Loading...
ΕικαστικάΠορτραίτα στο λάδιΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Κώστας Ξ. Γιαννόπουλος: Wols, ένας καταραμένος φλανέρ Β’ μέρος

«Κάθε φορά που τραβούσε μια πινελιά, διακινδύνευε ολόκληρη την ύπαρξή του»                                                                                                                                                                                                Grety Wols

  

 Φωτογραφίζει αδιαλείπτως

 

 

Με την επιστροφή από την Ισπανία ο Wols ανακαλύπτει, μαζί με τις υπέρυθρες ακτίνες, ένα άλλο Παρίσι στις όχθες του Σηκουάνα όπου συμφύρονται μπροστά σε ρημαγμένους τοίχους, φαγωμένα σκαλοπάτια μοναχικούς ψαράδες, κλοσάρ που σιτίζονται απ’ το Στρατό Σωτηρίας και κοιμούνται με προσκέφαλο ένα μισοάδειο τσουβάλι, τα αδρανή ρεύματα, τους μικροκαυγάδες που καταλήγουν σε συγγνώμες ή μαχαιριές, τα ποταμόπλοια, τα ρυμουλκά, τα κλειστά καφενεία που η πελατεία τους δεν έχει πού να πάει, τις άδειες καρέκλες, τους μοναχικούς περιπατητές, τα ζευγαράκια που ψάχνουν το κοίλωμα ενός βράχου που έσκαψε το κύμα για να φιληθούν. Η γραφικότητα απουσιάζει, η ηθογραφία κι η γλαφυρότητα το ίδιο. Ίσως κάποιος υπόρρητος κυνισμός να μην απουσιάζει. Φαίνεται πάντως πως από τα πρόσωπα των πορτραίτων του δεν αποστασιοποιείται δεν τα κριτικάρει. Ποιος ο λόγος; Πάντα αυτός έπλεκε το ύφασμα να πιάσει τις νερόψειρες και τώρα ο ίδιος, πιο έμπειρος, καθόλου προστατευμένος, ψάχνει την κίνηση της «αποφασιστικής στιγμής». Περιμένει να του φανερωθεί το στιγμιότυπο, σαν να ψαρεύει στα θολά νερά του ποταμού μη ελπίζοντας τίποτα να τσιμπήσει, ωστόσο η επιμονή του που καραδοκεί τη στιγμή με την έντασή της ή τη ηρεμία της τον διαψεύδει.  Στενεύει το διάφραγμα πατάει το κλείστρο,  κι η εικόνα φυλακίζεται μέσα στη μηχανή του μέχρι να την εμφανίσει και την κρεμάσει στα μανταλάκια στο σκοτεινό θάλαμο. Η επεξεργασία των φωτογραφιών είναι λεπτοδουλεμένη κι ας μη φαίνεται.

    Κατασχέσεις, εκφοβισμοί, καταδόσεις

 

 Η δεύτερη επίσκεψη στη Βαρκελώνη σημαδεύεται από μεγάλη ατυχία. Καταδόσεις, καταγγελίες για ναρκωτικά και κατασκοπεία φθάνουν στο γερμανικό προξενείο. Κατάσχουν ένα αυτοκίνητο που τον διευκόλυνε στις μετακινήσεις του για τη δουλειά του και το μοσχοπουλάνε. Οι Ισπανοί τον εκφοβίζουν, απειλούν να τον στείλουν με το ζόρι πίσω στη Γερμανία. Δουλειές γι αλλοδαπούς που μάλιστα δεν κρύβουν τα αντναζιστικά τους αισθήματα, όπως αυτός, δεν υπάρχουν πλέον .

Τη νύχτα των Χριστουγέννων του 1937 τον περνούν με τη βία στα γαλλικά σύνορα, οι φρουροί τον πυροβολούν , ενώ πέφτει πυκνό χιόνι κι αυτός βουλιάζει στους βάλτους. Ό,τι είχε ζωγραφίσει μένει πίσω στη Βαρκελώνη και χάνεται οριστικά. Πριν προλάβει καλά καλά ν’ ανέβει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του στο Παρίσι η θυρωρός που έχει ήδη επαναλάβει τις υποψίες της στην Αστυνομία τον συλλαμβάνει, τον ανακρίνει, τον χαρακτηρίζει persona non grata και ετοιμάζεται να τον απελάσει- με συνοπτικές διαδικασίες και αβάσιμα στοιχεία- βάσει του χοντρού φακέλου που τους έχει διαβιβάσει η Ισπανική χωροφυλακή. Επεμβαίνει ο Υπουργός των αποικιών και σώζει προσωρινά την κατάσταση. Ο Wols πρέπει να δίνει κάθε τόσο το παρών στην Αστυνομία.

