Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Κ.Β. Λαμπράκης: Με τα χέρια στις τσέπες

Κοιτάς ίσια μπροστά σου καθώς βαδίζεις γρήγορα, σχεδόν τρέχεις στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, έχεις συνείδηση της εικόνας σου σαν σε καθρέφτη, είσαι πελιδνός, σχεδόν άσπρος, τα μάτια σου έχουν γίνει δυο μαύρες σχισμές, τα δάχτυλά σου τρέμουν το ένα ανεξάρτητα από το άλλο, το κορδόνι του ενός παπουτσιού σου είναι λυτό και τα χείλη σου μια ίσια γραμμή.

Τώρα περπατάς πιο αργά, προσπαθείς να ελέγξεις τον εαυτό σου, είναι νύχτα, μπαίνεις στην περιοχή των ανθρώπων και των φώτων, απομακρύνεσαι από το άλσος απ’ όπου βγήκες σαν μέσα από σκοτεινό ποτάμι και δεν ξέρεις πού ακριβώς πηγαίνεις, αφήνεις τα βήματά σου να σε οδηγούν, κοιτάς γύρω τους άλλους, θέλεις να βεβαιωθείς ότι ανήκεις ακόμα στον κόσμο των  ανθρώπων, τους κοιτάς με ζήλια, δεν είσαι ένας απ` αυτούς, δεν θα είσαι ποτέ ένας απ` αυτούς.

Τώρα βρίσκεσαι σ’ έναν σταθμό του Μετρό και χωρίς να το σκεφτείς ακολουθείς το ντυμένο κοπάδι και χώνεσαι κάτω απ` τη γη, βγαίνεις σε μια πλατφόρμα την ώρα που ανοίγουν οι πόρτες ενός συρμού, έχει κόσμο, είσαι όρθιος, σου κάνουν χώρο, κάνεις κι εσύ το ίδιο, ακολουθείς τους κανόνες του πλήθους τυφλά και είσαι ένας τυφλός που βλέπει τα μάτια του να κοιτούν σαν μέσα από περισκόπιο. Θέλεις οι εικόνες της πόλης και της ανθρώπινης μάζας να διώξουν τις εικόνες που αναβλύζουν από μέσα σου, ριγείς όταν αυτές αναδύονται ανεξέλεγκτα… τα δέντρα, το πάρκο, ο αέρας να φυσάει μες στα πεύκα… τα δέντρα στην άκρη του πάρκου ξέρουν… μιλάνε στον αέρα.

Τώρα κάθεσαι, προσπαθείς να μαντέψεις τους επιβάτες του βαγονιού, ξέρεις ότι είναι παράλογο, είναι αδύνατον να ξέρουν ποιος είσαι και από πού έρχεσαι, τι έχεις διαπράξει, ποιο είναι το σπίτι σου ή το τηλέφωνό σου, τους κοιτάς… ο καθένας είναι βυθισμένος στον κόσμο του, στον εαυτό του, όμως τα βλέμματα τα αισθάνεσαι σαν προεκτάσεις των άλλων στον δικό σου κόσμο τον πανικόβλητο, στέκονται για λίγο πάνω σου και  είναι αβάσταχτο το βάρος τους…

Ο κόσμος του υπόγειου σιδηρόδρομου σου είναι άγνωστος και παντελώς αδιάφορος, ο συγχρωτισμός, τα σκουντήματα, τα μικρά ακούσια αγγίγματα, τα βλέμματα σου είναι ανυπόφορα, εσύ ήσουν πάντα ένας περίκλειστος επιβάτης στη μόνωση του ΙΧ αυτοκινήτου, σιδερόφραχτος ελεύθερος των 10 χλμ. την ώρα. Τώρα νιώθεις ότι είναι το μόνο μέρος που μπορεί να βρίσκεσαι, το μόνο μέρος που μπορείς να κάθεσαι ήσυχα στη θέση σου και  να μην ουρλιάζεις…

Τα μάτια σου μαγνητίζονται από τα χέρια των άλλων… δεκάδες ζευγάρια που πάνε και φεύγουν, τα παρατηρείς με μανία, τα πρόσωπα, οι ομιλίες σβήνουν από μπροστά σου.

