Loading...
ΔΙΑΝΘΙΣΜΑΤΑΕλευθέρας βοσκής

Λίζα Διονυσιάδου: Εκείνο το παράξενο καλοκαίρι

Σε αντιδιαστολή με την Αθήνα, όπου ο ήλιος ανατέλλει στον Τρελό και δύει στο Δαφνί, (μια ρήση που πάντα θυμόμουν), στην  Αίγινα, ο ήλιος ανατέλλει στο Ελλάνιο  Όρος και δύει στην Πέρδικα.  Αυτός ήταν ο λόγος που με έκανε να αποφασίσω να περάσω στο νησί, εκείνο το παράξενα φορτισμένο με ανησυχία, καλοκαίρι.

Το Όρος  είναι η ψηλότερη κορυφή στο νησί. Από κει τα βλέπεις όλα.(Πάντα ήθελα να μπορώ να τα βλέπω όλα). Οι ντόπιοι  κρύβονταν εκεί για να γλυτώσουν από τις επιθέσεις των πειρατών. Ο Ελλάνιος Δίας , από τον οποίο πήρε το όνομά του το Όρος,  ήταν βροχοποιός.  Σε αυτόν δεήθηκε ο Αιακός, ο πρώτος μυθικός βασιλιάς της Αίγινας , να βρέξει. Πέρα απ’ αυτό, τα διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα φανερώνουν ότι ο τόπος αυτός είχε ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την προϊστορική αλλά και την Ελληνιστική και την Βυζαντινή εποχή.

Η Πέρδικα από την άλλη, είναι ένα γοητευτικό ψαροχώρι, κτισμένο γύρω από το λιμανάκι του.

Έτσι, ο τόπος αυτός  με κέρδισε. Όλον αυτό τον καιρό, δεν μπορώ να πω ότι η ζωή μου ήταν εύκολη. Πολλές φορές, κατεβαίνοντας από το ορεινό χωριό μου, διασταυρωνόμουν με κατάμαυρες γάτες, γεγονός, που παρά την αδιαφορία μου σε τέτοιου είδους συναπαντήματα, εδώ με προβλημάτιζε. Πράγματι! Όταν αργότερα άνοιγα την τηλεόραση δεν άκουγα τίποτε άλλο από δυσάρεστα νέα : Νέα κρούσματα από τον ιό, νέοι θάνατοι,  νέοι  δια σωληνωμένοι, νέο αρνητικό ρεκόρ, νέες προκλήσεις της Τουρκίας, φωτιές, πλημμύρες, καταστροφές, αύξηση της ανεργίας… O μόνος τρόπος να σταματήσουν τα δυσάρεστα νέα ήταν να κλείσεις την τηλεόραση ώστε να  μην τα ακούς .

Έκλεινα λοιπόν την τηλεόραση και αφοσιωνόμουν στην ακρόαση της συναυλίας των κοκοριών.  (Για τα κοκόρια που ξελαρυγγιάζονταν ασταμάτητα,  το έχω ξαναγράψει. Ήταν κατά κάποιο τρόπο το χαρακτηριστικό αυτού του χωριού). Kάποιοι διαδικτυακοί φίλοι, θεωρούσαν ότι αυτή η αφοσίωσή μου είχε αλληγορικό χαρακτήρα. Ότι κάτι άλλο υπαινισσόμουν όταν μιλούσα για τα κοκόρια που λαλούσαν όλες τις ώρες. Βαριόμουν να εξηγώ, ότι δεν υπαινισσόμουν απολύτως τίποτα. Μιλούσα μόνο για τα κοκόρια και την ανύπαρκτη σχέση τους με κάποιο ωρολόγιο πρόγραμμα, αλλά όπως είναι γνωστό, όποιος έχει τη μύγα …μυγιάζεται.

 Κάποιες φορές, την ώρα που κατηφόριζα οδηγώντας , σκεφτόμουν ότι τα πράγματα, όλα τριγύρω μας, είναι διαφορετικά στο φως από ότι είναι στο σκοτάδι. Όταν επέστρεφα αργά την νύχτα, το σκεφτόμουν εντονότερα αυτό. Ωστόσο, παρά τις σκέψεις μου, τα πράγματα παρέμεναν τα ίδια. Αν το καλοσκεφτείς, όσο και αν ψάχνεις να βρεις την άλλη πλευρά των πραγμάτων, αργά ή γρήγορα θα καταλήξεις στο ίδιο θέαμα. Δεν ξέρω αν αυτές τις σκέψεις μου τις είχε φέρει η κατάσταση με τον ιό ή τα χρόνια που βάραιναν στους ώμους μου. Όπως και αν είχε, υπήρχε μια ψυχική αναταραχή που γινόταν εντονότερη όσο περνούσε ο καιρός.

Όταν με καταλάμβανε  μελαγχολική διάθεση, σταματούσα για λίγο στα τρία πηγάδια της Πέρδικας, πηγαίνοντας προς την θάλασσα και σκεφτόμουν ότι ίσως πριν αρκετά χρόνια, το νερό τους εξασφάλιζε την ύδρευση του χωριού. Κανείς ωστόσο δεν τα προσέχει σήμερα, όπως τα αντίστοιχα της Μυκόνου που είναι δημοφιλή. Σύμφωνα με την παράδοση, όποιος πιει από τα νερά τους,( των πηγαδιών της Μυκόνου), ερωτεύεται τον τόπο και μένει εκεί.  Δεν είχα καν πιει ποτέ από το νερό των πηγαδιών της Πέρδικας, ώστε να θεωρώ τον εαυτό μου μαγεμένο από τον τόπο. Τον αγαπούσα έτσι , δίχως συγκεκριμένο λόγο. (Αυτό το θεωρώ σημαντικότερο).

