Loading...
Διαβάζοντας αλλιώςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Λένη Ζάχαρη:  Φιόντορ Ντοστογιέβσκι, «Οι Δαιμονισμένοι», μτφρ. Άρης Αλεξάνδρου, εκδόσεις Γκοβόστη, 2014

Δεν είναι το βιβλίο ενός Ανθρώπου, δεν είναι το βιβλίο ενός Λαού και μιας Εποχής – είναι το Ημερολόγιο της Ψυχής του Κόσμου. Ποτέ και σε κανένα έργο λογοτεχνικό, κοινωνιολογικό, φιλοσοφικό, δεν παρουσιάστηκε ακέραιη η Ανθρωπότητα, έτσι και τόσο γυμνή αντίκρυ στη Φύση, στον Θεό, στον εαυτό της. Το πρόβλημα, το αιώνιο πρόβλημα της ζωής και της καταγωγής της και του σκοπού της, το πρόβλημα της ελευθερίας της βούλησης και των ορίων της, το πρόβλημα του θανάτου και της εκλογής του, ποτέ κανείς δεν το βίωσε τόσο καυστικά, τόσο τραγικά, όσο οι Δαιμονισμένοι. Μέσα στο συμπαντικό χάος περιδινούνται, συγκρούονται, συντρίβονται κι αρμονίζονται σαν ήλιοι οι ψυχές των Δαιμονισμένων, οι ανθρώπινες ψυχές, οι ψυχές μας, φλεγόμενες απ’ την ίδια τους τη φλόγα, φωτίζοντας με τη φλόγα τους τον εαυτό τους και το αιώνια ανανεούμενο και μεγαλυνόμενο θαύμα του Κόσμου. Σ’ αυτό το έργο ο Ντοστογιέβσκι μάς περιγράφει, ή –για να κυριολεκτούμε– ζει, με το γνώριμο πυρετικό τρόπο του, την ίδια την αεικίνητη και ταραγμένη ζωή του, ζει τις ιδέες και αντιλήψεις του για τον Θεό και τον κόσμο, για την κοινωνία και τους λαούς, για την επικρατούσα τάξη πραγμάτων και την επανάσταση. Οι Δαιμονισμένοι είναι το πύρινο Ημερολόγιο της Ψυχής της Οικουμένης.»(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

 

«Επειδή πιστεύουμε ότι η σημερινή κρίση είναι πρωτίστως κρίση παιδείας και πολιτισμού, κρίνουμε ότι η διέξοδος από αυτή πρέπει να αναζητηθεί μέσα από τις κλασικές αξίες» δηλώνει ο εκδότης του βιβλίου Κωνσταντίνος Γκοβόστης.


Λίγα λόγια σχετικά με τον βίο του Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι

O Φιόντορ Ντοστογιέφσκι γεννήθηκε στη Μόσχα στις 11 Νοεμβρίου του 1821. Πατέρας του ήταν ο Μιχαήλ Αντρέεβιτς και μητέρα του η Μαρία Φιοντόροβα Νετσάνιοβα. Ο πατέρας του υπήρξε γιος κληρικού, αλλά  δεν ακολούθησε την πορεία του πατέρα του και έγινε στρατιωτικός ιατρός. Κατάφερε, αν και ο ίδιος δεν είχε αριστοκρατική καταγωγή, να ανελιχθεί στα ανώτερα στρώματα. Έτσι εξασφάλισε στον γιο του μία οικονομικά άνετη παιδική ηλικία και την δυνατότητα να μορφωθεί. Πέρα από αυτό όμως, ήταν αλκοολικός και βίαιος  και ποτέ δεν βρέθηκε ουσιαστικά κοντά του.  Η μητέρα του υπήρξε μία στοργική, ευαίσθητη και πνευματώδης γυναίκα και αυτή ήταν που εμφύσησε στο παιδί της την αγάπη για την λογοτεχνία.

