι αν τον ακούσουν να ξεκαρδίζεται στα γέλια; Αλλά κάτι τέτοιο έχει πολύ λίγες πιθανότητες να συμβεί. Πρώτα πρώτα γιατί ο μικρός Φρίντριχ μεγάλωσε μέσα σ’ ένα αυστηρά θρησκευτικό περιβάλλον. Ήταν γιός, ο πρώτος, ενός Προτεστάντη πάστορα και εκ των πραγμάτων εκεί μέσα κυριαρχούσε η προτεσταντική ηθική, το καθήκον, η έννοια της προσωπικής ευθύνης και μια επιπλέον ενοχή πέραν αυτής του προπατορικού αμαρτήματος, η ενοχή της ουδετερότητας, αφού η Ελβετία δεν έλαβε μέρος σε κανένα πόλεμο, δηλαδή δεν πλήρωσε φόρο αίματος και δεν υπέφερε ιδιαίτερα από τις κρίσεις που ταλαιπώρησαν την Ευρώπη. 

Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο δεν θα ξέσπαγε σε ακράτητα ή έστω συγκρατημένα γέλια ο, ήδη διάσημος συγγραφέας, είναι ότι οι χιουμορίστες δε γελούν τόσο εύκολα όσο αυτοί τους οποίους κάνουν να γελάνε, είναι μάλλον μελαγχολικοί άνθρωποι. Όσο για τους είρωνες, αυτοί είναι μάλλον αποστασιοποιημένοι από συναισθήματα χαράς ή θλίψης. Η απόσταση, λοιπόν, από τους ρόλους που επινοούσε την είχε διδαχθεί από το επικό θέατρο του Μπρεχτ και την πέρναγε με επιτυχία και στους θεατές των έργων του. Αυτό το μείγμα κωμικού και τραγικού έκανε τη συνταγή της αποστασιοποίησης επιτυχημένη.  Ήταν αυτό το μείγμα που ακολούθησαν πολλοί συγγραφείς στον 20ο αιώνα. Ο καθένας προσθέτοντας τη δική του προσωπική πινελιά, φτιάχνοντας το δικό του αναγνωρίσιμο ύφος. Ο Ιονέσκο το τράβηξε στα άκρα, ο Αντάμωφ στο παράλογο, ο Αραμπάλ σ’ έναν αναρχικό μηδενισμό.

 

 Η ουδέτερη χώρα κι η ενοχή

 

 

Πίσω από τα πτερύγια των γυαλιών του Φρίντριχ Ντύρενματ διακρίνει κανείς μερικές λευκές τρίχες ανίκανες να καλύψουν τ’ αυτιά του, ενώ το μέτωπο με τις ρυτίδες και το κάπως μυτερό αποψιλωμένο κεφάλι δεν αποκαλύπτουν αλλά σημαίνουν.

Στην Ελβετία αν και, κατά τα φαινόμενα. λειτουργεί ο διάλογος με τους πολίτες, τους φορείς, τις εργατικές ενώσεις, αν και πρόκειται για μια χώρα όπου οι αποφάσεις παίρνονται μετά από δημοψήφισμα- θεσμός παραχρησιμοποιημένος ώστε κοντεύει να χάσει την ουσία του- ωστόσο μοιάζει ανεδαφική χώρα με τη μεταφορική σημασία της λέξης κυρίως δηλαδή μια χώρα αστήρικτη εκτός της πραγματικότητας των άλλων χωρών. Μια χώρα που δεν έχει τα περισσότερα πράγματα που έχουν, με το παραπάνω, οι υπόλοιπες χώρες της νεωτερικότητας. Ο πληθυσμός είναι πολυπολιτισμικός, δεν υπάρχει ενιαία θρησκεία, γλώσσα, ιδεολογία η χώρα είναι απαλλαγμένη από τον εθνικισμό. Η οικονομία είναι ανεπτυγμένη – φυλάει και τα ξένα χρήματα. Μια χώρα, δηλαδή, προσανατολισμένη στο Κεφάλαιο το οποίο όπως πάντα, δεν νέμονται παρά μόνο λίγοι. Η φυσική ομορφιά είναι έξοχη, το ελβετικό τυρί έχει τρύπες, τα ρολόγια δουλεύουν πάντα με ακρίβεια, οι σοκολάτες είναι πολύ γλυκές. Όπως θα ‘λεγε ένας Ισπανός ή ένας Έλληνας ή ακόμα κι ένας Ιρλανδός η Ελβετία είναι μια χώρα βαρετή, όπου όλα λειτουργούν με ακρίβεια μια χώρα όπου ένας νότιος θα έπληττε μέχρι θανάτου.

