Loading...
Έκτακτα δίχως τακτΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Λένη Ζάχαρη: Οι φανταστικές περιπέτειες μιας φανταστικής Πρωτοχρονιάτικης Περιουόπιτας!  

Τι μου ‘ρθε κι εμένα! Να τους φωνάξω να φτιάξουμε βασιλόπιτα “Περιουΐτικη”…
Άντε όμως να μαζέψεις στην κουζίνα της Παυλίνας δώδεκα πολυάσχολους, χρονιάρες μέρες!

Φωνάζω την Έφη.
“Αχ!”, μου λέει, “να τελειώσω μια μετάφραση κι έρχομαι!”

Φωνάζω την Τίνα.

«Αργότερα» λέει. «Τώρα ετοιμάζω μια παρουσίαση του βιβλίου μου…»

Φωνάζω τον Κωστή.

«Έχω αποκλειστεί απ’ τα χιόνια στην Εθνική οδό» λέει, «και πρέπει να προλάβω μια πρόβα!»

Φωνάζω την Ανθούλα.

«Δεν μπορώ» λέει. ¨Πρέπει να γράψω ένα δοκίμιο για τον Ελύτη, μια παρουσίαση θεατρικής παράστασης, μια μουσικής, μια εισήγηση για ένα φιλολογικό συνέδριο και 3 βιβλιοπαρουσιάσεις.»

Φωνάζω τον Χρήστο.

«Θα έρθω» λέει «αργότερα. Θέλω να τελειώσω ένα κείμενο για τον Σεφέρη…»

Φωνάζω την Λίζα.

«Έχω κομμωτήριο» λέει.  «Και μεταφράζω και Τσβετάγεβα τώρα…»

Φωνάζω την Γεωργία.

«Α, γράφω τώρα για το έθιμο της βασιλόπιτας… Να τελειώσω κι έρχομαι!»

Φωνάζω την Γιούλη.

«Δεν μπορώ» λέει, «Έχω κανονίσει να πάω σινεμά.»

Φωνάζω τον Κώστα.

«Να τελειώσω κάτι που γράφω για τον Στρόβιλο κι έρχομαι», λέει.                                                                             

Τη Δήμητρα, περιττό να την φωνάξω. Έχει απαγορευτικό από Κεφαλονιά…

Τι θα κάνω; Μόνο η Λάρα δείχνει να με καταλαβαίνει και τρίβει τη μουσούδα της τρυφερά στα πόδια μου, αλλά κι αυτή τελικά ζητάει καρύδια με τον ξεχωριστό τρόπο της…

Όσο για την Παυλίνα, δεν βοηθά καθόλου. Είναι στο σαλόνι και παίζει σκραμπλ με κάποιον που της χρωστά κοινόχρηστα!
Κι εκεί που παρακολουθώ το βούτυρο να μαραζώνει, χτυπά “ντριιιν” το κουδούνι κι έρχεται όλη σχεδόν η ομάδα μαζί!

Ξεκινάω να μοιράζω ποδιές.
“Ε, τι, δεν θα πιούμε πρώτα κάτι, να αλληλοευχηθούμε;”, λέει η Λιζούλα μας. Καταλαβαίνω πού πάει το πράγμα, βλέπω και το πονηρό βλέμμα του Κώστα… Ο Χρήστος συμφωνεί και παρασύρει και την Γεωργία που, οφείλω να πω, είναι πάντα τόσο τυπική! Αφού η κομπανία προτίθεται να ζεστάνει το λαιμό της με αποστάγματα ιδιαίτερα, κάθομαι κι εγώ και παρακολουθώ σκεπτομένη ότι πάει άκλαφτη η βασιλόπιτα πριν καν δημιουργηθεί…


Ξαφνικά, εκεί που χαχανίζουμε με τα ευτράπελα των Χριστουγέννων και διάφορα άλλα “ενδοοικογενειακά” ζητήματα αρχίζει να μιλά η Γεωργία:

“Παιδάκια μου καλά, γνωρίζετε ότι το έθιμο της βασιλόπιτας, όπως και άλλα του Δωδεκαημέρου (Χριστούγεννα- Θεοφάνεια)  ανάγεται στα ρωμαϊκά “Σατουρνάλια” που αποτελούν συνέχεια των Ελληνικών «Κρονίων»;
Κατά τη διάρκειά τους προσφέρονταν ως δώρα καρποί και πλακούντες (πίτες) μέσα σε χρυσά φύλλα. Θα μπορούσε, σύμφωνα με κάποιους, να σχετιστεί και με τον εορταστικό άρτο της ελληνικής αρχαιότητας, που προσφερόταν στους θεούς, σε γιορτές όπως  τα «Θαλύσια», τα «Θαργήλια» και τα «Θεσμοφόρια».”