Ο Φιόντορ σπούδασε στην κρατική στρατιωτική σχολή, αλλά  από τα σχολικά του χρόνια το πάθος του αποτέλεσαν η λογοτεχνία και η συγγραφή. Το 1849 εξορίστηκε με την κατά πολλούς ψευδή κατηγορία για συμμετοχή σε προδοτική συνωμοσία. Μετά την εξορία, αλλά και λόγω των θλιβερών γεγονότων που σημάδεψαν τη ζωή του (όπως ο θάνατος της πρώτης συζύγου του), βρέθηκε καταχρεωμένος και παρασύρθηκε από το πάθος του για τον τζόγο. Παρ’ όλα αυτά, κατάφερε να ξεπεράσει την αδυναμία του με την βοήθεια της δεύτερης συζύγου του, Άννας Γρηγόριεβνα Ντοστογιέφσκι.

Οι δυσκολίες της εξορίας, αλλά και ο θάνατος ενός από τα παιδιά του, επιβάρυναν την ευάλωτη υγεία του. Ο Φιόντορ Ντοστογιέφσκι έπασχε από πνευμονική νόσο και επιληψία. Στις 28 Ιανουαρίου του 1881, ο συγγραφέας έχασε την ζωή του προκαλώντας θλίψη στους οικείους του αλλά και σε πλήθος θαυμαστών του. Για δύο συνεχείς ημέρες, το διαμέρισμα της Οδού Κουζνέτσνυ κατακλυζόταν από κόσμο, που συνέρρεε για το τελευταίο αντίο στην σημαντικότατη μορφή της ρωσικής αλλά και παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Σχετικά με το έργο

 

Tο έργο, «Οι Δαιμονισμένοι»,  γράφτηκε υπό συνθήκες εξαθλίωσης και ενώ ο συγγραφέας ζούσε στο εξωτερικό. Κάποια στιγμή, ενώ βρισκόταν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση, ο Ντοστογιέφσκι αρνήθηκε να τελειώσει το έργο αν δεν επέστρεφε στην πατρίδα του. Έτσι, ο εκδότης του φρόντισε για την επιστροφή του και για την προώθηση του βιβλίου, οργανώνοντας δημόσιες αναγνώσεις αποσπασμάτων παλαιότερων έργων του.

Εν συνεχεία, και ενώ ο Ντοστογιέφσκι είχε συλλάβει τον επόμενο ήρωα του μυθιστορήματος εν ονόματι «Η ζωή ενός μεγάλου αμαρτωλού», κάποιο εντυπωσιακό δημοσίευμα στις εφημερίδες άλλαξε άρδην την σκέψη του. Τη βασική πλοκή για τους Δαιμονισμένους την εμπνεύστηκε απ’τη δολοφονία ενός φοιτητή στη Μόσχα. Αιτία για τη δολοφονία στάθηκε η υποψία κάποιων συμφοιτητών του πως θα τους πρόδιδε. Τα γεγονότα που διαδραματίζονται στις 700 περίπου σελίδες του μυθιστορήματος στηρίζονται σε αληθινά περιστατικά της εποχής που συντάραξαν τον συγγραφέα.

Να σημειωθεί ότι, τη δεκαετία 1860-1870 ακμάζει το κίνημα του Μηδενισμού, γεγονός καταλυτικής σημασίας, όπως αποδείχτηκε, για τον Ντοστογιέφσκι. Η δολοφονία του φοιτητή Ιβανόφ διαπράχθηκε από την οργάνωση «Λαϊκή Εκδίκηση» που καθοδηγείτο από τον Νιετσάγεφ, πνευματικό τέκνο του πατριάρχη του αναρχισμού Μπακούνιν, και συγγραφέα της «Κατήχησης ενός Επαναστάτη», ενός βιβλίου που επηρέασε τις «τρομοκρατικές οργανώσεις» του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα (Ερυθρές Ταξιαρχίες,Μπάαντερ-Μάϊνχοφ κλπ).
Ο Νιετσάγεβ πρέσβευε ότι «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» και ότι μοναδικός σκοπός, πάθος, προορισμός ενός πραγματικού επαναστάτη είναι η σύνθλιψη των νόμων, της τάξης, των συνθηκών επιβίωσης και της ηθικής του «παλιού» κόσμου με κάθε μέσον. Eμπνευσμένο από την πραγματική ιστορία αυτής της πολιτικής δολοφονίας που τρομοκράτησε τους Ρώσους το 1869, το μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι προοριζόταν για «μπροσούρα», στην οποία ο μεγάλος συγγραφέας είχε την πρόθεση να εκθέσει τις απόψεις του για την υλιστική ιδεολογία που αισθανόταν ότι προσέβαλλε την πατρίδα του με ταχύτητα επιδημίας.
Ο Νιετσάγεφ χρησίμευσε λοιπόν ως πρότυπο για έναν εκ των κεντρικών χαρακτήρων του μυθιστορήματος, του Πέτρου Στεπάνοβιτς Βερχοβένσκι, που γύρω από αυτόν και τον μυστηριώδη Νικολάϊ Σταυρόγκιν εξελίσσεται ουσιαστικά η πλοκή του βιβλίου. Οι δύο «δαιμονικές» αυτές προσωπικότητες νοηματοδοτούν την πλοκή της ιστορίας με διαφορετικό αλλά ταυτόχρονα σημαντικό τρόπο ο καθένας.

Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στην επαρχιακή Ρωσία, στα υποστατικά του Στεπάν Τροφίμοβιτς και της Βαρβάρας Σταυρόγκινα. Ο γιος του Στεπάν Τροφίμοβιτς, Πέτρος Βερχοβένσκι, είναι συνωμότης με όραμα, που οργανώνει τους επαναστάτες της περιοχής και αναγορεύει τον γιο της Βαρβάρας Σταυρόγκινα, Νικολάι Σταυρόγκιν, σε «καρδιά» του κινήματός του, βασιζόμενος στο μίσος που ο τελευταίος τρέφει για την ανθρωπότητα. Ο Πέτρος Στεπάνοβιτς Βερχοβένσκι είναι ένας αδίστακτος μηδενιστής που το μόνο που θέλει είναι η ανατροπή των πάντων και μετέρχεται κάθε μέσου (θεμιτού και αθέμιτου) για να το πετύχει. Ενσαρκώνει την έκπτωση ενός χαρακτήρα από τον ιδεαλιστή ρεφορμιστή της γενιάς του πατέρα του στον μηδενιστή ρουφιάνο της νεώτερης γενεάς. Δεν διστάζει να δολοφονήσει, να προδώσει, να κλέψει, δολοπλοκεί και συνωμοτεί εναντίον των πάντων. Στον μόνο που δείχνει να υποτάσσεται και να φοβάται είναι ο Σταυρόγκιν.  Γύρω του συναθροίζει τον φιλοσοφίζοντα Σιγκαλιόβ, τον αυτοκτονικό Κυρίλλοβ και τον πρώην μιλιταριστή Βιργκίνσκι, προσπαθώντας να παγιώσει την αφοσίωσή τους στο πρόσωπό του και τη συνοχή τους μέσω της δολοφονίας του Ιβάν Σατόβ, ενός άλλου συνωμότη. Θεωρητικοί της επανάστασης, όπως ο Σιγκαλιόβ, μηδενιστές όπως ο Κυρίλλοβ, αθεϊστές όπως ο Λιπάτιν, νεαροί σπουδαστές που φέρουν δυνάμει την ιδέα της Ορθοδοξίας, όπως ο Σατόβ, καθώς και ο χαρακτήρας του επισκόπου Τύχωνος, απηχούν τις εσωτερικές συγκρούσεις του συγγραφέα κι ενσαρκώνουν, κατά περίπτωσιν, τα δόγματα του μηδενισμού, τις ακρότητες του μαχητικού κομμουνισμού, τις εμμονές του συντηρητισμού, ή και υπαρξιστικές αναζητήσεις.