 

  Βιογραφικά – βιβλιογραφικά

 

 

Ο γερμανόγλωσσος θεατρικός συγγραφέας πεζογράφος, αστυνομικός συγγραφέας, δοκιμιογράφος και ζωγράφος-σκιτσογράφος Φρίντριχ Ντύρενματ [1921-1990] έχει δηλώσει απερίφραστα πως προτιμά τα ελβετικά της Βέρνης μια ελβετογερμανική διάλεκτο-γλώσσα που αγαπούσε μετά πάθους ο κοσμοπολίτης Ελίας Κανέτι και την εκθειάζει στο δεύτερο τόμο της αυτοβιογραφίας του με τίτλο : « Ο Πυρσός στο αυτί».

 

Όσο για τον Ντύρενματ ομολογεί πως: «είναι μια γλώσσα, που σε πολλά σημεία υπερέχει των γερμανικών. Είναι η μητρική μου γλώσσα και την αγαπώ με τον ίδιο τρόπο που αγαπά κανείς τη μητέρα του. Ο γιός βλέπει τη μάνα με άλλα μάτια: συχνά μόνο εκείνος μπορεί να καταλάβει την ομορφιά της».

Είναι γεγονός πως η δημιουργική παραγωγή του Ντύρενματ  παρουσιάστηκε στη μεταπολεμική Γερμανία [μαζί με εκείνη του Μαξ Φρις, αυτοί οι δυο κυριάρχησαν τουλάχιστον για τρεις δεκαετίες στη λογοτεχνία και το θέατρο] μέσα σε μια άδεια σχεδόν από συγγραφείς και γεγονότα λογοτεχνική και θεατρική σκηνή. Θαρρείς και οι καθημαγμένοι, οι ψυχολογικά τραυματισμένοι δεν είχαν το κουράγιο το σθένος και τη δημιουργική ορμή που δεν έλειψε από τους ομότεχνούς τους αμέσως μόλις τελείωσε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Σ’ αυτό το σκηνικό ήταν μοιραίο να κυριαρχήσουν δυο γερμανόφωνοι Ελβετοί που δεν είχαν υποστεί τίποτα λόγω της ουδετερότητας της χώρας τους, η οποία την είχε γλιτώσει για μια ακόμη φορά ενώ ο πόλεμος μαινόταν γύρω τους. «Η δειλία μας έσωσε», λέει ο Ντύρενματ, «γιατί νιώθαμε δικαιολογημένα ότι απειλούμαστε». «Η προδοσία είναι σχεδόν νόμιμη», σχολιάζει η κριτικός της εφημερίδας Neue Zuercher Zeitung, Μπέατρις φον Ματ που παραθέτει το απόσπασμα στο δοκίμιό της « Μισός αιώνας γερμανόγλωσσης  λογοτεχνίας στην Ελβετία».

«Γιορτάζουμε εκ των υστέρων τον ηρωισμό μας και ξεχνάμε τα θύματά μας, τους Εβραίους, τους οποίους διώξαμε από τα σύνορά μας, με την πρόφαση ότι δεν ήταν πολιτικοί πρόσφυγες. Εκτελέστηκαν έξω από τα σύνορά μας. Τα καθαρά  χέρια μας είναι η αισχύνη μας. Ωστόσο, τότε, μια επαίσχυντη εποχή μας εξανάγκασε σε μια επαίσχυντη αθωότητα».

