Loading...
ΒιβλίοΞανα -διαβάζοντας αλλιώςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Λένη Ζάχαρη, «Διαβάζοντας αλλιώς: Καρολίνα Μέρμηγκα, Κάτι κρυφό μυστήριο», Μελάνι, 2019

 

3 χρόνια, 8 μήνες και 21 μέρες.
Στη γραμμική αφήγηση της ιστορίας μας, ανάμεσα στην Τουρκοκρατία και την Βαυαροκρατία, υπήρξε μια σύντομη στιγμή που δεν ονοματίστηκε ποτέ. Μια σχισμή χρόνου, μια φωτεινή εισπνοή ελπίδας όπου όλα μπορούσαν να γίνουν και ένας άνθρωπος προσπάθησε να τα κάνει. Ένας «ξένος» που βρίσκεται σήμερα ολόγυρά μας, παντού και πουθενά: το αποτύπωμα του έργου του ακόμα ορατό, ο ίδιος ακόμα άγνωστος. Το όνομά του, Ιωάννης Καποδίστριας.”
(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου).

Κάτι κρυφό μυστήριο”, ο τίτλος του βιβλίου της Κατερίνας Μέρμηγκα, δανεισμένος από τον “Κρητικό” του Δ. Σολωμού, με τον οποίο θέλει να τονίσει πως ο Ιωάννης Καποδίστριας παραμένει ακόμη ένας “γνωστός, αλλά άγνωστος” για την πλειοψηφία των Ελλήνων. Ένα ¨μυστήριο”.