Ζωή χωρίς νόημα και Θεό

Στην ομάδα των εν δυνάμει τρομοκρατών συμμετέχει, σε ειρωνική απόσταση, ο Σταυρόγκιν – ίσως επειδή δεν έχει και τίποτα καλύτερο να κάνει, ίσως πάλι επειδή ο Πιοτρ πολιορκεί τον ίδιο (και το πουγκί του) με δουλικότητα, αναδεικνύοντάς τον ως τον εν δυνάμει νέο τσάρο. Λίγο η αδιαφορία και ο σνομπισμός του Σταυρόγκιν, λίγο το παλιό του έγκλημα με τη μικρή αυτόχειρα από το οποίο αγωνίζεται να λυτρωθεί ακόμη, λίγο το μπέρδεμα οικογενειακών και πολιτικών θεμάτων, θα τον εισαγάγουν στις επαναστατικές διαδικασίες έστω και κατά τύχη. Αθελά του μάλιστα θα ωθήσει τους δαιμονισμένους να συσφίξουν την οργάνωσή τους συμμετέχοντας σε ένα κοινό έγκλημα – τη δολοφονία ενός μεταμελημένου μέλους τους. Έτσι θα κινηθεί, προς την κορύφωση του δράματος, με τον εμπρησμό τμήματος της πόλης, τη δολοφονία της ανάπηρης συζύγου του Σταυρόγκιν και του αδελφού της και με μια αιματηρή αλυσίδα γεγονότων. Προεξάρχουσα θέση θα αποκτήσει η φιλοσοφική διερώτηση επί του ζητήματος της αυτοκτονίας (κεντρική στον στοχασμό του Καμί και εναρκτήρια φράση στον «Μύθο του Σισύφου»). Εδώ η σχετική προβληματική και οι πρακτικές συνεπαγωγές της υλοποιούνται από τον Κυρίλλοβ, έναν ακόμη ενδιαφέροντα χαρακτήρα, θεωρητικό της αυτοχειρίας «σε μια ζωή χωρίς νόημα και χωρίς Θεό», που θα πάρει πάνω του τα εγκλήματα της ομάδας πριν σφίξει τη θηλιά στον λαιμό του.
Ο Νικολάι Σταυρόγκιν είναι μια  ψυχοπαθολογική προσωπικότητα που -στο «λογοκριμένο» κεφάλαιο του βιβλίου- ομολογεί χωρίς δείγμα μεταμέλειας την παιδοφιλία του και περιγράφει τους «δαίμονές» του. Μόνο ένας άνθρωπος καταφέρνει να κοιτάξει μέσα στην ψυχή του, ο Τύχων ο μοναχός. Αντικοινωνικός, χειριστικός αλλά και προικισμένος με ψήγματα ηθικής, ο Σταυρόγκιν αποδέχεται την ευθύνη των πράξεών του και είναι ο χαρακτήρας που πραγματικά εξελίσσεται στο μυθιστόρημα. Είναι ένας αλλοτριωμένος άνθρωπος και η αλλοτρίωσή του τον συνθλίβει.
Ο Νικολάι Σταυρόγκιν, κεντρικός ήρωας του μυθιστορήματος είναι ένα πρόσωπο τραγικό , που βιώνει μέσα του το απόλυτο κενό της πλήξης και του συναισθηματικού μαρασμού. Ένας άνθρωπος ικανός για το απόλυτο καλό, αλλά και για το απόλυτο κακό. Ταυτόχρονα όμως κι ένας άνθρωπος διχασμένος. Η ψυχή του έχει ανάγκη να πιστέψει με όλη της τη δύναμη στο θεό, σ’ ένα καλύτερο μέλλον , στην αθωότητα του ανθρώπου. Το μυαλό του όμως – είναι δαιμονικά έξυπνος από παιδί- δεν του επιτρέπει να ζει με αυταπάτες. Κι αυτή είναι η αιτία της δυστυχίας του. Μένει ανέστιος, δίχως ηθικά ερείσματα. Και πού να στηριχτεί, όταν δεν μπορεί να πιστέψει στον άνθρωπο;
Βρίσκει καταφύγιο σ’ έναν κυνισμό αυτοκαταστροφικό. Βυθίζεται ολοένα και πιο πολύ – με ηδονισμό όπως ο ίδιος παραδέχεται- σε μια ζωή εσκεμμένα ανήθικη, προκαλώντας τον εαυτό του σ’ έναν αγώνα ολέθρου, με τραγική κατάληξη την αυτοκτονία του. Μα μέσα του υπάρχει η φλόγα που τον καίει και τον σιγοτρώει, η φλόγα που εγώ τη λέω « ανθρώπινη ουσία» και άλλοι μπορεί να την πουν «συνείδηση».
Κι εδώ κρύβεται όλη του η τραγικότητα.
Και σε κάτι ακόμη: στην αδήριτη ειλικρίνειά του. Μια ειλικρίνεια ανελέητη. Τον βλέπουμε να μαστιγώνει τον εαυτό του και τους γύρω του με το γυμνό του βλέμμα, με λόγια και πράξεις ολότελα απογυμνωμένες από προσποίηση. Δεν καταδέχεται να κρυφτεί πίσω από οποιοδήποτε ψέμα, με τίμημα την απόλυτη δυστυχία.