 Έτσι το Άουσβιτς έμεινε έξω από τα σύνορα της Ελβετίας. Αλλά κάποτε οι λαοί έρχονται αντιμέτωποι με την ιστορία τους. Κι αυτή η ώρα ήρθε για τους Ελβετούς στις αρχές της δεκαετίας του 1990, όταν δηλαδή ο Ντύρενματ πέθαινε. Ήταν πια αργά γι αυτόν να δει κατάματα την ενοχή των Ελβετών απέναντι στους Εβραίους, αφού το Άουσβιτς ήταν μέσα στη χώρα- όπως και σε κάθε χώρα που συναίνεσε στην εξόντωση, με γραφειοκρατικό τρόπο, εκατομμυρίων ανθρώπων από ανθρώπους της διπλανής πόρτας. Το Άουσβιτς θα βρίσκεται πάντα εκεί για να υπενθυμίζει την ενοχή των επιζώντων που δεν έκαναν τίποτα άλλο παρά να «νίψουν τας χείρας τους».

Τι απέμενε τώρα παρά η στροφή προς την περιοχή, δηλαδή ένα φανταστικό τόπο, κατάλληλο για να λάβει χώρα σ’ αυτόν ένα πεζό ή ένα θεατρικό.

Οι τόποι αυτοί είναι χαρακτηριστικοί, μοναδικοί, καθότι φανταστικοί στο έργο του Ντύρενατ: ένα μικρό χωριό, φτωχό  ασήμαντο, εξαθλιωμένο, «ετοιμοθάνατο»
στην «Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» [1955] ένα φρενοκομείο στο έργο οι ”Φυσικοί” (1962) όπου η δύναμη, το χρήμα, η επιστήμη έρχονται σε αντιπαράθεση μ’ αυτόν ακριβώς που τα δημιούργησε όλα αυτά, τον άνθρωπο. Ο μεγαλύτερος φυσικός του κόσμου έχει στα χέρια του μία μεγάλη ανακάλυψη την οποία θέλουν να του κλέψουν τρεις συνάδελφοί του, που καταφεύγουν στο φρενοκομείο υποδυόμενοι τους τρελούς όπως και αυτός. Καιροφυλακτεί όμως η διευθύντρια -ψυχίατρος του φρενοκομείου, που θα αποδειχθεί πραγματικά τρελή που  εποφθαλμιά τη μεγάλη ανακάλυψη. «Η επιστήμη μας έκανε θεούς πριν γίνουμε άνθρωποι». Η ευθύνη που πρέπει να έχει κάθε επιστήμη απέναντι στον άνθρωπο και την ηθική του έχει ξεφύγει από τα όρια εντός των οποίων θα έπρεπε να βρίσκεται. Και ο Ντύρενματ με το έργο αυτό γελοιογραφεί την ανθρωπότητα μήπως και την κάνει να ξυπνήσει από την σύγχυση στην οποία έχει οδηγηθεί βαδίζοντας προς το χαμό της.

Η καταστροφή που έχει επέλθει από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο είναι ανυπολόγιστη, τα τραύματα δεν έχουν επουλωθεί ούτε τα ερείπια  έχουν ανασυγκροτηθεί. Το μόνο που καταλαμβάνει κυρίαρχη θέση είναι το ”οικονομικό θαύμα” που συντελέστηκε. Το τραύμα θα πρέπει οι συγγραφείς με τα έργα τους να επουλώσουν, γιατί κανείς ύστερα από αυτή την μακρά ιστορία της καταστροφής δεν έχει την αντοχή να ακούσει οτιδήποτε για ενοχές και υπαιτιότητες.

Γράφοντας λοιπόν έργα που αγγίζουν τα όρια της τραγικής φάρσας, της σάτιρας και του μαύρου χιούμορ, έργα που φτάνουν ή ξεπερνούν τα όρια του γκροτέσκου, ο Ντύρενματ προσπαθεί να καταδείξει πώς πρέπει να βαδίσει ο κόσμος νικητής και ηττημένος για να μπορέσει να πάει παραπέρα. Ξέρουμε βέβαια ότι δεν έγινε τίποτα προς την σωστή κατεύθυνση και απλώς τον θερμό πόλεμο αντικατέστησε ο ψυχρός και ο τρόμος των εξοπλισμών και της ατομικής βόμβας που ο ένας από τους δύο πρώην συμμάχους και νυν αντιπάλους απειλούσε να εκτοξεύσει εναντίον του άλλου.

