Loading...
Διαβάζοντας αλλιώςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Λένη Ζάχαρη: Ζορζ Περέκ: “Έλις Άιλαντ”, μετάφραση/σημειώσεις: Αχιλλέας Κυριακίδης, εκδόσεις: ύψιλον/βιβλία, 2019»

To 1978, ένα χρόνο δηλαδή μετά την έκδοση και τη βράβευση του “Ζωή, oδηγίες xρήσεως”, ο Ζορζ Περέκ θα ταξιδέψει δύο φορές στη Νέα Υόρκη για τις ανάγκες της τεκμηρίωσης και των γυρισμάτων ενός ντοκιμαντέρ για τη μετανάστευση στην Αμερική. Τι τον φέρνει στην Αμερική; Πώς εντάσσεται αυτό το πολύτροπο κείμενο, που διασχίζει τα είδη, στην ουλιπιανή δημιουργία του; Πώς, τελικά, ο γάλλος συγγραφέας, ενώ ξεκινά να μιλήσει για τη μετανάστευση στην Αμερική, μιλάει για πρώτη φορά ανοικτά για τη δική του εβραϊκότητα, μόνο και μόνο για να την υπερβεί; Είναι φανερό ότι ο Περέκ αντικρίζει το προσωπικό πεπρωμένο του στη μοίρα των μεταναστών και επαναλαμβάνει τις προσωπικές του εμμονές (την απουσία προσωπικής ιστορίας, τον κλονισμό από τη μεγάλη Ιστορία, την ιδιότυπη εβραϊκότητά του).

Το βιβλίο “Έλις Άιλαντ”, πέρα από ένα χρονικό ή και ημερολόγιο

αυτών των γυρισμάτων, εντάσσεται με συνέπεια στο πολύμορφο έργο ενός πολύμορφου δημιουργού, που δεν έπαψε στο μάκρος μιας ζωής να αυτοβιογραφείται με κάθε τρόπο και σε όλα τα πρόσωπα. (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Ο Ζορζ Περέκ στο βιβλίο Έλις Άιλαντ, σε μετάφραση στα ελληνικά του Αχιλλέα Κυριακίδη, δίνει την ιστορία αυτής της «χρυσής πύλης» προς το αμερικανικό όνειρο. Ταξιδεύοντας και ο ίδιος προς τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής, κάνει την απαραίτητη στάση στο Έλις Άιλαντ, για να αποτίσει φόρο τιμής στον κάθε μετανάστη που έφτασε μέχρι τις ατελείωτες ουρές ελέγχων, με τις ελπίδες και τα όνειρα για μια καλύτερη ζωή. Το χρονικό αυτό και ένα είδους ημερολόγιο όπου καταγράφονται οι σκέψεις του ως συμπληρωματικό βοήθημα για την ταινία, είναι μία εξιστόρηση βαθιά στοχαστική. Εμβαθύνει στις ψυχές των ανθρώπων αυτών που έφταναν από κάθε γωνιά της Ευρώπης για να βρουν την τύχη τους μην έχοντας ιδέα για τα εμπόδια που θα συναντούσαν μπροστά τους. Ο κόσμος που αντικρίζουν και συναντούν είναι αφιλόξενος και μοιάζει με δύσβατο μονοπάτι και εκείνοι πλέον προσπαθούν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες. Κυρίως, όμως, ο Περέκ καταγράφει το δικό του ταξίδι περιπλάνησης –περνά από αφύλακτα γκισέ ελέγχων, διασχίζει μεγάλες εκτάσεις ερημωμένης γης–, μέχρι να φτάσει σε αδιέξοδο, σε μια προσωπική εξορία.

«αλλά όχι, δεν ήταν ακόμα η Αμερική:
μόνο μια προέκταση του πλοίου,
ένα θρύψαλο της γηραιάς Ευρώπης
όπου τίποτα ακόμα δεν είχε κερδηθεί,
όπου όσοι έφυγαν
δεν είχαν φτάσει ακόμα,
όπου όσοι άφησαν τα πάντα
δεν είχαν τίποτα αποκτήσει ακόμα».