Αμέσως, πετάγεται η Έφη, μια αγάπη για την Ευρωπαϊκή ιστορία την έχει:
«Ας φύγουμε από την αρχαιότητα! Εγώ ξέρω πως το έθιμο του νομίσματος το καθιέρωσαν οι Φράγκοι! Μάλιστα, αυτόν που έβρισκε το νόμισμα τον ανακήρυσσαν “Βασιλιά της βραδιάς”. Άλλες φορές έβαζαν μέσα ένα φασόλι και αυτόν που το έβρισκε τον αποκαλούσαν «φασουλοβασιλιά»!”.

“Α!”, λέει ο Χρήστος, φιλόλογος, δεινός “σεφερολόγος” και με αδυναμία στην παράδοση, “δεν καθιέρωσαν τίποτα οι Φράγκοι! Μην ξεχνάμε την ιστορία του Αγίου Βασιλείου!
Σύμφωνα, λοιπόν, με τη χριστιανική παράδοση για το έθιμο της βασιλόπιτας, όταν ο Άγιος Βασίλειος ήταν επίσκοπος Καισάρειας, ο έπαρχος της Καππαδοκίας πήγε να εισπράξει φόρους με άγριες διαθέσεις.
Ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς.
Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και ζήτησαν την προστασία του επισκόπου τους. Αυτός τους είπε να συγκεντρώσουν τα τιμαλφή τους για να τα προσφέρουν στον έπαρχο, στο μεταξύ, όμως, εκείνος τον έπεισε να φύγει χωρίς να πάρει τίποτε.
Επειδή η επιστροφή των αντικειμένων στους κατόχους τους ήταν πρακτικά αδύνατη, με συμβουλή του αγίου ζυμώθηκαν πλακούντια (μικρές πίτες) και μέσα στο καθένα τοποθετήθηκε από ένα πολύτιμο αντικείμενο. 
Έγινε η διανομή και, σαν από θαύμα, έτυχε στον καθένα ό, τι είχε δώσει.
Από τότε, λέει η παράδοση, κάνουμε στη γιορτή του Αγίου Βασιλείου πίτες με νομίσματα μέσα. Όπως βλέπετε η ορθόδοξη παράδοση είναι αυτή που συνέδεσε το αρχαίο έθιμο με την βασιλόπιτα.”

“Πάντως”, λέει ο Κώστας με παιχνιδιάρικη διάθεση, “υπάρχουν κι άλλες παραλλαγές αυτής της παράδοσης. Τις βρήκα όταν έφτιαχνα ένα αφιέρωμα στον “Στρόβιλο”. Οι νεώτερες , από τον Πόντο και τη Μικρά Ασία, παρουσιάζουν τον Άγιο Βασίλειο να κερδίζει τον εισπράκτορα των φόρων σε χαρτοπαίγνιο και στη συνέχεια να γίνεται η διανομή με μικρά ψωμιά ή με μια μεγάλη πίτα!”
Επεμβαίνει η Λίζα με την βλαχοποντιακή καταγωγή. “Παιδιά, εμείς φτιάχναμε δύο ειδών βασιλόπιτες! Η μία ήταν όπως αυτή που ξέρετε όλοι και η άλλη ήταν κρεατόπιτα!”