 Σ΄ αυτό το ζοφερό μεταπολεμικό σκηνικό με τα θέατρα κατεστραμμένα, με τους σπουδαίους συγγραφείς του προπολεμικού παρελθόντος να έχουν πεθάνει, να έχουν αυτοκτονήσει ή να μην θέλουν να γυρίσουν από την εξορία στην ερειπωμένη χώρα τους καθώς και το επαναστατικό πνεύμα που έχει υποχωρήσει εντελώς μπροστά στην οικονομική ανόρθωση, μόνο επειδή ”ουκ επ’ άρτω ζήσεται άνθρωπος” γράφονται έργα.

 

  Τα θεατρικά έργα

 

Το πρώτο ιστορικό δράμα δηλαδή μια ”ανιστόρητη ιστορική κωμωδία” με τίτλο ”Ρωμύλος ο Μέγας” (1949) που έχει ήρωα τον τελευταίο αυτοκράτορα της Ρώμης, επομένως τόπο και χρόνο με ιστορική αληθοφάνεια που σατιρίζει ανηλεώς αυτήν ακριβώς την κατάσταση που βρίσκεται ειδικά η ηττημένη χώρα, αποτυγχάνει στο ανέβασμά της στο Βερολίνο, γιατί κανείς δεν θέλει να αντικρίσει αυτό το ‘συλλογικό’ πρόσωπο.

Στο  ”Ο γάμος του κυρίου Μισσισσιπή” (1952), λαβαίνει χώρα ένας χορός, μακάβριος, ακραία γκροτέσκος. Σ’ αυτόν τέσσερις άντρες, ένας εισαγγελέας, ένας κομμουνιστής, ένας αρχομανής πολιτικός και ένας ρομαντικός κόμης αγωνίζονται να κερδίσουν την καρδιά μιας γυναίκας. Αντί γι’ αυτό όλοι εκτός του κόμη, που επιζεί μονολογώντας στον ονειρικό κόσμο που έχει φτιάξει ο ίδιος, πεθαίνουν ή σκοτώνονται βίαια. Άλλη μία αλληγορία, μια παραβολή για τη Γερμανία.

