Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Λίζα Διονυσιάδου: Η Αχμάτοβα στο Παρίσι

Προσγειωθήκαμε στο Αεροδρόμιο “Σαρλ ντε Γκολ”.  Με λεωφορείο φθάσαμε στο κέντρο. Το κατάλυμά μας, ένα μικρό, μπουτίκ ξενοδοχείο, βρισκόταν στην περιοχή του πύργου του Άιφελ. Τις πρώτες μέρες τις περάσαμε με τις μυρουδιές της πόλης. Τριγυρίζαμε δίχως συγκεκριμένο προορισμό  στους παρισινούς δρόμους. Το ένιωθα όμως, όλες  αυτές της μέρες ότι η Άννα ήταν αλλού. Όχι δίπλα μου.

Ήταν μια ανοιξιάτικη βραδιά, όταν, περπατώντας,  ακούσαμε  τρομαχτικούς θορύβους και  φωνές. Αστυνομικές κλούβες είχαν κλείσει τους δρόμους και οι δυο μας αναγκαστήκαμε να περάσουμε από μπροστά τους σηκώνοντας τα χέρια ψηλά. πόλη ήταν ανάστατη. Μια νεαρή γυναίκα, με φόρμα γυμναστικής,  πέρασε δίπλα μας, τρέχοντας σαν τρελή , αψηφώντας τους αστυνομικούς και ουρλιάζοντας : “Αφήστε με ! Οι άνθρωποί μου είναι μέσα”! Οι αστυνομικοί, στην προσπάθειά τους να την εμποδίσουν , την έριξαν κάτω.H γυναίκα έκλαιγε σπαραχτικά. H Άννα και εγώ πιαστήκαμε από το χέρι, ανήμπορες να καταλάβουμε τι γινόταν. Ο δρόμος ήταν γεμάτος σπασμένα τζάμια. Μια κόλαση.

Χαθήκαμε εν τέλει μέσα στο πλήθος. Τις επόμενες μέρες τις περάσαμε στο ξενοδοχείο, ακούγοντας ειδήσεις για το τρομοκρατικό χτύπημα. Υπήρχαν νεκροί. Διαμελισμένα ανθρώπινα πλάσματα. Η Άννα ήταν σοκαρισμένη και για λίγο φάνηκε να φεύγει από τις εικόνες που την στοίχειωναν.

«Μπορείτε να δώσετε μια εξήγηση σε όλα αυτά»; μου είπε σκεφτική.

«Η κατάσταση Άννα πάει από το κακό στο χειρότερο. Γίνεται κάτι σαν χαλασμός Kυρίου, παρότι δεν φαίνεται τίποτα και κανείς. Το βλέπετε αυτό;  Είναι σαν εφιάλτης. Το πρωί, όταν ξυπνάς, λες πάει πέρασε, όμως ξέρεις πολύ καλά πως τίποτα δεν έχει περάσει και ο ίδιος εφιάλτης θα έρθει ξανά και ξανά, όταν δεν θα τον περιμένεις».

Η Άννα έμενε σιωπηλή. Σαν να είχε εντελώς ξεχάσει σε ποια πόλη βρισκόμασταν.

«Θέλετε να φύγουμε»; ρώτησα την ποιήτρια. «Μπορώ να αλλάξω τα εισιτήρια της επιστροφής».

«Όχι. Θέλω να ζήσω και αυτόν τον παραλογισμό.  Ο άλλος, αυτός που μου είναι γνώριμος, ήταν φριχτός, αλλά συγκεκριμένος. Εδώ είναι σαν να κουράστηκε ο πλανήτης από το βάρος των κατοίκων του. Είχα την αίσθηση ότι στην ζωή μου τα είδα όλα, αλλά όπως φαίνεται οι εκπλήξεις είναι δίχως τέλος. Τότε, ξεγελούσα τις αντοχές μου με κάποιες σκέψεις. Κυρίως, βάζοντας τον εαυτό μου στον ρόλο του παρατηρητή. Εδώ είναι πολύ πιο εύκολο . Είμαι ξένη, άρα εκ των πραγμάτων, είμαι παρατηρητής. Ξέρετε, σε πολύ νεαρή ηλικία, είχα πέσει σε κώμα, μετά από σοβαρή ασθένεια. Όταν συνήλθα, αισθάνθηκα ότι η αρρώστια αυτή με βύθισε για πάντα σε έναν κόσμο σκέψεων, μέσα από τα μάτια μιας άλλης Άννας. Το 1944, όταν επέστρεψα στο Λένινγκραντ, αντίκρισα ένα τρομερό φάντασμα που υποκρινόταν πως ήταν η πόλη μου. Ήταν οδυνηρό. Εδώ, αυτή η πόλη που την κουβαλούσα πάντα μαζί μου, δεν υποκρίνεται . Είναι  μια άλλη».