Ο Περέκ, φτάνοντας στο Έλις Άιλαντ, το οποίο για χρόνια είχε εγκαταλειφθεί, και μόλις τα τελευταία χρόνια γινόταν μια απόπειρα για τη δημιουργία ενός μνημείου, εκεί όπου θα μπορούσε κανείς να αναζητήσει στους καταλόγους το όνομα κάποιου δικού του ανθρώπου, ακούει τον απόηχο των εκατοντάδων χιλιάδων φωνών να διηγούνται η κάθε μια τη δική της ιστορία, τους αγαπημένους τους που άφησαν πίσω, τους φόβους και τις ελπίδες τους, τα δάκρυά τους. Ο Περέκ, ένα μυαλό που συνεχώς γεννούσε ιστορίες, δεν μπορεί να μείνει ατάραχος στον απόηχο όλων αυτών των ιστοριών, γεγονός που φαίνεται στο κείμενο αυτό, το οποίο ξεκινάει με την πρόθεση να παρουσιάσει τα γεγονότα, να μιλήσει με στοιχεία και ονόματα, να κάνει μια ιστορική αναδρομή του φαινομένου αυτού, χωρίς να καταφέρνει -πιθανόν ούτε να επιδιώκει – εξ αρχής να κρύψει το συναισθηματικό φορτίο, στη συνέχεια καταφεύγει σε μια πιο ποιητική καταγραφή, σε έναν ύμνο για την κάθε ελπίδα που γεννήθηκε στην ιδέα μιας γης πιο ανεκτικής, για να καταλήξει -αναπόφευκτα- να μιλάει για τη δική του διαδρομή μετανάστευσης, για τη δική του ιστορία, την εβραϊκότητά του, όλα εκείνα που τον έφεραν μέχρι το Παρίσι.
Η “ρίζα” τον προβληματίζει, τον πονάει καθώς κι ο ίδιος αναζητά την προσωπική του ιστορία, την προσωπική του ταυτότητα. Έτσι μέσα στη “μεγάλη ιστορία” εντάσσει και το προσωπικό στοιχείο και μιλά για πρώτη φορά τόσο καθαρά για τη χαμένη εβραϊκότητά του και την αναζήτησή της. Έχει κι ο ίδιος, όπως οι απόγονοι των πρώτων μεταναστών, την ανάγκη να ανήκει κάπου. Να έχει ήθη και έθιμα, να μη νιώθει “ξένος”.


Στέκεται στα συναισθήματα των ανθρώπων που έφτασαν στον τόπο εκείνο προσδοκώντας μια καλύτερη, μια άλλη ζωή, με συμπόνια, με κατανόηση. Ο
Περέκ αναφέρει χαρακτηριστικά:«{…} μια Γη της Επαγγελίας αρχίζει να διαφαίνεται: η Αμερική ͘μια γη παρθένα, πρόσφορη σε όλους, μια γη ελεύθερη και γενναιόδωρη όπου οι κολασμένοι της Γηραιάς Ηπείρου θα μπορέσουν να γίνουν οι πιονιέροι του Νέου Κόσμου, οι κτίστες μιας κοινωνίας χωρίς αδικία και χωρίς προκαταλήψεις». Αυτή η Αμερική όμως δεν είναι και τόσο εύσπλαχνη και τόσο καταδεκτική όσο νομίζουν εκείνοι που βλέπουν τα φώτα της λαμπερά και το μέλλον τους εκεί στρωμένο με ροδοπέταλα. η Αμερική, η πολλά υποσχόμενη είναι μία χέρσα γη που χρειάζεται πολύ δύναμη, επιμονή και υπομονή για να τιθασευτεί στα χέρια του καλλιεργητή που έρχεται να ρίξει τον σπόρο του και να τον περιμένει να ανθίσει. Αυτοί οι άνθρωποι που καταφθάνουν εκεί είναι ταλαιπωρημένοι, είναι οι περισσότεροι ξεριζωμένοι και απελπισμένοι, αυτή είναι η χώρα που θέλουν να ξαναρχίσουν τη ζωή τους.