Ποιος ήταν; Ένας άνθρωπος έτοιμος να πεθάνει. Το συμπέρασμα αυτό εξάγεται αφενός από την προμετωπίδα του βιβλίου όπου παρατίθενται τα λόγια που λέει ο
T. S. Eliot, όταν τον ρωτάνε για την πλοκή του έργου του Murder in the Cathedral: “Ένας άνθρωπος επιστρέφει στην πατρίδα του πιστεύοντας ότι θα τον σκοτώσουν και τον σκοτώνουν.” Αφετέρου, από την πρώτη σελίδα στην οποία παρουσιάζεται το τετελεσμένο: Ο Κυβερνήτης νεκρός, και οι φονιάδες του ο ένας να έχει λιντσαρισθεί από το πλήθος, κι ο άλλος, κυνηγημένος, να κρύβεται στο σπίτι του Γάλλου πρέσβη.
Η αφήγηση ξεκινά από την αγαπημένη Κουκουρίτσα της Κέρκυρας, το όνειρο του Καποδίστρια να αποσυρθεί εκεί, όταν θα τελείωνε με τις υποχρεώσεις του. Συνεχίζει με το ατύχημα που είχε σχεδόν δεκαεξάχρονος, όταν αφηνίασε το άλογο του και τον έσυρε μέχρι την πόρτα της Μονής της Πλατυτέρας (όπου και θάφτηκε μετά τον θάνατό του).
Η Μέρμηγκα δεν αφηγείται τίποτα επειδή “πρέπει”, για να γράψει απλώς μια μυθιστορηματική βιογραφία του Ιωάννη Καποδίστρια: στη συνέχεια θα κάνει διαρκώς αναφορές στο γεγονός αυτό και θα βάζει αποσπάσματα ως “επωδό” στο τέλος κάθε κεφαλαίου, για να λειτουργήσουν ως προσημάνσεις του μοιραίου. Η λαχανιασμένη ανάσα του αλόγου σχεδόν ταυτίζεται με αυτή του χρόνου ή της “μοίρας” που έχει προδιαγράψει το τέλος.
Η συγγραφέας δηλώνει ότι δεν κάνει ιστορία αν και το υλικό της είναι αληθινό, αντλημένο μέσα από την πλούσια βιβλιογραφία που παραθέτει στο τέλος, αλλά κι όπως φανερώνουν και οι υποσημειώσεις.
Τι προσπαθεί να κάνει; Να παρουσιάσει αυτόν τον “ξένο” όπως αυτή τον έχει φανταστεί, χωρίς όμως να αυθαιρετεί σε βάρος της αλήθειας. Έτσι, ό, τι λέει ο Καποδίστριας μέσα στο βιβλίο είναι σχεδόν εξ’ ολοκλήρου δικά του λόγια. Πιθανόν εκείνο που διαφοροποιείται είναι το “σκηνικό” ή ο τρόπος.
Η αφήγηση ξεκινάει όπως είπαμε από την Κουκουρίτσα, τη Μονή Πλατυτέρας, και στη συνέχεια αναλαμβάνει ο Δημήτρης Αρλιώτης, ο παιδικός φίλος του Καποδίστρια και πρώτος βιογράφος του.
Αυτό είναι και το πιο σημαντικό “λογοτεχνικό εύρημα” της Μέρμηγκα. Οι άνθρωποι που τον ζουν, οι άνθρωποι της εποχής του, αναλαμβάνουν με τη σειρά την αφήγηση είτε αναπολώντας, είτε στέλνοντάς του επιστολές, είτε στέλνοντας επιστολές σε άλλους. Ο παιδικός του φίλος Δημήτριος Αρλιώτης μιλά γι αυτόν, όπως και η Μεγάλη Δούκισσα Άννα Φεοντόρεβνα της Ρωσίας, η πριγκίπισσα Δωροθέα Λίβεν, σύζυγος του Ρώσου πρέσβη στην Αγγλία, ερωμένη του Μέτερνιχ, αλλά φίλη και θαυμάστρια του Καποδίστρια, ενώ “ακούγονται” και οι φωνές του βαρώνου Στάιν, των κατασκόπων του Μέτερνιχ, του πρίγκιπα Υψηλάντη, του Ελβετού φίλου του, τραπεζίτη Ιωάννη – Γαβριήλ Εϋνάρδου, κ.α. Επίσης,η αγαπημένη του Ιωάννη Καποδίστρια, Ρωξάνδρα Στούρτζα, η οποία παρέμεινε πιστή στη μνήμη του ως το τέλος της ζωής της, βάζει τις δικές της ψηφίδες στο ψηφιδωτό που λέγεται Ιωάννης Καποδίστριας
Όλα τα σπουδαία γεγονότα στα οποία διαδραμάτισε κύριο λόγο ξεδιπλώνονται μπροστά μας: η δημιουργία του ελεύθερου και ουδέτερου κράτους της Ελβετίας, το Συνέδριο της Βιέννης, η σωτηρία της Γαλλίας. Ακόμη και η περίφημη συνάντηση του 1819 με τους Έλληνες οπλαρχηγούς, με κάποιους απ’ τους οποίους είχε πολεμήσει στη Λευκάδα.
Αναφέρεται επίσης και η δράση του στα Επτάνησα ως πολιτικός, ακόμη και ως γιατρός, αλλά και η στρατιωτική του δράση- και τα υπέροχα λόγια που ανταλλάσσει με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, πιστό φίλο του ως το τέλος.
Ακούγεται και η φωνή της Μαντώς, που πρώτα εξοργίζεται για την άρνησή του να αναλάβει την αρχηγία της Επανάστασης και της Φιλικής Εταιρείας ενώ, αργότερα, στο Ναύπλιο, γίνεται μία “από τους δικούς του ανθρώπους”.
Απ’ τα μάτια μας περνούν τα Συνέδρια του Τροπάου και του Λάϋμπαχ και η μεγάλη του αγωνία προκειμένου να πείσει τον τσάρο να μην καταδικάσει την Ελληνική επανάσταση, η απομάκρυνσή του από τη θέση του υπουργού των Εξωτερικών, το ταξίδι στην Ελβετία, η πτώση του Μεσολογγίου, όλα, στις επιστολές που στέλνει στη Ρωξάνδρα για να μοιραστεί τον πόνο του.
Ως τη στιγμή της Γ’ Εθνοσυνέλευσης στην Τροιζήνα που “αποφασίζεται” η μοίρα του. Γίνεται Κυβερνήτης της Ελλάδος.
Οι φωνές συνεχίζουν να αφηγούνται όπου δεν υπάρχει διάλογος ή επιστολή ή δεν αφηγείται η συγγραφέας. Θα προστεθεί και η “φωνή” του πιστού γραμματέα του Νικόλα Δραγούμη, ο οποίος θα σταθεί στο πλευρό του σχεδόν από την άφιξή του στο ρημαγμένο ελεύθερο κράτος ως το τέλος. Ο Καποδίστριας βρίσκεται αντιμέτωπος με προβλήματα τεράστια και πρώτα απ’ όλα με την απροθυμία της άρχουσας τάξης να βοηθήσει τον λαό, αυτόν τον λαό για τον οποίο τόσο πονά ο ίδιος. Γι’ αυτόν τον λαό γύρισε όλες τις ευρωπαϊκές αυλές πριν έρθει στην Ελλάδα. Για να εξασφαλίσει βοήθεια και να φτιάξει αυτά που έπρεπε, σχολεία!
Με τον πλουραλισμό φωνών η συγγραφέας δεν προσπαθεί να “αγιοποιήσει” τον Καποδίστρια ούτε να “εξωραΐσει” την εικόνα του. Απλώς ρίχνει φως σ’ αυτές τις πτυχές τις ιστορίας που μπορούν ν’ αποκαλύψουν στους αναγνώστες
το “κρυφό μυστήριο” αναδεικνύοντας την άλλη όψη των πραγμάτων, αυτή στην οποία ο Κυβερνήτης ήταν ο άνθρωπος εκείνος που είχε επίγνωση του ρόλου της παιδείας για την οργάνωση κράτους, ήταν αυτός που πάλευε για τα σύνορα, αυτός που έφτιαξε σχολές, τράπεζα, αυτός που πάλεψε για τον απλό λαό με όλες τις αντίξοες συνθήκες και κυρίως με τα συμφέροντα της άρχουσας τάξης.
Όταν η κατάσταση, λόγω της Αντιπολίτευσης, αγριεύει οι αγαπημένες φωνές εκδηλώνουν την ανησυχία τους. Ο ίδιος στέκεται απέναντι σε όλους, άφοβα, σχεδόν σαν να περιμένει τον θάνατο. Η φωνή της “ημίτρελης” Μαντώς μας το βεβαιώνει. Η σύγκρουση με τους Μαυρομιχαλαίους το υπογράφει.
Η Καρολίνα Μέρμηγκα με το μυθιστόρημά της για τον πρώτο κυβερνήτη της Ελλάδας, κόμη Ιωάννη Καποδίστρια, επιχειρεί να φωτίσει την προσωπικότητα του ανθρώπου αυτού. Το υλικό της είναι αληθινό. Παραλαμβάνεται από τη φαντασία και πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα, στην ανασκευή του σκηνικού. Η φαντασία πλέκεται αριστοτεχνικά με την πραγματικότητα και υποστηρίζεται από την επιλογή της αφήγησης των προσώπων που βίωσαν τα γεγονότα ενισχύοντας την αληθοφάνεια. Καθένας μιλά γι’ αυτό που βλέπει και ζει. Όλοι οδηγούνται στο ίδιο συμπέρασμα: ο Κυβερνήτης, ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών του Τσάρου, είναι ένας σπάνιος άνθρωπος· ένας άνθρωπος απ’ αυτούς που η ιστορία δεν εμφανίζει δύο φορές. Εχθροί και φίλοι τον θαυμάζουν όσο τον αγαπούν ή τον μισούν, όπως ο θανάσιμος εχθρός του καγκελάριος της Αυστρίας πρίγκιπας Μέτερνιχ. Για τον πατριωτισμό του βέβαια δεν υπάρχει θέμα αμφιβολίας. Το παραδέχεται και ο ιστορικός και πολιτικός Σπυρίδων Τρικούπης, που τον αντιπολιτεύτηκε όσο ελάχιστοι: «Οιαδήποτε και αν ήτον η προς την ρωσσικήν αυλήν κλίσις του, ουδενός Ελληνος καρδία ήτον ελληνικωτέρα».
Ο ίδιος είναι “ταγμένος” στη θυσία για την πατρίδα πριν ακόμη έρθει στην Ελλάδα. Το λέει στον φίλο του Ιωάννη Εϋνάρδο δείχνοντάς του επιστολές των συμπατριωτών του. Και πώς να δεχτεί άραγε να προφυλαχτεί από τους Έλληνες αυτός που για χάρη αυτής της Πατρίδας στερήθηκε την μοναδική του Αγάπη;