Μοιάζει να είναι ο μόνος που κατάλαβε. Και στέκει πάνω απ’ όλους τους άλλους ήρωες του έργου, τη μητέρα του, το δάσκαλό του, τις τρεις γυναίκες που θανάσιμα τον ερωτεύτηκαν και τέλος τον αμοραλιστή Πιότρ Βερχοβένσκι. Τους κοιτά με υπεροψία και πόνο , ίσως και γνήσια λύπηση.

Και είναι μόνος.
Υπό αυτό το πρίσμα συμβολίζει με ακρίβεια τον σημερινό άνθρωπο.
Αρνείται να μιλήσει οποιαδήποτε άλλη γλώσσα πέρα απ’ αυτήν της αλήθειας.
Και ταυτόχρονα βγάζει τη γλώσσα στα κατά συνθήκην ψεύδη που επιβάλλει η κοινωνική συναναστροφή.

Βλέπουμε τρία τέτοια δείγματα ωμής ειλικρίνειας:

1. Στη λέσχη, σε μια παρέα σεβάσμιων προσώπων , δε διστάζει να σύρει απ’ τη μύτη –κυριολεκτικά- τον Γκαγκάνοφ « άνθρωπο ηλικιωμένο και με μεγάλη προσφορά στην πατρίδα, που όμως είχε την άκακη συνήθεια να λέει κάθε δεύτερη λέξη : «όχι, δε θα με σύρουν εμένα από τη μύτη.»

2. Ο Λιπούτιν, που στέκει στον αντίποδα του Γκαγκάνοφ- άνθρωπος που δεν ανήκει στην υψηλή κοινωνία, αντίθετα,  πρωταγωνιστεί στην προσπάθεια ανατροπής του κατεστημένου ως μέλος επαναστατικής οργάνωσης- τον καλεί στο σπίτι του, εκλαμβάνοντας την προσβολή του αξιοσέβαστου Γαγκάνοφ ως επαναστατική πράξη.

Τι κάνει εκεί ο Σταβρόγκιν;
Μπροστά σε όλους τους παρισταμένους αγκαλιάζει και φιλάει παθιασμένα τη γυναίκα του οικοδεσπότη.

3. Ο ίδιος ο νομάρχης επιχειρεί να τον συνετίσει.

« Πείτε μου, τι είναι εκείνο που σας ωθεί σε τέτοιες ασύδοτες ενέργειες, έξω από κάθε αποδεκτό όριο; Τι μπορεί να υποδηλώνουν τόσο ανάρμοστες , παραληρηματικές θα έλεγα πράξεις;» Τον ικετεύει ν’ απαντήσει.

« Ε, λοιπόν, θα σας πω τι με ωθεί.» Σκύβει στο αφτί του νομάρχη, αρπάζει με τα δόντια του το πάνω τμήμα του αφτιού του και το δαγκώνει με όλη του τη δύναμη.

Εκείνο που κάνει εντύπωση στην περιγραφή του Ντοστογιέφσκι είναι ο παιγνιώδης και ανάλαφρος τόνος της αφήγησης. Σαν να κλείνει το μάτι στον αναγνώστη, αποστασιοποιημένος πλήρως απ’ το γεγονός που περιγράφει.

Μας παρουσιάζει έναν χαρακτήρα πλήρως απαθή μπροστά στη γνώμη των άλλων. Ο Σταβρόγκιν δεν παραβιάζει τους κοινωνικούς κανόνες για να προκαλέσει. Δεν τον ενδιαφέρει να διαμαρτυρηθεί για τίποτα … Ή μήπως διαμαρτύρεται υποσυνείδητα ενάντια σ’ αυτήν ακριβώς την έλλειψη αντίδρασης; Και λέω υποσυνείδητα γιατί μοιάζει να αφήνει το ένστικτό του να τον κατευθύνει , καθώς δεν πιστεύει σε τίποτα άλλο.
Και μένει μόνος.