    Η ανάθεση

 

Η ζωή του ως εξόριστου χωρίς επίσημα έγγραφα  και θεωρημένη ταυτότητα γίνεται όλο και πιο αβέβαιη. Ωστόσο λίγο πριν το Μάη του 1937 του αναθέτουν τη φωτογράφιση του Περιπτέρου μόδας που εντάσσεται στο πλαίσιο της Διεθνούς  Έκθεσης του Παρισιού. Συνεργάζεται με το νεαρό γιο του Πικάσο τον Πάολο. Δουλεύουν τις νύχτες για να προλάβουν κι ο Wols διορίζεται διευθυντής του Περιπτέρου Μόδας. Αυτή η επιτυχία τον φορτώνει, για πρώτη φορά, με πάρα πολλές παραγγελίες. Τώρα το βλέμμα του ως φωτογράφου στο Παρίσι αλλάζει σημαντικά. Στρέφεται προς το Παρίσι που βρίσκεται στη σκιά,  τη σκυθρωπή, την παρακμιακή όψη της πόλης.

 Την εποχή αυτή γνωρίζεται με τον Αντρέ Ζιντ και τον φίλο του σκηνοθέτη Μαρκ Αλλεγκρέ. Ενδιαφέρεται για την κινέζικη φιλοσοφία, ενώ διαβάζει άπληστα ολόκληρο τον Έντγκαρ Άλαν Πόε καθώς και τον Λωτρεαμόν και τον Φώκνερ. Θαυμάζει τον Τσάπλιν, τον Αϊνστάιν (που του μοιάζει τόσο πολύ ώστε τον περνούσαν για το γιο του), τον Γκάντι. Παίζει με τις ώρες στο μπάντζο του Μπαχ ερμηνεύοντάς τον σε ρυθμό τζαζ.

 

  Ο πόλεμος, ο εγκλεισμός

                                                         

Το 1938 είναι πια 25 χρονών και μετακομίζει μαζί με την Grety στον αριθμό 59 της οδού Froidevaux κοντά στο νεκροταφείο του Μονπαρνάς. Ο Wols ζωγραφίζει ακουαρέλες και φωτογραφίζει κυρίως πρόσωπα τους: Μαξ Έρνστ, Ζακ Πρεβέρ, Ραφαέλ Αλμπέρτι, πολλούς ηθοποιούς του θεάτρου «Γκαστόν Μπατί» και τον τραγουδιστή Μουλουτζί.

Στο μεταξύ ξεσπά ο πόλεμος και αρχίζει για τον Wols μια μακρά περίοδος δοκιμασιών, ταλαιπωριών και αναγκαστικών περιπλανήσεων.

