Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Κώστια Κοντολέων: ένα διήγημα  

Φοβάται

 

Οι σκουριασμένοι μεντεσέδες της σιδερένιας καγκελόπορτας έτριξαν καθώς την άνοιγε διστακτικά. Νύχτωνε. 

Παράξενες σκιές τρεμόπαιζαν στο διάδρομο δίπλα στο υπόγειο. 

Στάθηκε στο κατώφλι και φώναξε «Μαμά, θέλω να με βλέπεις που θα΄ρχομαι.» 

Από την άλλη άκρη του διαδρόμου η φωνή καθησύχαζε «Έλα-σε βλέπω…»

Λαχανιασμένο τρεχαλητό και η προστασία της μητρικής αγκαλιάς από τους δράκους του υπόγειου. 

Τότε-στα χρόνια της αθωότητας και των παιδιάστικων φόβων…  Όλα αυτά!

Τώρα… Στα χρόνια πια των εμμονών και των ενήλικων φόβων…

Πάντα νύχτα και πάντα μπροστά σε σιδερένια καγκελόπορτα φωνάζει:

«Μαμά!… Να με βλέπεις που θα’ρχομαι.»

«Έλα,» η φωνή μακρινή δεν καθησυχάζει, «Έλα…» μόνο, λέει. 

Κι εκείνη διστάζει. Το σκοτάδι, οι δράκοι πάντα εκεί στο υπόγειο.

Πρέπει όμως να διασχίσει τον διάδρομο. Τρέχοντας ή σέρνοντας τα βήματα της… Με τον όποιο τρόπο.

Και ψηλαφώντας μπαίνει πιο βαθιά στο σκοτάδι. 

Μόνη!  Εκείνο το «Έλα…» την ξεγέλασε, την παγίδευσε. Στο τέρμα του διαδρόμου το σπίτι, κρύο, βουβό, εχθρικό την περιμένει. 

Οι αποδράσεις τιμωρούνται, οι δραπέτες ξαναγυρίζουν στη φυλακή τους.  Οι δεσμοφύλακες βγαίνουν από τα σκοτάδια, απειλούν, καταδικάζουν. 

Εκείνη ακούει τις φωνές τους να πλησιάζουν… 

Ο Αράπης -να, σχεδόν δίπλα της!-  πρόσωπο  μαύρο αφέγγαρης νύχτας, μόνο ο χαλκάς στη μύτη γυαλίζει στο σκοτάδι, «Φάε!» απειλεί «όλο το φαϊ σου τώρα» και κουνάει το ραβδί του προς το μέρος της…

Η Θάλεια -αυτή κρατάει εκείνο το ραντζόξυλο- «Ανίκανη, βλάκα,» φωνάζει, ενώ το μπουκάλι με το λάδι εκεί δίπλα έχει σπάσει…

Κι έπειτα -μια πόρτα ξεμανταλώνεται, καρέκλες πέφτουν, ο Παύλος κυνηγάει, πάντα κυνηγάει τις γυναίκες-«Το ξύλο κάνει καλό» η επωδός. 

Μ’ αυτήν -κάποιος άλλος τώρα- την καλεί, γλυκιά που είναι η φωνή του Θεμιστοκλή, την αγκαλιάζει, μέσα στο σκοτάδι κουρνιάζει κοντά του, κι αυτός τη χαϊδεύει, το χέρι του κατεβαίνει όλο και πιο κάτω ως ανάμεσα στα πόδια της φτάνει… Φτάνει… Και τότε εκείνη να ξεφύγει επιχειρεί, μα οι δράκοι, του υπογείου έχουν ξαναγυρίσει, ο Θεμιστοκλής πάντα την κρατάει σφικτά πάνω του και τρέμει, μουγκρίζει…

Όχι! Τώρα πια -έτσι είναι- δεν υπάρχει κανείς να της φωνάξει «Έλα… σε βλέπω, μη φοβάσαι.»   

…Φοβάται, φοβάται τα σκοτάδια, τις φυλακές, τους δεσμοφύλακες, φοβάται το παιδί που υπήρξε κάποτε, την γυναίκα που είναι τώρα.  Φοβάται τον εγκλεισμό της στους εφιάλτες του παρελθόντος.  Φοβάται.    

      

One comment
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.