Στην «Επίσκεψη της Γηραιάς Κυρίας» η Κλαίρη Τσαχανασιάν, μια  πάμπλουτη γριά με αφόρητο χαρακτήρα που δε μπορεί να συνεννοηθεί με κανέναν ούτε κανένας  μαζί της, καταφθάνει στον γενέθλιο τόπο της, αυτή την «ετοιμοθάνατη πόλη», και προσφέρει ένα τερατώδες χρηματικό ποσό υπό τον όρο να σκοτώσουν οι συμπατριώτες της τον άνθρωπο που την είχε αφήσει έγκυο όταν ήταν νεαρή κοπέλα και την εγκατέλειψε μ’ ένα παιδί και αυτοί την εξόρισαν φορτώνοντάς της την ενοχή της πόρνης. Ο ρόλος είναι παρμένος από την «Πόρνη των πορνών», την «Πόρνη της Βαβυλώνας» την οποία ο Ιωάννης αναφέρει στην Αποκάλυψη. Οι προτεστάντες ταύτιζαν αυτή την μυθική προσωπικότητα με τον ρωμαιοκαθολικισμό που εξαιτίας των λαθών του έκαναν την μεταρρύθμισή τους η οποία κατέληξε σ’ αυτό που ο Μαξ Βέμπερ ονόμασε: «Η προτεσταντική ηθική του Καπιταλισμού». Η Πόρνη της Βαβυλώνας απεικονίστηκε σε ξυλογραφίες του Ντύρερ και σε πίνακες διάσημων Ελβετών ζωγράφων με μπόλικο μαύρο χιούμορ. Ο Ντύρενματ θέλει τη Γηραιά Κυρία του, εξωπραγματική, αντιανθρώπινη, μια κοκκινομάλλα εκκεντρική κοσμοπολίτισσα φορτωμένη με όσα χρυσαφικά και μαργαριτάρια διέθετε. Η γριά αυτή έχει στην κατοχή της μία τράπεζα στην οποία επιτρέπεται να γίνονται μόνο καταθέσεις, κανείς δεν έχει δικαίωμα να κάνει ανάληψη. Έτσι τα χρήματα των καταθετών μεγαλώνουν σε απίστευτο βαθμό της περιουσία της τράπεζας και συνακόλουθα της γριάς. Οι πειναλέοι συμπατριώτες της, την αντιμετωπίζουν με δέος γιατί καταλαβαίνουν ότι δεν ήρθε να τους προσφέρει βοήθεια αλλά να τιμωρήσει όχι μόνο τον πρώην εραστή της που την παρέσυρε αλλά όλους. Παρότι ο συγγραφέας αρνείται ότι το έργο έχει την παραμικρή συμβολική σημασία, ωστόσο δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μιλάει για το «οικονομικό θαύμα» της Δυτικής Γερμανίας καθώς και για το τίμημα που έπρεπε να πληρώσουν οι ένοχοι πολίτες για να αποκτήσουν την ευμάρεια που νόμιζαν πως τους άξιζε και τους προσφερόταν απλόχερα από μία ”Τράπεζα” στην οποία θα έπρεπε κάποια στιγμή να ξεπληρώσουν το χρέος τους. Περιττό να προσθέσουμε ότι όπως έγινε στην πραγματικότητα έτσι και στο έργο οι πολίτες σκότωσαν τον εραστή της Γηραιάς Κυρίας που την εξαπάτησε. Η σαρκαστική γραφή του έργου φτάνει στο απόγειό της, αυτή την πικρή φάρσα που στην ουσία αντιγράφει με παράλογο τρόπο την πραγματικότητα. Έχουν εκφραστεί πολλές επιφυλάξεις για το γεγονός ότι το έργο δεν έχει καμιά δραματική σύγκρουση αφού κανείς από τους πολίτες δεν αντιστέκεται στην απόφαση για το φονικό. Επίσης έχει θεωρηθεί ότι από την αρχή η πορεία του έργου μοιάζει δεδομένη και αναμενόμενη, αλλά όπως λέει ο Ντύρενματ, ”όταν ξεκινάς ένα έργο πρέπει να ξέρεις πώς θα το τελειώσεις”. Οι αντιρρησίες ξεχνούν ότι δεν πρόκειται για ρεαλιστικό ή, πολύ περισσότερο, νατουραλιστικο έργο αλλά για μια γκροτέσκα φάρσα. Αυτό δικαιολογεί την διαπραγμάτευση του θέματος με τον τρόπο του Ντύρενματ και όχι των επικριτών τιυ. Άλλωστε μία σύγκρουση, αυτή ανάμεσα στην αδίστακτα εκδικητική γριά και τους πρώην συμπολίτες της φτάνει.

Ο ίδιος ο συγγραφέας πιστεύει πως δεν χρειάζεται να εξηγήσει το έργο του προκειμένου να το υπερασπιστεί κι αυτό και τις λύσεις που προτιμά να δώσει. Σ’ ένα εκτενές κι εμπεριστατωμένο δοκίμιο για το θέατρο υποστηρίζει πως ο καιρός της τραγωδίας έχει παρέλθει. Σ’ ένα κόσμο κατακερματισμένο δεν έχει θέση ούτε η Τάξη ούτε η Νέμεση ούτε η Αρμονία, παρά μόνο η Ύβρις κι οι Ερινύες που κι αυτές οι τελευταίες έχουν παραμεριστεί για να μη θιγούν τα κακώς κείμενα. Ο συγγραφέας γράφει, λοιπόν, μαύρη κωμωδία, σάτιρα, τραγική φάρσα όντας απαισιόδοξος για το μέλλον. Ο Σοπενχάουερ κι ο Κίρκεγκορ αλλά κι η θεολογική του παιδεία καθώς κι ο γερμανικός εξπρεσιονισμός κι η Νέα Αντικειμενικότητα, αλλά και η φρίκη του Ολοκαυτώματος δεν αφήνουν πολλά περιθώρια.