Στις 7 Σεπτεμβρίου 1939, ημέρα Πέμπτη, οι άρρενες εμιγκρέδες που βρίσκονται σε γαλλικό έδαφος ηλικίας από 15 μέχρι 50 ετών διατάχθηκαν να παρουσιαστούν σε διάφορα κέντρα συγκεντρώσεως. Έτσι ο Wols βρίσκεται ξαφνικά στις κερκίδες του Ρολάν Γκαρός (ένα απ’ τα παρισινά κέντρα συγκεντρώσεως). Εκεί θα ζήσει μια βδομάδα και θα συναντήσει τον Μαξ Έρνστ.  Είναι κλεισμένος μαζί με εκατοντάδες άλλους σε βαγόνια που προορίζονται για μεταφορά ζώων και θα μεταφέρεται από το ένα στρατόπεδο στο άλλο, διασχίζοντας, στην κυριολεξία, ολόκληρη τη Γαλλία. Από το Παρίσι στο Vierzon και το Μontagris στην περιοχή της Ορλεάνης. Από το στρατόπεδο Les Mille – στην Aix- en – Provence – στο στρατόπεδο Saint – Nikolas κοντά στην Nimes. Στα στρατόπεδα αυτά ο Wols απέκτησε τη συνήθεια να πίνει. H συνήθεια αυτή τον κυρίευσε ξαφνικά και απόλυτα και έγινε το πιο σφοδρό του πάθος μέχρι το τέλος της ζωής του. Την ίδια εποχή αποφασίζει να αφιερωθεί ολοκληρωτικά στην ζωγραφική φιλοτεχνώντας τις μικρές του ακουαρέλες, πολλές φορές σε χαρτάκια που έχουν το μέγεθος της παλάμης του, καθώς και σχέδια που φτιάχνει μανιωδώς τις ατέλειωτες άυπνες νύχτες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης όπου έμεινε κλεισμένος τους πρώτους δεκατέσσερις  μήνες του Πολέμου.

Διηγόμαστε τις μικρές γήινες ιστορίες μας σε μικρά κομματάκια χαρτί. Η έκταση της παλάμης είναι ιερή. Πρέπει να περιορίσουμε ακόμα περισσότερο το διάστημα ...” γράφει σε ‘κείνα τα χαρτάκια που φυλάει μαζί με όλα τ’ άλλα πολύτιμα πράγματά του στο δισάκι του, το οποίο έχει πια βαρύνει.

«Αυτό που κάνουμε, το κάνουμε γιατί δε γίνεται να μην το κάνουμε».

Ένας συγκρατούμενός του τον περιγράφει ακριβώς όπως τον είδε:

«Κάθε πρωί εμφανιζόταν στο προσκλητήριο – αν είχε ξυπνήσει στην ώρα του – ένας νέος άντρας καμιά εικοσαριά χρονών, μετρίου αναστήματος, με φαρδείς ώμους. Το ωχρό πρόσωπό του με την πολύ μικρή μύτη ήταν πλαισιωμένο με μια ξανθοκόκκινη αχτένιστη γενειάδα, δεν είχε σχεδόν καθόλου δόντια. Μισόκλεινε τα μάτια του, αιωνίως ερεθισμένα, κατακόκκινα από το πολύ πιοτό και τον καπνό, το πρόσωπό του είχε μια έκφραση δυστυχίας, άλλαζε όμως όψη και έκανε κωμικούς μορφασμούς όταν χαμογελούσε. Φορούσε ένα μπαμπακερό παντελόνι όλο λεκέδες και ένα βελούδινο καφετί σακάκι, στο κεφάλι ένα μικρό μαύρο καπέλο μ’ έναν αριθμό ιματιοθήκης – αντί για τριαντάφυλλο – στην κορδέλα του. Οι Γάλλοι φύλακες αδιαφορούσαν για τη στολή του. Ονομαζόταν Βόλφγκανγκ Σούλτσ[ε] και ήταν γιος ενός δημοσίου υπαλλήλου της Σαξονίας. Δεν ήθελε να καταταγεί στην χιτλερική νεολαία, το έσκασε από το σπίτι του και μπήκε παράνομα στη Γαλλία. Επειδή ο Σούλτσ[ε] δεν είχε ταυτότητα, τον απέλασαν από το Παρίσι, άλλαξε συνοικία, τον ξαναδιώξανε, όμως αυτός δεν το κούνησε απ’ το Παρίσι, ώσπου τελικά τον έκλεισαν στο στρατόπεδο. Εδώ ένιωθε σαν στο σπίτι του. Δεν είχε ανάγκη από άδεια παραμονής. Για πρώτη φορά η παραμονή του στη Γαλλία ήταν νόμιμη! Αυτή η κατάσταση νομιμότητας που προηγουμένως ήταν ανέφικτη καθώς και το αλκοόλ που κατεβάζαμε με τις κανάτες στο στρατόπεδο, τον έκανε να λέει συχνά: ”Εδώ είμαστε μια χαρά, εδώ θα μ’ άρεσε να μείνω!. Παρακάλεσε την Grety να του στείλει ένα κουτί νερομπογιές και άρχισε να φτιάχνει ακουαρέλες. Μας φαινόντουσαν παιδαριώδεις και του είχαμε απαγορεύσει να μας τις δείχνει».