«…Για τους ιρλανδούς αγρότες που τους ρήμαξαν τις σοδειές, για τους φιλελεύθερους Γερμανούς που διώχθηκαν μετά το 1848, για τους εθνικιστές Πολωνούς που συνετρίβησαν το 1830, για τους Αρμένιους, για τους Έλληνες, για τους Τούρκους, για όλους τους εβραίους της Ρωσίας και της Αυστροουγγαρίας, για τους Ιταλούς του νότου που πέθαιναν κατά εκατοντάδες απ’ τη χολέρα και τις άθλιες συνθήκες, η Αμερική έγινε το σύμβολο της καινούργιας ζωής, της ευκαιρίας που επιτέλους είχε δοθεί, και γι’ αυτό, δεκάδες εκατομμύρια, οικογένειες ολόκληρες, χωριά ολόκληρα, ξεκίνησαν, από το Αμβούργο ή τη Βρέμη, από τη Χάβρη, τη Νάπολη ή το Λίβερπουλ, αυτό το ταξίδι χωρίς επιστροφή.
Για πολλές δεκαετίες, ο τελευταίος σταθμός αυτής της εξόδου που δεν είχε προηγούμενο στην ιστορία της ανθρωπότητας, ήταν, μετά από ένα διάπλου που τις περισσότερες φορές πραγματοποιούνταν σε τρομαχτικές συνθήκες, ένα νησάκι ονόματι Έλις, όπου οι υπηρεσίες του Ομοσπονδιακού Γραφείου Μετανάστευσης είχαν εγκαταστήσει το κέντρο τους υποδοχής. Έτσι, σ’ αυτή τη στενόμακρη αμμουδέρα στις εκβολές του Χάτσον, πολύ κοντά στο τότε μόλις πρόσφατο Άγαλμα της Ελευθερίας, συναθροίστηκαν για κάποιο χρονικό διάστημα όλοι αυτοί που έμελλε να συγκροτήσουν το αμερικανικό έθνος.»
Γράφει ο Περέκ και αποκαλύπτει: «Δεν ήταν όλοι οι μετανάστες υποχρεωμένοι να περάσουν από το Έλις Άιλαντ. Όσοι είχαν αρκετά χρήματα ώστε να ταξιδέψουν πρώτη ή δεύτερη θέση, ελέγχονταν εν τάχει πάνω στο πλοίο από έναν γιατρό και έναν ληξίαρχο και αποβιβάζονταν χωρίς κανένα πρόβλημα». Η μαρτυρία αυτή του Περέκ αναδεικνύει και τις διακρίσεις ανάμεσα στους μετανάστες σε φτωχούς και πλούσιους, με τους πρώτους να αντιμετωπίζονται ως υποδεέστεροι απέναντι στους πρώτους και να τυχαίνουν όχι και τόσο καλής μεταχείρισης αφού έπρεπε να περιμένουν κάτω από άθλιες συνθήκες, να απαντήσουν τις περιβόητες είκοσι εννέα ερωτήσεις για να αποφασιστεί κατά πόσο είναι κατάλληλοι ή όχι για να περάσουν το κατώφλι του Αμερικανικού εδάφους και για να βρεθούν με τις ελπίδες διαψευσμένες και τα όνειρα γκρεμισμένα. Ο δρόμος που ανοιγόταν μπροστά τους ήταν μόνο δύσβατος. Ήταν αυτοί που καλούνταν να χτίσουν την Αμερική των πλουσίων κι όχι να πλουτίσουν.
«{…} για καθέναν απ’ αυτούς που παρέλαυναν μπροστά στους γιατρούς και τους ληξίαρχους, το διακύβευμα ήταν ζωτικό: είχαν απαρνηθεί το παρελθόν τους και την ιστορία τους, είχαν εγκαταλείψει τα πάντα για να δοκιμάσουν να ‘ρθουν εδώ για να ζήσουν μια ζωή που δεν τους είχε δοθεί το δικαίωμα να ζήσουν στο πατρίδα τους».
Πέρα από τα βάσανα και τις στερήσεις, τους εξευτελισμούς και τις καταπιέσεις, οι απόγονοι των πρώτων μεταναστών ακόμη και σήμερα επισκέπτονται το “λεηλατημένο” Έλις Άιλαντ. Τίποτα εκεί δεν θυμίζει όσα συνέβαιναν πέρα από κάποια χαραγμένα ονόματα ή προσευχές στους τοίχους. Όλα τα άλλα κανείς δεν ξέρει αν υπήρξαν ή μεταφέρθηκαν εκεί για να μη φανεί το πλιάτσικο που ακολούθησε μετά το κλείσιμο του κέντρου υποδοχής.