Στη συζήτησή του με τον Friedrich Thiersch, τον Γερμανό φιλόλογο που ερχόμενος το 1831 βρέθηκε στο αντικαποδιστριακό στρατόπεδο λέει :
«Μα πόσο χρόνο θέλετε πια, Κυβερνήτη;»
«Θέλω τον χρόνο που χρειάζονται πάντα οι Έλληνες για να διαφωνήσουν και να απορρίψουν και να μην εφαρμόσουν τίποτα απ’ όσα τους ζητούνται. Και μετά να το ξανασκεφτούν και να το δουν διαφορετικά και σιγά σιγά να το αποδεχθούν. Και στο τέλος να το επαινέσουν. Χρειάζεται πολύς χρόνος γι αυτό».
«Έτσι που το λέτε, ναι, υποθέτω…»
«Και χρειάζεται και κάποιος να πεθάνει. Για να μπορούν να λένε, μετά, ότι αυτός ο κάποιος ήταν ο πιο καλός».
Για πρώτη φορά το βλέμμα του Γερμανού είναι λιγότερο επιφυλακτικό: «Τι εννοείτε;»
«Χρειάζεται κάποιος να πεθάνει».
Όλα αυτά η Μέρμηγκα τα παραλαμβάνει και μας δίνει μια άλλη οπτική του ανθρώπου που φτάνει εξουθενωμένος να γράφει στον Εϋνάρδο:
«Απέκαμα. Αλλ’ όμως θα παραμείνω στη χαλάστρα μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής μου, κι ας κινδυνεύω να χαθώ. Ούτε ο φόβος των μηχανορραφιών και των ραδιούργων ούτε οι συκοφαντικές στήλες εφημερίδων θα με παρεκκλίνουν από την πορεία που χάραξα στη ζωή μου. Ας λέγουν και ας γράφουν ό,τι θέλουν: Θα έλθει όμως κάποτε καιρός που οι άνθρωποι θα κρίνονται όχι με όσα ειπώθηκαν ή γράφτηκαν για τις πράξεις τους, αλλά με αυτή την ίδια τη μαρτυρία των πράξεών τους. Με αυτή την πίστη έζησα μέσα στον κόσμο, με θεμέλιο αυτές τις πνευματικές αρχές μέχρι τώρα που βρίσκομαι στη δύση της ζωής μου, και υπήρξα πάντοτε ευχαριστημένος γι’ αυτό. Μου είναι πλέον αδύνατον να αλλάξω τώρα. Θα συνεχίσω εκπληρώνοντας πάντοτε το χρέος μου, ουδόλως φροντίζοντας για τον εαυτό μου, και ας γίνει ό,τι γίνει».(σελ.272).
Ο άνθρωπος που βλέπουμε παιδί στην Κέρκυρα, νεαρό φοιτητή στην Ιταλία, γιατρό στην Κέρκυρα, πολιτικό στα Επτάνησα να διαπρέπει, υπουργό Εξωτερικών του Τσάρου να καθορίζει την ευρωπαϊκή πολιτική πέφτει νεκρός από την δολοφονική απόπειρα των δυο Μαυρομιχαλαίων που είχαν αναλάβει να ξεπλύνουν με αίμα την “ντροπή” της φυλάκισης του Πετρόμπεη.