Τον ελευθερώνουν στις 30 Νοεμβρίου 1940 επειδή παντρεύεται την Γκρετύ που είναι γαλλίδα υπήκοος.  Την ίδια εποχή η Αμερικανίδα Πέγκυ Γκουγκενχάιμ παντρεύεται τον Μαξ Έρνστ και φεύγουν για τις ΗΠΑ. Το ίδιο επιθυμούν κι ο Wols με την Grety κι όταν όλα είναι έτοιμα και κι ετοιμάζονται για το ταξίδι η Αμερική μπαίνει στον πόλεμο κι όλα ματαιώνονται. Όλο αυτό το διάστημα έμεναν σ’ ένα ψαροχώρι πολύ κοντά στη Μασσαλία.

Ελεύθερος με γυναίκα κι επίσημα χαρτιά

 

  Ο Wols ήταν ευχαριστημένος που είχε πλέον επίσημα νόμιμα έγγραφα. Η αβεβαιότητα   που τον ταλάνιζε τόσα χρόνια ξεχάστηκε. Ζωγράφιζε αδιάκοπα  οπουδήποτε βρισκόταν   κι έλεγε πως αυτό που θα ζωγράφιζε ‘’στοιβαζόταν κάτω από το δεξί του βλέφαρο’’.

Ζωγραφίζει τους αιχμάλωτους της γης, εργάτες, ριζωμένους στη γη με βαθιές ρίζες, που δεν ξεριζώνονται, αλυσοδεμένους ανθρώπους κλεισμένους σε κύκλους, όντα ανθρωπόμορφα, φαλλικά πληγές- μήτρες, φιδόχορτα, μανδραγόρες.

Καθένας στη θέση του εκείνη τη θανάσιμη εποχή θα είχε αναστατωθεί, θα είχε έστω ανησυχήσει μ’ αυτή την ατυχία της ματαίωσης του ταξιδιού. Ο Wols όμως είχε την τέχνη του και την αδιαφορία του για όσα ενδιαφέρουν άλλους. Έπειτα η γυναίκα του εξασφάλισε πως τα σχέδια, οι γκουάς κι οι ζωγραφιές του που είχε εμπιστευτεί σε κάποιον που πήγαινε στις ΗΠΑ θα εκτίθονταν σε κάποια γκαλερί – πράγμα που έγινε. Εκείνος περνούσε μια φάση απομάκρυνσης. Κατεχόταν από μια ‘’δημιουργική αδιαφορία’’. Φωτογράφιζε τα πόδια του. Είχε στραφεί στον εαυτό του. Είχε στα σκαριά κι ένα πρότζεκ το «Τσίρκο Wols», φιλόδοξο κι ίσως μεγαλεπήβολο που έμεινε όμως στα σκαριά όπως όλα του ουτοπικά πράγματα. Δεν ήταν όμως απ’ αυτούς που τα παρατάνε. Εξάλλου ήταν πολύ νέος ακόμα.

«Γλιστράει στα κατάβαθα του εαυτού του όπως ο βουτηχτής και το χέρι του σχεδιάζει όλα αυτά που βλέπει. Ιστούς αράχνης, σπαθόχορτα, δάση από φύκια, τέρατα, μαλάκια, πολιτείες-βουνά, καράβια-σπίτια, νησιά, χασάπικα-κοσμηματοπωλεία, σκισμάδες… Η αγάπη, η ευγνωμοσύνη και το μίσος του στροβιλίζονται και σχεδιάζουν. Ομορφιά και ασχήμια εξαφανίζονται».

