Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Κώστια Κοντολέων: Ένα λευκό τούλινο φουστάνι πόσο όμορφα καίγεται

   Περπατούσε στη Μεξικάνικη ζούγκλα, ανάμεσα στα πανάρχαια μνημεία των Μάγια, άγγιζε τις καυτές πέτρες και ένιωθε την βαριά ανάσα της ιστορίας στις άκρες των δαχτύλων του, ανέβαινε στις πυραμίδες ν’ ανταμώσει το τζάγκουαρ και το φίδι που τον είχαν στοιχειώσει από παιδί ακόμη.  Κι ύστερα κατέβαινε μαζί τους στις κατακόρυφες σκάλες για να φτάσει ως το πηγάδι των ανθρωποθυσιών, έστηνε αυτί ν’ ακούσει τους θρήνους, να ορμηνέψει τις κατάρες, να ξορκίσει τις απειλές.
    Κι εκεί μπροστά ήταν που έβγαλε το χοντρό βιβλίο από το σακίδιο του, το βιβλίο που τον είχε συντροφέψει στο πέρασμα του από την αθωότητα της παιδικής ηλικίας στην επαναστατικότητα της εφηβείας κι από εκεί στην τελετουργία της ενηλικίωσης.
    Δώρο του παππού του κάποια Χριστούγεννα, στις αρχές της δεκαετίας του ’60.  Ήξερε το πάθος του παιδιού για τα βιβλία, άλλωστε ήταν ο ίδιος που του το είχε μεταλαμπαδεύσει, πιότερο σαν αντιπερισπασμό στους καθημερινούς μονολόγους του εγγονού, μ’ εκείνο το τούλινο φουστάνι, που μόνο του σε μια άδεια ντουλάπα στοίχειωνε την ζωή και τις φαντασιώσεις του αγοριού.
     Τούτο το βιβλίο που μιλούσε για τους πολιτισμούς της ζούγκλας, έμελλε να γίνει μέρος του σώματος του, δέρμα στο δέρμα του, στάλα αίματος στο αίμα του.  Μπορεί με τα χρόνια κάποιες από τις σελίδες του να σκίστηκαν στις άκρες, κάποιες άλλες να γέμισαν δαχτυλιές ίσως και κάποια ψίχουλα ξεραμένα πια, όμως εκείνος κάθε βράδυ με τον παππού του ή μόνος του όλα αυτά τα χρόνια κοινωνούσε την καθημερινότητα των ζωγραφιστών ηρώων, ζούσε μέσα από τις δικές τους ζωές, κι έδωσε το πρόσωπο της μεξικάνας μάνας σ’ εκείνη την άλλη μάνα που έφυγε νύχτα από την ζωή ενός άντρα εραστή της θάλασσας κι ενός βρέφους…
    Ενός βρέφους που όταν μεγάλωσε ορκίστηκε…  Ναι, αυτός ήταν που ορκίστηκε να πατήσει κάποτε σ’ εκείνη τη γη, πάνω στ’ αχνάρια των χάρτινων ηρώων, να δει αυτά που εκείνοι έβλεπαν, ν’ ακούσει τα λόγια τους που άρπαζε ο άνεμος της ζούγκλας…  Να κάνει την δικιά του ανθρωποθυσία.
    Και να ’τον τώρα ανάμεσα σε σκιές νεκρών και σε οσμές ζωντανών – όλοι αυτής της γης, αυτής της ζούγκλας κληρονόμοι-που μπαινοβγαίνουν στην πυκνή βλάστηση διαφεντεύοντας ακόμη τη δική τους γη και ιστορία.
    Να ’τον, λοιπόν, να στέκεται τώρα, μπροστά στο πηγάδι των ανθρωποθυσιών, έτοιμος για την δικιά του σπονδή στο μαύρο νερό.
    Σφίγγει το χοντρό βιβλίο στο στήθος του, είναι η ώρα του αποχωρισμού, το πέρασμα από το παρελθόν στο παρόν και ίσως στο μέλλον.  Ανοίγει τα χέρια, ο εφιάλτης έχει ευνουχιστεί, οι εικόνες του βιβλίου ξεθωριάζουνε, στη θέση τους πλέον νέες εικόνες του σήμερα, του τώρα…  Εικόνες που έχουν φωνή, κίνηση, μυρωδιές, ανθρώπινες παρουσίες.
     Κλείνει τα μάτια, ακούει μόνον τον παφλασμό του νερού καθώς παραμερίζει τόσο μόνο όσο να αγκαλιάσει και να παρασύρει στ’ απύθμενο βάθος του το φορτωμένο με ενοχές και ελπίδες βιβλίο.  Κι ύστερα βιάζεται να φύγει από κει, ν’ αφήσει πίσω του όλα όσα στοίχειωναν τις σκοτεινές νύχτες των παιδικών του χρόνων, την εικόνα της κι εκείνο το τούλινο αποκριάτικο φόρεμα κρυμμένο στη σκοτεινή ντουλάπα.