Είναι ολοφάνερο στον αναγνώστη των ντοστογιεφσκικών έργων πως ο συγγραφέας παρουσιάζει τους χαρακτήρες με τόση λεπτομέρεια και ρεαλισμό, που νομίζεις ότι είναι πραγματικά πρόσωπα και εκείνος μπόρεσε με μια υπερφυσική δύναμη να δει και να καταγράψει κάθε κίνηση του σώματος και  της ψυχής τους. Έπειτα, η ασυνήθιστη, δαιδαλώδης πλοκή του απεικονίζει μια ολόκληρη κοινωνία στην επαρχία της τσαρικής Ρωσίας το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, περιλαμβάνοντας και συνδέοντας μεταξύ τους από τον ευσεβή εργάτη και τη φτωχή κοπέλα με τα διανοητικά προβλήματα μέχρι την αριστοκράτισσα που βαριέται και τον άβουλο νομάρχη.  Το μυθιστόρημα δεν έχει θετικό ήρωα, εκτός αν δώσουμε αυτό το ρόλο στον καλοσυνάτο Σάτοβ. Οι δύο κύριοι χαρακτήρες του είναι αρνητικοί και ο τίτλος «Δαιμονισμένοι» τους ταιριάζει παρόλο που δεν έχουν κοινούς στόχους.
Κατά βάθος όλοι αυτοί οι ήρωες βαριούνται. Προσπαθούν να γεμίσουν τις ζωές τους με κάτι ανώτερο: άλλος με τον ιδεατό έρωτα και άλλος με τη νέα κοινωνία, την οποία, με εντελώς ασαφείς ιδέες, επιχειρούν να προδιαγράψουν. Η έννοια της πλήξης έρχεται και επανέρχεται σε ποικίλα σημεία της αφήγησης, παίζοντας τον ρόλο της κινητήριας δύναμης της ιστορίας. Ο Πιοτρ υποβάλλει την ιδέα πως πρέπει να κατεδαφίσουν και κάψουν τα πάντα, πριν ακόμη φαντασθούν τα υλικά από τα οποία θα συντίθεται η νέα κοινωνία. Ένας από τους εξεγερμένους εκπονεί ένα λεπτομερές σχέδιο γι’ αυτό που θα ‘ρθει – βγαλμένο θα ‘λεγες από την εμπειρία του υλοποιημένου επί του εδάφους σοσιαλισμού που θα ‘ρθει μισό αιώνα έπειτα από τη σύλληψη της ντοστογεφσκικής προφητείας.

Οι διαλεγόμενοι επαναστάτες με σειρά λογικών επαγωγών καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι «η κοινωνική ισότητα θα καταλήξει νομοτελειακά στον δεσποτισμό». Ωστόσο, αφού επέλθει η κατάργηση του παλαιού και η ανάδειξη του νέου «θα εγκατασταθεί ένας εντελώς νέος τσάρος». Ή ότι η ουτοπική κοινωνία που θα υλοποιηθεί θα έχει ασφαλώς τους υποτακτικούς της, «τα πρόβατα» που δεν αξίζουν για τίποτα καλύτερο αν και συνιστούν τα εννέα δέκατα του πληθυσμού, ανθρώπους που θα ζουν σε ένα είδος παραδείσου άγνοιας με τη μόνη διαφορά ότι θα πρέπει να δουλεύουν σκληρά για να διατηρήσουν αυτόν τον επί της γης παράδεισο.

Η προφητική, διαχρονική δύναμη του έργου έγκειται στο ότι προειδοποιεί για τις καταστροφικές συνέπειες του μηδενισμού. Ο Ντοστογιέβσκι προέβλεψε τι θα έκαναν μετά από δεκαετίες οι ριζοσπάστες μηδενιστές της εποχής του όταν θα έπαιρναν την εξουσία και θα δοκίμαζαν να αναδιοργανώσουν την κοινωνία με βάση τα πιστεύω τους. Κατάλαβε ότι άνθρωποι που μισούσαν το χριστιανισμό αναπόφευκτα θα στρέφονταν ενάντια σε εκείνο που έχει μεγαλύτερη αξία στο χριστιανισμό, το Πρόσωπο. Όσο προχωράει η αφήγηση η ένταση ανεβαίνει καθώς η ηθική σαπίλα επεκτείνεται παίρνοντας διάφορες μορφές, όπως ο ηδονισμός και η επιθετικότητα του αριστοκράτη Σταυρόγκιν, η φονική μανία του Στεπάνοβιτς και ο παρασιτισμός του «διανοούμενου» Καρμάζινοβ.