Λίγα χρόνια πριν πεθάνει, δείχνοντας μια σχισμάδα σ ένα πεζοδρόμιο του Παρισιού είπε: «Αυτή η ρωγμή είναι ένα σχέδιο μου. Αυτή η σχισμάδα είναι κάτι ζωντανό. Θα μεγαλώνει, θα μεταμορφώνεται όπως ένα λουλούδι. Την έχει κάνει κάποια δύναμη που κανείς μας δεν την καταλαβαίνει πραγματικά, η απίστευτη δύναμη της Φύσης. Αυτή η σκισμάδα είναι πολύ ωραία γιατί τη δημιούργησε που μπορει να είναι πραγματική. Μια  δύναμη πάνω από σς κι από μένα, μια δύναμη που κρατάει στη θέση τους τον ήλιο και τ’ άστρα. Ο άνθρωπος δε δυσκολεύεται να ανατινάξει με μια βόμβα τη γη, μα είναι ανίκανος να την κάνει να κινείται να αποσπάται ή να οαίρνει καινούργιες μορφές όπως η Φύση. Για μένα είναι πιο σημαντική κι από το Λευκό Όρος». Μια άλλη φορά που τον προκάλεσαν να μιλήσει για τη ζωγραφική, άρπαξε ένα κούτσουρο και το πέταξε στη φωτιά και αναφώνησε: «Να ένας πίνακάς μου!»

 

«Το σύμπαν φανερώνεται

μέσα από ατέλειωτους κύκλους

όλα τα στοιχεία κινούνται κυκλικά

για να πεισθείς κοίταξε το νερό

 

ο κόσμος υπάρχει μέσα από ρυθμούς».

 

 

Ξαναγυρίζει στη φωτογραφία, εξασφαλίζουν κατόπιν ενεργειών της γυναίκας του ένα επίδομα που μπαλώνει λίγο την άθλια οικονομική κατάστασή του χωρίς να τη διορθώνει.

Τον Νοέμβρη του 1941 οι Γερμανοί περικυκλώνουν τη Μεσημβρινή Γαλλία που την είχαν αφήσει στα χέρια της κυβέρνησης του Βισύ. Τους πλησιάζουν γι αυτό πάλι πρέπει να μετακινηθούν. Ο Wols κουβαλάει μια βαλίτσα με πέτρες. «Τα βράχια μπορούν να μας μάθουν, ας έχουν κι αυτά κάτι το πρόσκαιρο, πόσο εφήμεροι είμαστε εμείς οι ίδιοι».

Εγκαθίστανται για τρία χρόνια στο Ντιολεφίτ, ένα χωριουδάκι πάνω από Μοντελιμάρ. Εκεί γνωρίζει έναν άλλο εμιγκρέ το συγγραφέα Ανρί-Πιέρ Ροσέ, λάτρη της ζωγραφικής και της μουσικής και γίνονται φίλοι. Ο Ροσέ εγκαταλείπει λαμπρές σπουδές και σχέδια για να γίνει διπλωμάτης για να γίνει «επαγγελματίας περίεργος». Περιπλανιέται στην Ευρώπη αλλά φθάνει να γίνει σύμβουλος Ινδού μαχαραγιά. Ήταν απ’ τους πρώτους που ανακάλυψαν τον Μαρσέλ Ντυσάν.

Ο Wols του έμαθε τον Φώκνερ, τον Σαρτρ, τον Αρτώ, τον Λωτρεαμόν. Του δάνεισε δύσκολα βιβλία.

Διατεινόταν πως οι Λευκοί είχαν καταστρέψει τον πάναγνο πολιτισμό των νέγρων.

Σε μια φωτογραφία του που τον δείχνει καθισμένο στο κατώφλι του σπιτιού του είχε γράψει «άπατρις» κι είχε σχεδιάσει ένα ερωτηματικό στο κούτελό του. «Δεν ξέρω τι κάνω, είμαι μια αμοιβάδα.Το μόνο που ξέρω πως πάω για ύπνο κάθε μέρα στις πέντε το πρωί. Αγαπώ τον Λούις Άρμστρονγκ, την κινέζικη φιλοσοφία και το τσίρκο».

Ο Ροσέ έπεισε έναν σπουδαίο άνθρωπο της τέχνης να δει τα έργα του Wols. Εκείνος ενθουσιάστηκε από το πολύ προσωπικό του ύφος και εξέθεσε τα έργα σε γκαλερί της πλατείας Βαντόμ, με μεγάλη επιτυχία. Ωστόσο ο Wols είχε αμφιβολία αν έπρεπε να τους δείξει στον κόσμο κι έλεγε πως ο κίτρινος σκύλος του του είπε πως τα έργα του είναι ηλίθια. Ωστόσο ο ίδιος είχε αυτοπεποίθηση και μια έκθεση του 1947 με σαράντα λάδια που πολύ πρόσφατα είχε ζωγραφίσει ήταν η αρχή για να αρχίσει να γίνεται γνωστός.