«Ίσως αυτή να είναι “η ζωή μετά το τέλος, και κάτι άλλο»*, που τότε δεν θέλατε να θυμάστε»απάντησα εγώ. «Ο κόσμος μας τρελαίνεται Άννα! Και αν τότε  τρελούς θεωρούσαν αυτούς που δεν συμφωνούσαν με την γραμμή της αγέλης, σήμερα, τρελός είναι αυτός που  πιστεύει κάτι πέρα από την ατομικότητά του. Αναρωτιέμαι  αν όλα αυτά προοιωνίζουν μια επικείμενη τραγωδία ή μια φάρσα. Κι ακόμη, αν  θέλαμε να αποδώσουμε με χρώματα όλη αυτή την παράνοια, που νομίζετε ότι θα καταλήγαμε αν όχι σε κακοφωτισμένες, γκρίζες σκηνές»;

Βγήκαμε εν τέλει έξω. Οι παριζιάνοι ξαναγύριζαν στην καθημερινότητά τους. Κυκλοφορούσαν κανονικά, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Περπατήσαμε κατά μήκος του Σηκουάνα, χαζεύοντας στα κιόσκια των μικροπωλητών. Οι περισσότεροι ήταν αλλοδαποί. Στην πλατεία έξω από την Νοτρ Νταμ, νεαροί τραγουδούσαν και χόρευαν. Στην ατμόσφαιρα υπήρχε υγρασία, τόσο που τα ρούχα μας έσταζαν. Εν τω μεταξύ, ένας μεγάλος μαύρος σκύλος ,  που δεν ξέρω γιατί μου θύμισε κριάρι, έκοβε βόλτες κορδωμένος ανάμεσα σε όλο αυτό το νεαρό πλήθος .

«Νομίζω πως είναι ράτσας Αγίου Βερνάρδου», είπα στην Αχμάτοβα, μην ξέροντας τι άλλο να πω.

«Ναι». είπε η Άννα. «Μοιάζει με τον Ταπ μου. Υπέφερε πολλά κι αυτός. Τον είχαμε βρει με τον Σιλέικο, μισοπεθαμένο στον δρόμο. Τον φρόντιζα όσο μπορούσα με τις αρρώστιες του. Τον έτρεχα στον γιατρό, παρά τα προβλήματα μου τότε…»

Τον πλησίασε και τον χάιδεψε ανάμεσα στα αυτιά. Εκείνος της μύρισε τα παπούτσια και την κοιλιά και απομακρύνθηκε.

  «Κοιτάξτε  αυτά τα νεαρά παιδιά», στράφηκε προς το μέρος μου. «Τα ζηλεύω. Είναι ανέμελα. Ίσως και χαρούμενα. Δεν τους ακολουθούν ακόμη σκιές. Με εμάς δεν συμβαίνει το ίδιο. Αισθάνομαι έναν ακαθόριστο φόβο. Τρόμο θα έλεγα…Δεν είναι ακριβώς τρόμος, σαν αυτόν που βίωσα στην πραγματική μου ζωή, αλλά ένα  μεγάλο κενό από έλλειψη πραγματικού φόβου. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνετε».

«Εκείνο που σίγουρα καταλαβαίνω Άννα, είναι πως παντού υπάρχει κενό. Ακόμη και μέσα στους γεμάτους δρόμους. Πάμε να καθίσουμε σε ένα καφενείο και να πιούμε τσάι».