Εμπνεόμενος από τη λαϊκή ορθόδοξη παράδοση, ο συγγραφέας διατηρεί μια αισιοδοξία και προτείνει διέξοδο σωτηρίας από την απουσία νοήματος και τον υλισμό που διάβρωνε τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα της χώρας του. Ο καθένας πρέπει να κάνει τη δική του επανάσταση ενάντια στα πάθη του για να γλιτώσει την άβυσσο. Από αυτή την άποψη, ο διάλογος του Σταυρόγκιν με το μοναχό Τύχωνα είναι μνημειώδης.
«Με αποκαλούν ψυχολόγο: δεν είναι αλήθεια, είμαι μόνον ένας ρεαλιστής στην ύψιστη μορφή, δηλαδή περιγράφω τα βάθη της ανθρώπινης ψυχής», λέει ο Ντοστογιέφσκι.

Ποτέ ξανά τόσο παρανοϊκοί και εξτρεμιστικοί χαρακτήρες δεν εμφανίστηκαν σε ένα μυθιστόρημα. Όμως, όσο αποτροπιαστικές και να ’ναι οι πράξεις των ηρώων του, υπάρχει πάντα μια θετική καταγραφή. Τα παθήματα των ανθρώπων συχνά οδηγούν σε ταπείνωση και αγάπη για τον άλλο. Ξεπροβάλλει το αίτημα της ελευθερίας και της πνευματικής ανεξαρτησίας. Άλλωστε οι αρνητικοί χαρακτήρες δίνονται τόσο απωθητικά που αποτελούν παράδειγμα αποφυγής. Υπάρχει χιούμορ και κυνισμός στο μυθιστόρημα στα όρια της μαύρης κωμωδίας.

Στα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι προεικονίζονται η ψυχοπαθολογία του 20ού αιώνα, τα λάθη και οι συμφορές του. Οι άνθρωποι υποφέρουν, μιλάνε για τα πάθη τους, επαναπροσδιορίζουν τους ταξικούς κώδικες συμπεριφοράς. Ο συγγραφέας έζησε σε μια εποχή όπου επικρατούσε ο υλισμός, οι επιστημονικές ανακαλύψεις ήταν πολλές, ενώ υποχωρούσε το αίσθημα της θρησκευτικής πίστης. Η επιστήμη υποσχόταν τεχνολογικές εξελίξεις, πρωτόγνωρη ευμάρεια, μείωση της βίας και των πολέμων, απελευθέρωση από τη φτώχεια και τις δεισιδαιμονίες.

Ο Ντοστογιέφσκι θέλησε να επιτεθεί στις ριζοσπαστικές ιδέες που γοήτευαν τη νεότερη γενιά. Του δινόταν η ευκαιρία να απαντήσει λογοτεχνικά στους νεότερους και να αντιτεθεί στους συγγραφείς της παλιότερης γενιάς. Ένα μυθιστόρημα κατά των μηδενιστών ήταν πριν απ’ όλα ένα ξεκαθάρισμα με τον εαυτό του. Η μικρογραφία ενός ρωσικού χωριού, που παραδίδεται στα δαιμόνια «νέων ανθρώπων», αποβαίνει διαχρονικά η μακρογραφία και άλλων τόπων και χωρών. Το αχανές, και ατιθάσευτο μερικές φορές, κείμενο φόβιζε και τον ίδιο όταν το έγραφε παλεύοντας μαζί του.