Τώρα είσαι στον κόσμο των χεριών που ταξιδεύουν προς κάπου, για κάποιον λόγο, δίπλα σου κάθονται χέρια  ξασπρισμένα, μεσόκοπα και κακιασμένα,  απέναντί τους ένα βαρύ ανδρικό με χοντρά δάκτυλα, κόμπους κοκκινωπούς στις αρθρώσεις και  ένα  δαχτυλίδι που θα μπορούσε να είναι σιδερογροθιά. Το βλέμμα σου τραβάνε ευκίνητα λεπτά χέρια με δάκτυλα χορεύτριες, σαν μπαλαρίνες, τόσο μα τόσο αθώα και εκφραστικά, που σου έρχεται να βάλεις τα κλάματα, κοιτάζεις με ένταση και συναντάς με το βλέμμα χέρια, περιποιημένα και  περιπαιχτικά, χέρια υποκριτές, χέρια που μόλις πριν έχουν αγγίξει ένα παιδικό μάγουλο, πιο κει ένα χέρι φτενό λυγίζει από το βάρος μιας τσάντας και μιας αρρώστιας, δίπλα του δυο χέρια ντελικάτα και σιωπηλά, χορτασμένα από έρωτα και χάδια, και ξάφνου ανατριχιάζεις, βλέπεις στο βάθος χέρια αρπαχτικά, χέρια στραγγαλιστή, αποστρέφεις τη ματιά σου με ανατριχίλα και νιώθεις τα δικά σου να τρέμουν, κοιτάζεις ξανά αυτά τα χέρια τα δολοφονικά, σου φέρνουν το στομάχι άνω κάτω, σκέφτεσαι < θα ξεράσω πάνω στον απέναντι>, σφίγγεσαι, προσπαθείς να δεις έξω, βλέπεις μόνο τα θαμπά  είδωλα στο τζάμι που τρέχει και ένα από αυτά είσαι εσύ, αποστρέφεσαι αυτό το φριχτό είδωλο, κοιτάς προς τα κάτω, συναντάς τα δυο χέρια σου που κρατάνε σφιχτά τα γόνατά σου, οι κλειδώσεις ασπρισμένες… τα συγκρίνεις με τα άλλα τα επίφοβα και τρομερά, του στραγγαλιστή, που τώρα σκαλίζουν αδιάφορα τη μύτη του, όχι, λες, δεν είναι τα ίδια με τα δικά μου, εγώ δεν είμαι αυτός… πνίγεσαι, πετάγεσαι πάνω, οι πόρτες άνοιξαν και βγαίνεις…

Ανεβαίνεις κυλιόμενες σκάλες και προσπαθείς να μην κοιτάς χέρια, μη τυχόν και αναγνωρίσεις άλλα δολοφονικά, βαδίζεις, σ’ ένα φαστφουντάδικο μπαίνεις και κατευθύνεσαι αμέσως στο WC και ξαλαφρώνεις, νιώθεις τις σωματικές σου λειτουργίες άμεσες  και κοντινές, είναι το μόνο αθώο, ζωικό πράγμα που δεν είναι ένοχο για τίποτα και μετά λες, πουθενά δεν υπάρχει αθωότητα, πουθενά ησυχία… βρισιές από μαρκαδόρους σε χλευάζουν στους τοίχους.

Θυμάσαι το βράδυ τη μεθυσμένη παρέα στο μπαρ, πως με το κεφάλι σαν μέσα σε σύννεφο μπήκες στο WC και είδες το τηλέφωνο προκλητικό χωρίς όνομα στο τοίχο, το ραντεβού που κλείστηκε αγχωμένα κι εκείνο το πρόσωπο το νεανικό, τα χείλια τα μισάνοιχτα, τα ηδονικά, το βλέμμα το σχεδόν χυδαίο, τα χέρια του ήταν λεπτά και αγοραία, άνοιξαν το παντελόνι σου, αέρας βούιζε μες από τα πεύκα του άλσους, σκόρπιες μακρινές φωνές, ξεπετάγματα στα όρθια και στα σκοτεινά… ο αέρας βουίζει μέσα στα φαστφουντάδικα τώρα… είσαι ακίνητος και κρατάς σαν ζυμάρι μαλακό το κομμάτι κρέας που κρέμεται ανάμεσα στα σκέλια σου, νιώθεις τα χέρια του αγοριού πάνω σου και βλέπεις το μέλλον σου να έρχεται με ορμή καταπάνω σου, στοιχίζει 30 ευρώ τόσο όσο ένα στα γρήγορα, ένα γαμήσι στα όρθια, ακουμπάς το κεφάλι του, τα χέρια σου σέρνονται και βρίσκουν το Μήλο του Αδάμ, αρχίζεις να σφίγγεις …

Ο αέρας φυσάει μανιασμένος πάνω από το πάρκο, ο αέρας φυσάει ουρλιάζοντας πάνω από στέπες και σαβάνες, ο άνεμος είναι παντού μες στα ουρητήρια, τα δάχτυλά σου είναι μπλάβα και πληγωμένα… τα δάχτυλά μου σκέφτεσαι, δεν είναι χέρια καθημερινά όπως όλων των άλλων…

Βγαίνεις και βαδίζεις με τα χέρια στις τσέπες και ξέρεις πως ποτέ δεν θα τα απλώσεις σε μια χειρονομία, δεν ανήκεις τώρα στον κόσμο των ανθρώπων και των φωτεινών επιγραφών, με τα χέρια στις τσέπες θα περπατάς για πάντα.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.