Ο Ντίρενματ είναι βέβαια ένας μοραλίστας που θέλει να καταδείξει υπαινικτικά, όχι να καταγγείλει, να προκαλέσει ένα κόψιμο μια αμυχή που θα οδηγήσει ίσως το θεατή να συλλογιστεί πάνω στην «Ανθρώπινη. Κατάσταση».

 

   Η ζωγραφική

 

 

Όσο για τη ζωγραφική, από την οποία ξεκίνησε, λέει: «Ζωγραφίζω όπως ένα παιδί αλλά δε σκέφτομαι όπως ένα παιδί. Ζωγραφίζω για τον ίδιο λόγο για τον οποίο γράφω, γιατί σκέφτομαι». Αν και αποποιείται την ιδιότητα του ζωγράφου, η ικανότητά του αυτή τον βοηθά στην επινόηση των προσώπων του. Πρώτα τα σκιτσάρει κι ύστερα τους προσθέτει τα χαρακτηριστικά τους. Οδηγοί του στην τέχνη αυτή: ο Ιερώνυμος Μπος, ο Ζωρζ Ρουώ, ο Έρνστ Μπάρλαχ, ο Όσκαρ Κοκόσκα.

Oel, 60 x 72cm
Jahr 1966

 

Η παράλογη ελπίδα

 

 

Για το θέατρο έχει μια απλή θεωρία. Αν δύο φίλοι κάθονται κα πίνουν τον καφέ τους τότε έχουμε μια καθημερινή σκηνή. Αν όμως ένα από τα δυο φλιτζάνια περιέχει δηλητήριο τότε έχουμε θέατρο. Αυτό αυτόματα μας μεταφέρει στα πεζογραφήματά του. Όλα περιέχουν αστυνομικό μυστήριο, πλοκή και σασπένς. Αν και αρκετά από τα πεζά του έχουν και φιλοσοφικό στοχασμό, ο Ντύρενματ πιστεύει στη διασκέδαση του κοινού στην απόλαυση, όχι απαραίτητα μόνο στην ψυχαγωγία.

«Το Παράλογο», λέει «είναι η σκληρή και ποιητική στιγμή της πραγματικότητας του καθενός μας». Πάνω σ’ αυτήν θεμελιώνει την ελπίδα του:  «Ελπίζω ενάντια σε κάθε ελπίδα και κάθε λογική… Το θέατρό μου είναι το θέατρο της παράλογης ελπίδας, της αδικαιολόγητης ελπίδας, της ανίκητης ελπίδας…».

 

 

ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:

-Μάριου Πλωρίτη, Φρίντριχ Ντύρενματ[σελ.145-158], στο: Πρόσωπα Νεωτέρου Δράματος, εκδόσεις Γαλαξίας-Ερμείας, τέταρτη έκδοση, 1978.
-Γιάννης Βαρβέρης, Φρήντριχ Ντύρρενματ: περιήγηση στο φαρσικό παράδοξο των καιρών μας [σελ. 30-34] στο περ. Διαβάζω, τχ. 70, 1/6/83, αφιέρωμα στο Γερμανόφωνο μεταπολεμικό θέατρο.
– Μπέατρις φον Ματ, Το πανόραμα ενός ανήσυχου τοπίου, Μισός αιώνας γερμανόγλωσσης λογτεχνίας στην Ελβετία, μτφρ.  Πελαγία Τσινάρη στις σελ. 627-659 του περ. Νέα Εστία, τχ.1733, 4/2001, αφιέρωμα στη σύγχρονη γερμανόφωνη λογοτεχνία.
Friedrich Duerrenmatt, Ερεθίσματα, μτφρ. Βασίλης Πατέρας, εκδόσεις Ροές, micromega, 2017.
Friedrich Duerrenmatt, Οι Φυσικοί, εισαγωγή-μετάφραση=επίμετρο: Μάρθα Κουτσιούμπα- Παιονίδη, εκδόσεις Ροές, 2017.
-Φρίντριχ Ντύρρενματτ, η Επίσκεψη της Γηραιάς Κυρίας, πρόγραμμα της παράστασης του έργου από τη Θεατρική Εταιρεία Πράξη, θέατρο οδού Κεφαλληνίας, 2008-2009.
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.