Μια μέρα λοιπόν, αφού σφήνωσα σε κάποιο στενό δρομάκι, προσπαθώντας να εξερευνήσω την περιοχή, αναγκάσθηκα να κάνω όπισθεν αρκετά μέτρα, μια και ο αντικρινός μου  δεν είχε ιπποτική διάθεση  ώστε να υποχωρήσει αυτός, και απρόσμενα βρέθηκα μπροστά από ένα χάλασμα.  Υπήρχε μια ξεχαρβαλωμένη σκουριασμένη αυλόπορτα, αγριόχορτα και πέτρες . Ακριβώς μπροστά στην αυλόπορτα ο δρόμος κάπως φάρδαινε και επέτρεψε στον  νεοέλληνα να περάσει , δίχως καν να μου πει ευχαριστώ, (αλλά, από τέτοιες ευγένειες ήμουν συνηθισμένη). Κατέβηκα από το αυτοκίνητο και βάλθηκα να παρατηρώ το χάλασμα. Κάποτε ζούσαν άνθρωποι εδώ μέσα, σκέφθηκα. Με την καθημερινότητά τους, τα προβλήματά τους και τα όνειρά τους. Δεν υπάρχουν πια , όπως δεν θα υπάρχω και εγώ αργότερα. Δεν ήταν και τόσο πρωτότυπη αυτή η σκέψη. Αυτή είναι η ροή των πραγμάτων.

Το σπίτι ήταν εγκαταλειμμένο. Αβοήθητο, στο έλεος των καιρικών φαινομένων και έξαφνα αισθάνθηκα σαν να με έδενε μια στενή συγγένεια μαζί του. Το νερό, εισχωρούσε σιγά- σιγά μέχρι τα θεμέλιά του, η στέγη του είχε από καιρό καταρρεύσει,  δεν απέμενε και πολύς χρόνος ώστε ότι είχε απομείνει να καταρρεύσει και αυτό.  Στους τοίχους του ακόμη ξεχώριζαν πολίτσες και στο βάθος, σε έναν χώρο που κάποτε ήταν κουζίνα, απομεινάρια από πήλινα σκεύη.

 Υπήρχε πάντα ένας αόρατος αλλά ανελέητος πόλεμος μεταξύ του νερού, του χώματος και όλων των καλών προθέσεων που γεννούν τις αυταπάτες μας.  Αυθόρμητα έκλεισα τα μάτια μου και ώ του θαύματος, αντί να σκοτεινιάσουν όλα,(εννοώ περισσότερο), ένα μαγικό φως μου φανέρωσε μια υπέροχη πύλη. Δεν είχα παρά να την περάσω, και ήμουν σίγουρη ότι από την άλλη πλευρά θα αντίκρυζα έναν καινούργιο κόσμο. Εκεί, θα με περίμεναν όλα άθιχτα. Όλα,  όσα ήταν εδώ, ήταν σακατεμένα από την αφροντισιά ή την πολλή φροντίδα.

Ήταν τόσο απλό λοιπόν ; Αρκούσε η τυχαία μου συνάντηση με ένα άσημο χάλασμα για να περάσω την Πύλη; Αυτήν που τόσοι άλλοι προσπαθούσαν εναγωνίως να συναντήσουν με χίλιους δυο τρόπους ; Κάποιοι την γύρευαν  μάταια (όπως φάνηκε αργότερα),μέσα δε φυλακές και εξορίες, άλλοι, κλεισμένοι σε ένα δωμάτιο γράφοντας ακαταλαβίστικα για τους πολλούς πράγματα. Ο Ταρκόφσκι πάσχισε με τον Σολάρις του να την ανακαλύψει μέσα στον ωκεανό που κάλυπτε οτιδήποτε μας υπερβαίνει. Πάντα αυτό προσπαθούσαν οι άνθρωποι. Αυτή ήταν η δική μου στιγμή των αποφάσεων. Ίσως είχε έρθει η ώρα να αντικρύσω τα χαμένα χρώματα.

Ενώ όλες αυτές οι σκέψεις κατέκλυζαν το μυαλό μου, συνεχίζοντας να έχω κλειστά τα μάτια μου σαν να φοβόμουν να αντικρύσω κάτι που νόμιζα ότι θα με γαλήνευε, αισθάνθηκα έντονη την μυρωδιά καψαλισμένων χόρτων. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Σύντομα η αναπνοή μου έγινε δύσκολη, τα μάτια μου πόνεσαν από το τσούξιμο και όταν τα άνοιξα, είδα τριγύρω μου  μαύρους καπνούς να ενώνονται με τα γκρίζα σύννεφα. Αιωρούμενα ελικόπτερα έμπαιναν κάθε τόσο στον πίνακα, τον ζωγραφισμένο από εξουσιομανή καλλιτέχνη.

Μέσα στο χάλασμα ακούστηκε το σούρσιμο ενός ερπετού. Δεν μπορούσα να μείνω άλλο … Έτρεξα στο αυτοκίνητο, σκούπισα τα μάτια μου με υγρά μαντήλια και έβαλα μπρος. Γύρισα στο ορεινό χωριό, αυτό που τώρα ήταν ο τόπος μου, και συνέχισα να υπάρχω…  

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.