“Ναι”, λέει κι η Τίνα, “το έχω διαβάσει. Θα σας παρουσιάσω κι εγώ λαογραφικά στοιχεία, για να πλουτίσετε τις γνώσεις σας! Στην Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη και σε άλλα μέρη όπου εγκαταστάθηκαν πρόσφυγες από την Κωνσταντινούπολη και τη Μικρά Ασία συνηθίζεται η λεγόμενη «πολίτικη» ή «σμυρνέικη» Βασιλόπιτα η οποία παρασκευάζεται  σε διάφορα μεγέθη και συνήθως είναι φουσκωτή, αφράτη και γλυκιά. Σε άλλα μέρη επικρατούν άλλοι τρόποι παρασκευής με μπαχαρικά κ.α. Στη δυτική Μακεδονία συχνά η βασιλόπιτα είναι μια τυρόπιτα ή πρασσόπιτα. Βασικό όμως κοινό γνώρισμα είναι ότι στο εσωτερικό όλων τοποθετείται νόμισμα, συνήθως κοινό, όμως σε ορισμένες περιπτώσεις χρυσό (κωσταντινάτο) ή ασημένιο.
Στην ελληνική επαρχία, ανάλογα με το τοπικό έθιμο, τοποθετείται στο εσωτερικό της βασιλόπιτας μικρό κομμάτι άχυρου, κληματόβεργας ή ελιάς ή, σε κτηνοτροφικές περιοχές, ένα μικρό κομμάτι τυρί, για να φέρουν καλή τύχη στην παραγωγή. Σε άλλα μέρη, αντί της πίτας φτιάχνουν μικρό στεφάνι από κλαδιά που όποιος το βρει στα χωράφια θα είναι τυχερός στα σπαρτά, ή στην ελαιοπαραγωγή ή στο κρασί κλπ.”

«Εγώ, μια φορά είχα βρει μέσα σε βασιλόπιτα μια ωραία, χοντρή βίδα από μίξερ!» πετάγεται η Παυλίνα. «Το θεώρησα καλή τύχη – μια που ούτε πνίγηκα ούτε έσπασα δόντι…»

Φυσικά, δεν την πιστεύει κανείς (μόνο ίσως η Τίνα, που είναι ψυχολόγος με ειδίκευση στα παιδικά ψυχολογικά τραύματα, και μουρμουρίζει: «Α, τώρα εξηγούνται πολλά…»)

Εγώ, ως συντονίστρια, θεωρώ καθήκον μου να επαναφέρω την σοβαρότητα στην ομήγυρη:

“Ε! Να σας πω κι εγώ για τη Βασιλόπιτα! Στη Θεσσαλία, αντί για Βασιλόπιτα, έφτιαχναν μια πίτα με φύλλα. Έβαζαν μέσα ένα κέρμα, κλήμα, τριφύλλι, καλαμπόκι, σιτάρι, φασόλι και άχυρο σύμβολα της κύριας ασχολίας των μελών της οικογένειας. Η πίτα κοβόταν το μεσημέρι μετά το φαγητό και μερίδιο είχαν όλα τα μέλη, κατά σειράν ηλικίας, καθώς και οι ξενιτεμένοι, οι φιλοξενούμενοι και το σπίτι.”


Ο Χρήστος προσθέτει: “Εγώ, που είμαι από την Ήπειρο, ξέρω πως στα ορεινά μέρη η Βασιλόπιτα ήταν τυρόπιτα ή κρεατόπιτα. Ξέρω κι άλλα: οι πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία έφτιαχναν γλύκισμα ή γλυκό ψωμί ζυμωμένο με διάφορα μυρωδικά, οι Σαρακατσάνοι έφτιαχναν την πίτα το πρωί της παραμονής ανακατώνοντας μέσα στο ζυμάρι γάλα, βούτυρο και μέλι ή ζάχαρη και την έτρωγαν ανήμερα του Αγίου Βασιλείου για να πάει καλά η χρονιά.
Στην Κάρπαθο και τη Σκύρο πάλι, έπλαθαν ξεχωριστή πίτα για τα μεγάλα ζώα, τους πολύτιμους συνεργάτες του νοικοκύρη στον καθημερινό μόχθο, την οποία ονόμαζαν «βουόπιτα» ή «βοδόκλουρα» και θριμματισμένη, με λίγο αλάτι, τους την τάιζαν ανήμερα της πρωτοχρονιάς.
Στα Χάσια, ξεχωριστή πίτα έπλαθαν και για τον τσομπάνο, τον βοσκό των προβάτων.  Στην αρχοντική Σιάτιστα η παράδοση ήθελε δύο βασιλόπιτες. Μια γλυκιά και μια αλμυρή με φύλλα. Την γλυκιά έκοβαν τα μεσάνυχτα, στην αλλαγή του χρόνου, για να τους φέρει γλυκές μέρες. Την αλμυρή, που περιείχε και το ασημένιο νόμισμα, «το δώρο», όπως το έλεγαν, την ονόμαζαν «του σπιτιού», την έκοβαν στο εορταστικό μεσημεριανό τραπέζι της πρωτοχρονιάς, και ο τυχερός άναβε με το νόμισμα λαμπάδα για το καλό όλης της οικογένειας. Η πίτα εκείνη περιείχε επί πλέον και σταυρουδάκι από χλωρά κλαράκια για υγεία και ευτυχία! ”