Ο δρόμος προς το καφέ μας έφερε στην σημερινή “Ροτόντα”, το γνωστό της από το παρελθόν λογοτεχνικό καφενείο, στο μπουλβάρ Μονπαρνάς, στην αριστερή όχθη. Οι θαμώνες ήταν στην πλειοψηφία τους παριζιάνοι, υπήρχαν όμως και αρκετοί τουρίστες. Ήταν απολύτως αναμενόμενο ότι εκεί θα καταλήγαμε. Δεν μπορούσα να ξέρω τι ακριβώς σκεφτόταν όλη αυτή την ώρα η ποιήτρια. Φαινόταν απορροφημένη από σκέψεις που για κάποιο λόγο δεν ήθελε να μοιρασθεί μαζί μου.

Τα καθίσματα της “ Ροτόντας”  ήταν ντυμένα με κόκκινο βελούδο. Γωνιές  με καναπέ, το ίδιο. Αυτό το κόκκινο βελούδο, το ήξερα πως δεν προμηνούσε κάτι καλό. Ήταν δεμένο και με τις δικές μου Παρισινές μνήμες. Στους τοίχους αντίγραφα έργων ζωγραφικής μεγάλων ζωγράφων. Παραδόξως, οι θαμώνες δεν καυγάδιζαν όπως τότε στο γαμήλιο ταξίδι της. 

Κοίταξα την Άννα. Είχε χλομιάσει και έτρεμε. Το βλέμμα της ανήσυχο έψαχνε την μορφή του Αμεντέο. Όταν εκείνος μπήκε επί τέλους, το θέαμα ήταν σοκαριστικό για μένα.  Κακοντυμένος, με βλέμμα θολό από πολυήμερο μεθύσι, πλησίασε κάποιον θαμώνα προτείνοντάς του ένα σκίτσο. Ο τύπος το κοίταξε βαριεστημένα ρωτώντας την τιμή. Δεν άκουσα τι απάντησε ο Μοντιλιάνι.

«Ακριβό είναι», είπε ο τουρίστας.

Είδα τότε τον ζωγράφο, έξαλλο από θυμό, να σχίζει το έργο μπροστά σε όλους, ενώ το στόμα του σφίχτηκε σε έναν αλλόκοτο μορφασμό. Κάθισε κουρασμένος σε μια γωνιά. Ήμουν σίγουρη ότι δεν είχε να πληρώσει ούτε τον καφέ. Πρότεινα στην Άννα να τον κεράσουμε.

Η Άννα έμοιαζε με πληγωμένο περιστέρι. Την έπιασα από το χέρι και την οδήγησα δίπλα του. Τα βλέμματα  που αντάλλαξαν δεν μου άφησαν περιθώρια. Ένοιωσα ότι έπρεπε να βγω έξω, να φύγω. Έπρεπε να τους αφήσω μόνους. Θα περπατούσα δίχως συγκεκριμένο προορισμό.

 Βγήκα πράγματι, κάπως χαμένη δίχως την Άννα. Κάποια στιγμή αισθάνθηκα ότι ένας άνδρας περπατούσε διαρκώς πίσω μου. Κοντοστάθηκα απότομα και γύρισα προς το μέρος του. Ήταν ο Γκουμιλιόφ.  Η σκιά στο πρόσωπο του του φανέρωνε τη λύπη του. Σήμερα είχε σκοπό να οδηγήσει την Άννα στο Λούβρο. Είχε προετοιμάσει τις σημειώσεις που θεωρούσε απαραίτητες για την βόλτα τους. Με κοίταξε στα μάτια με ύφος πονεμένο και μου είπε:

«Ας περπατήσουμε μαζί! Δεν θέλω να καυγαδίσω πάλι μ’ αυτόν τον μεθύστακα. Αυτός εκνευρίζεται και μόνο που ακούει ρώσικα. Δεν ξέρω από πού αντλεί αυτή την έπαρση».

«Πάμε στον κήπο του Λουξεμβούργου»; τον ρώτησα.

« Α, όχι, όχι. Σας παρακαλώ. Αρκετά είδα σήμερα. Άλλωστε έρχεται βροχή».

«Τότε επιτρέψτε μου να γυρίσω στο ξενοδοχείο, Κόλλια. Δεν έχει νόημα αυτή η βόλτα».