Μια από τις προσεγγίσεις στις οποίες αξίζει να σταθούμε είναι αυτή του Μπαχτίν: Ο Ντοστογιέφσκι είναι βαθιά πλουραλιστικός. Αν στον Σαίξπηρ, τον Ραμπελέ και τον Θερβάντες υπάρχουν τα έμβρυα της πολυφωνίας, οι πρώτοι καρποί της πολυφωνίας ωριμάζουν στον Ντοστογιέφσκι. Στη βάση του ύφους του, βρίσκεται η αντιδικία, η πάλη μεταξύ των ιδεολογικών φωνών. Υποβάλλει σε ηθικά γυμνάσια τους ήρωές του για να τους αποσπάσει το λόγο της μέχρις εσχάτων αυτογνωσίας. Το βασικό πάθος του έργου του είναι η μάχη ενάντια στη μετατροπή του ανθρώπου, των ανθρώπινων σχέσεων και όλων των ανθρώπινων αξιών σε αντικείμενο υπό καπιταλιστικές συνθήκες. Στο μυθιστόρημα του Ντοστογιέφσκι συντελείται ένας τεράστιος διάλογος που έχει όλες τις ιδιαιτερότητες του «σωκρατικού διαλόγου». Ο διάλογος δεν αποτελεί τον προθάλαμο της δράσης αλλά την ίδια τη δράση. Τα πάντα στο ντοστογιεφσκικό μυθιστόρημα οδηγούν στο διάλογο και στη διαλογική αντιπαράθεση. Τα πάντα αποτελούν ένα μέσο, ενώ ο διάλογος σκοπό. Μια «θεολογική θεώρηση» των «Δαιμονισμένων» έχουμε από τον Βασίλη Ραφαηλίδη:  «οι «Δαιμονισμένοι» δεν είναι πολιτικό μυθιστόρημα. Πολύ περισσότερο, δεν είναι το κατ’ εξοχήν «αντιδραστικό πολιτικό μυθιστόρημα», όπως έλεγε ο Ζντάνοφ, αλλά κι όπως συνεχίζουν να το αντιμετωπίζουν και οι δυτικοί μελετητές, που, αυτοί, δεν το θεωρούν βέβαια αντιδραστικό, αφού έτσι τους βολεύει, το θεωρούν όμως πολιτικό, και ειδικότερα «προφητικά πολιτικό» αφού, λέει, ο Ντοστογιέφσκι πρόβλεψε μ’ αυτό τη βαρβαρότητα όλων των μαρξιστικών ή αναρχικών επαναστάσεων και εξεγέρσεων. Οι «Δαιμονισμένοι», λοιπόν, είναι κι αυτό ένα θεολογικό μυθιστόρημα. Καλύτερα, ένα χριστιανικό-υπαρξιακό μυθιστόρημα, όπως όλα τα μυθιστορήματα του Ντοστογιέφσκι. Δεν πρέπει να μας διαφεύγει, άλλωστε, πως ο μεγάλος πεζογράφος είναι ο γενάρχης του θεϊστικού υπαρξισμού τύπου Σεστόφ, Μπερντιάεφ, Κίργκεργκορντ, Γιάσπερς. (Προσοχή, υπάρχει κι ένας άθεος υπαρξισμός τύπου Σαρτρ και Μελρό-Ποντί, αλλά και ένας επαμφοτερίζων υπαρξισμός τύπου Χάιντεγκερ). Το κύριο πρόσωπο στους «Δαιμονισμένους» δεν είναι ο «αθώος» Σάτοφ, που μπλέκει επιπόλαια με τους «αναρχικούς» και που η βούληση του να περάσει από τη μεριά του «καλού» γίνεται η αιτία να κινηθεί η ίντριγκα, αλλά ο «σατανικός» Σταβρόγκιν, ο άνθρωπος που επέλεξε το «κακό» σαν τρόπο ζωής, και που στο τέλος αυτοκτονεί, ακριβώς γιατί συνεχίζει μέχρι τέλους να παριστάνει το Θεό, τούτος ο βέβηλος, που δεν θέλει να ορίζει μόνο τη ζωή των άλλων, αλλά κα τα τη δική του, αφαιρώντας έτσι από το Θεό το βασικό θεϊκό δικαίωμα να ορίζει αυτός τη ζωή και το θάνατο των πάντων.  Ένας αυτόχειρας μπορεί να εμπιστεύτηκε στο Θεό τη ζωή του, δεν του εμπιστεύτηκε όμως το θάνατό του, που είναι και το σημαντικότερο για ένα χριστιανό.»(Έθνος, 30 Απριλίου 1989)
Για τη δυναμικότητα του έργου αλλά και τους προβληματισμούς που προκύπτουν σε κάθε ανάγνωση οι Δαιμονισμένοι παραμένουν το μεγαλύτερο πολιτικό μυθιστόρημα που γράφτηκε ποτέ. Οι «Δαιμονισμένοι» ωστόσο δεν είναι μόνο ένα πολιτικό μυθιστόρημα. Είναι μια υπαρξιακή κραυγή αγωνίας για τον ισοπεδωτισμό που απειλεί τις αξίες και τον ίδιο τον άνθρωπο σε κάθε εποχή. Αυτό τους κάνει επίκαιρους περισσότερο από ποτέ και στην εποχή μας.

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.