Ένα τέλος απότομο σε μια πορεία που δεν ολοκληρώνεται.
Ως προμετωπίδα του Επιλόγου η συγγραφέα επιλέγει την ζ’ στροφή από την Ωδή τρίτη “Τα ηφαίστεια”, του Ανδρέα Κάλβου. Του ποιητή που ο Καποδίστριας ευεργέτησε όπως και όσο μπορούσε. Μ’ αυτήν ως “οδηγό” απευθύνεται στον Κυβερνήτη η συγγραφέας αναζητώντας τον. Απευθύνεται σ’ αυτή τη γνώριμη σε όλους εικόνα:
«Μόλις περνά από τη σκέψη το όνομά σου, έχεις ήδη φύγει. Είσαι το μακρινό σημείο του ορίζοντα που όσο πλησιάζουμε, απομακρύνεται. Πώς να σε κάνουμε δικό μας, που η μορφή σου παραμένει για πάντα φυλακισμένη στο πορτρέτο σου, μέσα στη ρεντινγκότα σου, το λευκό σου πουκάμισο και το ανοικτό σου βλέμμα που μας κοιτά χωρίς παράπονο.
Πού είναι το παράπονό σου; Γιατί δεν έχεις παράπονο; Πώς θα σε ζωντανέψουμε όταν συνέχεια ξεγλιστράς χωρίς μνησικακία καμία; Τι είδους μνήμη είναι αυτή που δεν ζητά τίποτα για ανταμοιβή, τίποτα για αντίποινα, τίποτα για εξαγορά; Δεν είναι μνήμη. Και γι’ αυτό γλίστρησες κι έφυγες και χάθηκες σαν σκιά, και πώς θα σε καταλάβουμε, πώς θα σε παρηγορήσουμε;»
 (σελ.282)

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Η Καρολίνα Μέρμηγκα γεννήθηκε στην Αθήνα το 1957,
σπούδασε Νομικά και εργάστηκε ως δικηγόρος και  δημοσιογράφος.
Εχει εκδώσει δύο συλλογές διηγημάτων
Ερωτευμένες, (2005, Εστία)
και
Σήμερα δεν θα πεθάνω (2010, Μελάνι)
και τα μυθιστορήματα
Συγγενής(2013, Μελάνι),
Ο Ελληνας γιατρός (2016, Μελάνι),και το πρόσφατο Κάτι κρυφό μυστήριο (2019, Μελάνι)


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.