«{…} τίποτα δεν μοιάζει πιο πολύ σ’ έναν εγκαταλειμμένο χώρο από έναν άλλο εγκαταλειμμένο χώρο».
«Πώς να συλλάβεις αυτό που δε σου δείχνουν, που δε φωτογραφήθηκε, αρχειοθετήθηκε, σκηνοθετήθηκε; Πώς να ξαναβρείς αυτό που ήταν ασήμαντο, κοινότοπο, καθημερινό, αυτό που ήταν κανονικό, αυτό που συνέβαινε κάθε μέρα;» αναρωτιέται εύλογα ο Περέκ με μία δόση μελαγχολίας που συνεχίζεται και μετά καθώς ξετυλίγει το κουβάρι της ιστορίας αυτών των ανθρώπων. Η μνήμη ωστόσο είναι άκρως αναγκαία για να μην επαναληφθούν αντίστοιχες πρακτικές στο μέλλον κάτι που μάλλον όμως είναι αναπόφευκτο λόγω της μη παύσης των πολέμων και της φτώχειας που αυτός φέρνει.
Το Έλις Άιλαντ όμως είναι ένας τόπος μνήμης της μετανάστευσης, εκείνος με τον μεγαλύτερο ίσως συμβολισμό, ίσως λόγω της σκιάς του αγάλματος της Ελευθερίας, ίσως εξαιτίας των προσδοκιών για τον Νέο Κόσμο.
Το ζήτημα της μετανάστευσης γίνεται ολοένα και πιο επιτακτικό στις μέρες μας. Η επικαιρότητα το τελευταίο διάστημα είναι αδυσώπητη. Δεν γίνεται να αποστρέψεις το βλέμμα. Δεν γίνεται να μην πάρεις θέση. Όσα δεινά κι αν περάσει ο άνθρωπος τίποτα δεν μαθαίνει από την Ιστορία.
Οι σκέψεις του Περέκ, οι προβληματισμοί του είναι σημαντικοί για εμάς που μπερδευόμαστε και τρομάζουμε όταν ακούμε τη λέξη “μετανάστης”.
Το φαινόμενο της μετανάστευσης δεν σταματά με το κλείσιμο του Έλις Άιλαντ. Ο Πέρεκ ήδη αναφέρεται στους ανθρώπους που προσπαθούσαν να περάσουν στην Αμερική, Μεξικάνοι, Πορτορικάνοι,  κλπ, με ιδιαίτερη μνεία στους Βιετναμέζους. Το φαινόμενο της μετανάστευσης είναι τραγικά επίκαιρο και στις μέρες μας. Οι πολιτικές του Δυτικού κόσμου έχουν μεγάλη ευθύνη τόσο για τη δημιουργία του τεράστιου κύματος μετανάστευσης όσο και για την μη ουσιαστική αντιμετώπιση. Ο Περέκ στο βιβλίο του καταφέρνει να δώσει διαχρονικές απαντήσεις σχετικά με τα συναισθήματα των ανθρώπων που αναγκάζονται να αφήσουν τις πατρίδες τους και κυρίως να απαρνηθούν σχεδόν την ταυτότητά τους.
Οφείλουμε να επισημάνουμε πως ο Περέκ καταφέρνει να μιλήσει για όλα μέσω της ουλιπιανής γραφής. Ανοίγεται σε όλα τα είδη γραφής και καταφέρνει από την καταγραφή και περιγραφή των καταστάσεων, από την αρίθμηση και την καταλογογράφηση να βγει από το ειδικό (μετανάστες στην Αμερική) και να περάσει στη μετανάστευση γενικά και στην προσωπική ιστορία, η οποία αποτελεί και τη μεγάλη του βάσανο σχεδόν σε όλο το έργο του. Η εξαιρετική μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη μας επιτρέπει να θαυμάσουμε τη γραφή του Περέκ ο οποίος υπήρξε ένας από τους στυλοβάτες του
Oulipo.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.