Εκείνη την στιγμή η Άννα και ο Μοντιλιάνι πέρασαν δίπλα μας δίχως να μας αντιληφθούν. Ήταν προσηλωμένοι στον δικό τους περίπατο. Νομίζω πως δεν κατάφερα, παρόλη την αγάπη μου για την Άννα να μην νιώσω μια πικρίλα στο στόμα.

Ίσως ο καθρέφτης κατάφερνε να μου αλλάξει αυτή τη διάθεση. Τον είχα ξεχάσει. Κάπως μπερδεμένη μέσα στις απορίες μου, σχεδόν επιθετικά,  ρώτησα την αντανάκλασή της: 

«Πείτε μου Άννα! Γιατί αλήθεια παντρευτήκατε τον Γκουμιλιόφ, αφού δεν τον αγαπούσατε; Μπορείτε να μου δώσετε μια εξήγηση; Μην με παρεξηγείτε που σας ρωτώ. Προσπαθώ να καταλάβω, μέσα από σας, γιατί εγώ παντρεύτηκα μόλις πάτησα το πόδι μου στην τότε πρωτεύουσα του Σοσιαλισμού, ένα αγόρι που με πολιόρκησε με τον έρωτά του. Δεν είχα καν ξεκινήσει τις σπουδές μου.  Όλη μας η ζωή χαράχτηκε πάνω σε αυτή την πρώιμη ανέμελη κίνηση».

Η Άννα προσπάθησε να ζεστάνει το χαμόγελό της –καλή προσπάθεια χωρίς μεγάλη επιτυχία.

«Δεν είσθε η πρώτη που μου κάνει αυτή την ερώτηση. Αλλά γιατί πάλι τώρα; Σε αυτή την πόλη; Είναι δυνατόν να σκεφτόμαστε τα ίδια πράγματα; Θα σας πω το εξής. Κάθε άνθρωπος έχει την δική του, μοναδική ικανότητα να υποφέρει. Υπάρχουν δύο είδη ανθρώπων. Αυτοί που αιμορραγούν και οι άλλοι που προκαλούν την αιμορραγία. Η αλήθεια είναι πως και τα δύο είδη έχουν ανάγκη  το ένα από το άλλο. Έτσι ενώνονται οι άνθρωποι».

Στον κήπο του Λουξεμβούργου κατευθύνθηκαν εκείνοι. Η Άννα και ο Αμεντέο. Περπάτησαν ανάμεσα σε αγάλματα, σιντριβάνια , περιπατητές και πολύχρωμα λουλούδια. Κάποιοι μαθητές κωπηλατούσαν στην λίμνη. Η μέρα γκρίζεψε και άρχισε μια σιγανή παρισινή βροχή. Δεν φάνηκε να νοιάζονται γι’ αυτό. Κάθισαν σε ένα παγκάκι. Ο Μοντιλιάνι δεν είχε χρήματα ούτε για τις επί πληρωμή καρέκλες.

Τους κοίταζα.  Κανένας από τους δύο τους δεν έμοιαζε με κανέναν στον κόσμο. Στον δικό μου κόσμο, αλλά και στον δικό τους μέχρι τότε κόσμο. Κάτω από μια τεράστια, παλιά, μαύρη ομπρέλα απάγγελλαν στίχους του Βερλαίν. Απέξω.

 

Στίχος της Αχμάτοβα από την “Πέμπτη ελεγεία του Βορρά

 

(Το απόσπασμα αυτό είναι από το υπό έκδοση βιβλίο της Λίζας Διονυσιάδου « Η Αχμάτοβα στον καθρέφτη μου». Οι δύο γυναίκες, (η ηρωίδα του βιβλίου και η ποιήτρια Άννα Αχμάτοβα), μετά από την καθημερινή τους επαφή στον καθρέφτη της ηρωίδας και την στενή φιλία που αναπτύσσεται μεταξύ τους, ταξιδεύουν  στο Παρίσι. Ένα Παρίσι που δεν μοιάζει ούτε με το Παρίσι της Αχμάτοβα, ούτε με το Παρίσι της περιόδου της νιότης της ηρωίδας.)

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.