Ξαφνικά, ανοίγει το στόμα του κι ο λιγομίλητος Κωστής:  “Να πω κι εγώ; Να, σε πολλά νησιά με το ξημέρωμα της 1ης του Νέου Χρόνου ο νοικοκύρης του σπιτιού καθαγιάζει κατά κάποιο τρόπο το σπίτι κρατώντας ένα κομμάτι της Βασιλόπιτας κι ένα κερί μπαινοβγαίνοντας στην πόρτα τρεις φορές λέγοντας «έξω τα κακά, μέσα τα καλά»!
Επίσης, να σας πω και για τις Βασιλόπιτες που κόβουν τα σωματεία, οι επιχειρήσεις κλπ: Μπορεί να είναι νεώτερη συνήθεια, αλλά κατάγεται από τις παλαιότερες συντεχνίες, τα μέλη των οποίων έκοβαν την πρωτοχρονιάτικη πίτα και τη μοιράζονταν για το καλό το δικό τους και του κοινού τους επαγγέλματος!!!”


Η Ανθούλα με ύφος σκεπτικό αποφαίνεται: «Μια μελέτη ολόκληρη… Θα πρέπει να τη γράψω και να την συνδυάσω με όλα τα ποιητικά κείμενα της ελληνικής γραμματείας που αναφέρονται αμέσως ή εμμέσως στα έθιμα αυτά…»

Η Γιούλη πάλι, αναρωτιέται μεγαλοφώνως: «Πολύ υλικό! Και κανείς δεν σκέφτηκε να κάνει ούτε ένα ντοκιμαντέρ,  βρε αδερφέ!»


(Ναι, καλά…εδώ εμείς και δεν αξιωθήκαμε να φτιάξουμε ούτε Βασιλόπιτα! σκέφτομαι).

Στο σημείο αυτό, η Παυλίνα, ως αποσυντονίστρια επεμβαίνει:
«Εγώ, για να τελειώνουμε, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να προτείνω στους αναγνώστες μας μια συνταγή για βασιλόπιτα: Παίρνουμε 1 κιλό αλεύρι, 1 κιλό ζάχαρη, 1 κιλό βούτυρο  και 1 κιλό χρυσές λίρες (παλαιάς κοπής, κατά προτίμηση). Ζυμώνουμε, ψήνουμε στους 180 βαθμούς και, πριν σερβίρουμε, γαρνίρουμε με χρυσά κοσμήματα ψιλοκομμένα. Αυτοί που θα φάνε θα μείνουν οπωσδήποτε ενθουσιασμένοι και χωρίς δόντια.» 

(Να, το παιδικό τραύμα πώς επηρεάζει ακόμα τις εμπνεύσεις της, σκέφτομαι.)

Τελικά Βασιλόπιτα δεν φτιάξαμε, μοιραστήκαμε όμως αυτά που ξέρουμε μαζί σας και η Παυλίνα έδωσε, άθελά της, την αυθεντική συνταγή! Του Αγίου!
Θα χρειαστεί να μαζέψετε τα κοσμήματα της πολυκατοικίας ή της γειτονιάς, αλλά θα έχετε φτιάξει μια Βασιλόπιτα Καισαρείας!!!


Καλή χρονιά από όλους μας!

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.