     Να βγει επιχειρεί από την γητειά της ζούγκλας στο χειροπιαστό σήμερα, να χορτάσει τις μεθυστικές μυρωδιές, να ακούσει τα παθιάρικα τραγούδια, ν’ αγγίξει τα σκουρομελάχροινα κορμιά, να δει το σήμερα απαλλαγμένο από τους εφιάλτες του χτες.
     Περιπλανιέται στους πολύβουους δρόμους, στα ήσυχα δρομάκια της σύγχρονης πόλης.  Διψάει να πιει το σήμερα, να γευτεί το αύριο, να παραδοθεί στη μέθη της λήθης, στις φλόγες του έρωτα.
    Η υπόγεια ταβέρνα με την κατακόκκινη πόρτα, την μισοσκότεινη σκάλα, το βουητό ανθρώπινης προστασίας τον τραβάει σαν μαγνήτης σ’ έναν χώρο που θα γίνει άθελα του-μήπως ηθελημένα;-συμμέτοχος μιας ακόμη ανθρωποθυσίας, της τελευταίας.
     Θα κλείσει για λίγο τα μάτια κι όταν θα τα ξανανοίξει στο θάμπος της μισοφωτισμένης αίθουσας θα δει καφέ, κόκκινες και μαύρες αναλαμπές, ράμφη να χτυπούν λυσσαλέα το ένα τ’ άλλο, θα ζήσει την παραφορά μιας άνισης μάχης, θ’ ακούσει τις κραυγές των θαμώνων να παίρνουν το μέρος του αναμφισβήτητου νικητή, θα δει τον ηττημένο αιμόφυρτο, ξεπουπουλιασμένο, σωριασμένο στο πάτωμα της αυτοσχέδιας αρένας.
     Οι κοκορομαχίες έχουν κάτι από τις πανάρχαιες ανθρωποθυσίες, η λαχτάρα για αίμα θα συνεχίσει να μεταφέρεται στις φλέβες των ανθρώπων από γενιά σε γενιά, από τον ένα αιώνα στον άλλο χωρίς να καταφέρνει ποτέ να μερώσει την δίψα τους.
     Κι αυτός, που το μόνο αίμα που πόθησε ποτέ του ήταν εκείνο που έβαφε άλικα τα εφηβικά μάγουλα των κοριτσιών στα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, μιας ζωής τόσο μακρινής μα και συνάμα τόσο χειροπιαστής, αποστρέφει το βλέμμα από την αυτοσχέδια αρένα και το ταξιδεύει στη μισοσκότεινη σάλα.
    Και τότε τους βλέπει-και δεν μπορεί να πάρει τα μάτια του από την όμορφη μελαχρινή γυναίκα και το μικρό αγόρι που κολλημένο σχεδόν πάνω της, δέρμα από το δέρμα της, αναζητάει απελπισμένα αυτό που εκείνη δεν θα μπορέσει ίσως ποτέ να του δώσει.
     Και είναι σαν να μην χάθηκαν μέσα στα νερά όλες οι σελίδες του παλιού εκείνου βιβλίου.  Κάποιες βρέθηκαν να έχουν κολλήσει στο λεκιασμένο τραπεζομάντηλο.
    Και οι χάρτινες φιγούρες τώρα κυκλοφορούν μέσα στην αίθουσα της ταβέρνας…
    Ναι, τις βλέπει!  Τις παρακολουθεί!…
    Η γυναίκα σηκώνεται και χάνεται πίσω από την ξεθωριασμένη κουρτίνα που χωρίζει την αίθουσα από τα πρόχειρα καμαρίνια, το αγόρι-κι αυτός μαζί-την ακολουθούν με το βλέμμα, ξέρουν πως θα βγει από κει ντυμένη με λευκά τούλια, πως πάνω στην σκηνή θα μεταμορφωθεί, μια άλλη γυναίκα θα γίνει-τόσο αγαπημένη, τόσο μισητή!-και θα δοθεί στο τραγούδι της μ’ ένα πάθος παράξενο, θα τραγουδήσει μόνο γι αυτούς…  Γι’ αυτόν.  Για το αγόρι με την σχεδόν απόκοσμη ομορφιά, που ήταν ο ίδιος κάποτε.
    Κι όταν το νούμερο θα τελειώσει, η γυναίκα θα χαθεί πίσω πάλι από την κουρτίνα.
    Θα ξαναβγεί ντυμένη τ’ απλά της ρούχα-γαλάζιο τζιν και πουλόβερ.
    Ο μικρός θα κολλήσει ξανά πάνω της, θα γίνει ένα με το κορμί της, θα έχει μάτια μόνο για κείνη.
    Κι έτσι δεν θα δει αμέσως την απειλή…