Ο Σαρτρ εντυπωσιασμένος από την ιδιαίτερη ομορφιά των έργων του  ισχυρίζεται πως «ψηλάφησε το τραγικό μυστικό ης δημιουργίας».

 Γίνεται μόνιμος πελάτης των ξενοδοχείων της Rive Gauche. Δεν κοιμάται, δεν τρώει παρά ελάχιστα αλλά πίνει ασύστολα. Η υγεία του χειροτερεύει εξαιτίας του ποτού. Εικονογραφεί βιβλία των Σαρτρ, Κάφκα, Πωλάν, Αρτώ, αν και η μεγάλη του αγάπη παραμένει το σχέδιο κι η νερομπογιά, έργα τα οποία δεν σταμάτησε ποτέ να φτιάχνει.

Την άνοιξη του 1947 ένας μεγάλος πίνακάς του εντυπωσιάζει τον Τζακομέτι.

 Το παράλογο τέλος

 

 Ωστόσο εκείνος γίνεται όλο και πιο πεσιμιστής. Δε βλέπει καμιά πρόοδο να συντελείται ούτε στον κόσμο ούτε στην καρδιά των ανθρώπων.

«Το Κακό έγινε η μόνη οικουμενική έκφραση της εποχής μας. Είμαι Γερμανός. Είδα το Κακό να ξεκινά από τη Γερμανία. Έφυγα μακριά του. Τίποτα το καλό δεν βγήκε απ’ αυτόν τον πόλεμο εναντίον του χιτλερικού κακού. Ολόκληρη η υδρόγειος σιγά- σιγά διαβρώνεται από την ίδια εξαχρείωση την ίδια διαφθορά, την ίδια κατάθλιψη που υπήρχαν και στη χιτλερική Γερμανία».

Το Γενάρη του 1948 σπάει το γόνατό του και μένει τρεις μήνες στο γύψο. Επαιρόταν πάντα πως μπορεί να πίνει χωρίς να κινδυνεύσει. Όμως, καθώς παρουσιάστηκε το ενδεχόμενο να τυφλωθεί από την κατάχρηση του αλκοόλ , δέχτηκε να κάνει αποτοξίνωση. Όταν παίρνει εξιτήριο είναι πολύ καλύτερα. Δεν έχει πια το μπουκάλι στην τσέπη και καπνίζει λιγότερο από πριν.

Αυτός που τέσσερα μόλις χρόνια έλεγε: «μένω άγρυπνος όλη νύχτα γιατί μου είναι αδύνατον ν’ αντικρύσω τα αντικείμενα στο φως της ημέρας», τώρα κατεβαίνει απ’ τα χαράματα στον κήπο να δει την ανατολή, να ρουφήξει φως.

 

«Είναι βολικό για τον άνθρωπο να χρησιμοποιεί/το θεό / γι αυτό τον έχει βάλει στο εγωιστικό/και ωφελιμιστικό πρόγραμμά του»

 

Αναπάντεχα κι ενώ έχει νέες δυνάμεις και ιδέες στο κεφάλι του  πεθαίνει από τροφική δηλητηρίαση.

Η γυναίκα του διηγείται πως μια νύχτα τον έπιασε πείνα, εκείνη βρήκε ένα κομμάτι αλογίσιο κιμά στο φανάρι και του τον έψησε. Τον έφαγε με βουλιμία. Την άλλη μέρα στις δώδεκα παρά τέταρτο πέθανε στο νοσοκομείο. Τα μάτια του ήταν ανοιχτά. Ήταν 38 ετών. Ήταν 1η Σεπτεμβρίου 1951.

 

 

Βοήθημα:
Wols, Ποιήματα και αφορισμοί – ακουαρέλλες, σχέδια, φωτογραφίες, παρουσίαση-μετάφραση, Ε. Χ. Γονατάς, εκδόσεις Στιγμή, 2002

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.