     Δε θα προσέξει το αφεντικό του μαγαζιού, που θα πλησιάσει, δεν θα ακούσει το τι θα πει στη γυναίκα, θα δει μόνο εκείνη να σηκώνεται και να πλησιάζει δυο μεθυσμένους που χασκογελούν…
     Και μετά με τα μάτια κολλημένα πάνω της, θα σκιρτήσει καθώς εκείνη κάθεται ανάμεσα στους δυο άντρες.  Και νομίζει πως ξεχωρίζει τα χυδαία πειράγματα τους.  Το αγόρι, τώρα, χαϊδεύει την καρέκλα που λίγο πριν καθόταν εκείνη, κι ύστερα σηκώνεται, αθόρυβα χώνεται πίσω από τις κουρτίνες, το πρώτο σπίρτο θα σπάσει στα δυο ανάμεσα στα δάχτυλα του, το δεύτερο θα σβήσει πριν ακόμη ανάψει, το τρίτο θα βρει εύκολα το στόχο του, και καθώς οι πρώτες φλόγες αρχίζουν να γλύφουν τα κρόσσια της κουρτίνας το παιδί θα ξεσπάσει σ’ ένα γέλιο τρελό, αλλόκοτο.
     Θ’ αφήσει τις φλόγες να το αγκαλιάσουν, να το ταξιδέψουν εκεί που δεν υπάρχουν γυναίκες που εγκαταλείπουν λευκά τούλια σε σκοτεινές ντουλάπες, κι αγόρια με βλέμματα κολλημένα πάνω τους.
     Οι φλόγες τιμωρούν μα και ατσαλώνουν.
     Τιμωρούν μάνες που ξεχνάνε τον καρπό της μήτρας τους.  Ατσαλώνουν τα αποδιωγμένα πλάσματα που λαχταρήσανε μια αγκαλιά.
     Πάνω στο πάτωμα της ταβέρνας ακόμα τα ίχνη-αίμα και πούπουλα μια κοκορομαχίας-ενός αναίτιου θανάτου.
     Αλλά εκείνος…  -Ποιος;  Ο ίδιος ή το αγόρι;-δεν θα επιτρέψει πια να είναι ο ηττημένος.  Οι φλόγες τον ανεβάζουν…  Ποιον;  Αυτόν ή το αγόρι;- εκεί που κανείς δεν μπορεί να τους αγγίξει.  Νικητές και τιμωροί την ίδια στιγμή.
    Κοιτάζει τη γυναίκα…  Ποιος;  Αυτός ή το αγόρι;-στα μάτια ένα κλάσμα του δευτερολέπτου πριν τους καταπιούν για πάντα οι φλόγες.
    Το βλέμμα τους…  Όχι το βλέμμα τους, μα το δικό του βλέμμα είναι που αφηγείται όσα δεν μπόρεσε να της εξομολογηθεί τ’ ατέλειωτα βράδια που τη συναντούσε μέσα στις σελίδες ενός βιβλίου, που την αναζητούσε ανάμεσα στις πτυχές ενός φορέματος από λευκό τούλι…
    Κι όμως να που και τώρα το αγόρι, το άλλο αγόρι, αυτό το αγόρι της ταβέρνας, κρατάει σφικτά ένα τούλινο λευκό φουστάνι στην αγκαλιά του…
    Ένα παιδί, ένα λευκό τούλινο φουστάνι, μια γυναίκα απόμακρη…  Η αίθουσα μιας ταβέρνας…  Τα ίχνη μιας κοκορομαχίας…
     Ανασηκώνει το κορμί, σχεδόν ρίχνει την καρέκλα καθώς σηκώνεται…  Έχει ιδρώσει.
     Είναι, λοιπόν, ο μόνος που είδε να συντελείται η τελευταία ανθρωποθυσία, εκείνος που άναψε το τελευταίο σπίρτο;  Το τότε και το τώρα, οι σελίδες ενός βιβλίου και οι ανάσες των θαμώνων…   Πόσο δυσδιάκριτα είναι τα σύνορα ανάμεσα στην φαντασία και την πραγματικότητα; -δεν αναρωτιέται, το ξέρει πια πως δεν υπάρχουν όρια.
     Διασχίζει την αίθουσα, βιάζεται να φύγει, από αυτόν τον τόπο, με τις ζούγκλες και τις ανθρωποθυσίες του, το τούλινο φουστάνι λουφάζει ακόμη στα σκοτάδια της ντουλάπας του, το κουτί με τα σπίρτα ιδρώνει στην χούφτα του, ίσως του πάρει λίγο χρόνο για να καταφέρει ν’ ανάψει ένα από αυτά, ίσως τα περισσότερα να σπάσουν στα δάχτυλα του, άλλα να σβήσουν σχεδόν αμέσως τσιτσιρίζοντας, όμως κάποιο θ’ ανάψει…

     Και πόσο όμορφο θα είναι το τούλινο φουστάνι καθώς θα καίγεται…

                            

                    

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.