Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜεταφρασμένη πεζογραφία

Λίζα Διονυσιάδου: Μερικές πτυχές του χαρακτήρα του Τσέχωφ (από τις αναμνήσεις του Τσουκόφσκι).*  

Υπήρχε στην Ρωσία ένας αυστηρός και επικριτικός κριτικός, που μεταχειριζόταν τον Τσέχωφ για πολλά χρόνια, με επίμονο μίσος.

Ακόμη και τώρα, μετά από μισό αιώνα, είναι λυπηρό να διαβάζει κάποιος τις θρασύτατες κριτικές του για τα έργα του μεγάλου δημιουργού. «Κουρέλια», «παλαβομάρες», «ανοησίες», «παλιοπράματα», « ξινισμένο αποκορύφωμα», «βαριά σαχλαμάρα» – τέτοιες ήταν οι συνηθισμένες κρίσεις του σχεδόν για κάθε νέο έργο του Τσέχωφ. Το θεατρικό του έργο «Ιβανόφ», δεν πρόλαβε να τυπωθεί και ήδη το χαρακτήρισε «Βλακώδες». Ακόμη και την υπέροχη «Στέπα», αυτόν τον μοναδικό -μετά τον Γκόγκολ- λυρικό ύμνο στην ατέλειωτη ρώσικη στέπα, την χαρακτήρισε μηδαμινή. Όσο για τα πρώιμα αριστουργήματα του Τσέχωφ, όπως «Ο εγκληματίας», «Η νύχτα πριν την δίκη», «Πρώτες βοήθειες», «Έργο τέχνης», που σήμερα έχουν πάρει την θέση τους στην παγκόσμια λογοτεχνία, τα θεωρεί διηγήματα «κακά και φτηνά…»

To εκπληκτικότερο όλων αυτών είναι ότι, όλη αυτή την σκληρή και εριστική κριτική, την υιοθετούσε και ο ίδιος ο Τσέχωφ, σχεδόν για όλα του τα έργα. Αποκαλούσε τα έργα του εργάκια και τα διηγήματά του παλαβομάρες. Έχουμε περίπου τεσσερισήμισι χιλιάδες γράμματα του σε συγγενείς, φίλους και γνωστούς, όπου χαρακτηριστικό είναι ότι πουθενά δεν αναφέρεται στην τέχνη του με τον τρόπο που της αξίζει. Σαν να ντρεπόταν να χρησιμοποιήσει λέξεις με το απαραίτητο βάρος. Όταν μια αναγνώστρια τον αποκάλεσε περήφανο τεχνίτη, έσπευσε να την ρωτήσει: «Γιατί με αποκαλείτε περήφανο; Περήφανες είναι μόνο οι γαλοπούλες».

Οι εκφράσεις που χρησιμοποιούσε στις επιστολές του, όταν αναφερόταν στο έργο του ήταν : «γρατζούνισα κάτι…, ξεπέταξα ένα διήγημα, σεργιανώντας, περπάτησα μια κωμωδία…». Αργότερα άφησε κάπως αυτή την αργκό, αλλά και πάλι εκφραζόταν αυστηρά για τα έργα του.  «Τελείωσα το έργο. Λέγεται «Γλάρος». Δεν βγήκε και τόσο καλό. Εδώ που τα λέμε δεν είμαι σπουδαίος δραματουργός».

Παρά το γεγονός ότι στο τέλος της δεκαετίας του ογδόντα, ο Τσέχωφ πέρασε στην πρώτη θέση των συγγραφέων της γενιάς του, εξακολουθούσε να  τοποθετεί τον εαυτό του σε κάποια πίσω θέση. Σε ένα γράμμα σε συγγενικό του πρόσωπο γράφει αναφερόμενος στον Τσαϊκόφσκι: «Στην Πετρούπολη και στην Μόσχα, ο Τσαϊκόφσκι θεωρείται το νούμερο 2. Το νούμερο 1 είναι ο Λέων Τολστόι και εγώ, το νούμερο 877». Ποτέ δεν καυχήθηκε για το έργο του, θεωρώντας τον εαυτό του επιπόλαιο και ελαφρόμυαλο. Ποτέ δεν παραδέχτηκε, ούτε στους πιο κοντινούς του ανθρώπους, ότι τα έργα του ήταν αποτέλεσμα απίστευτα σκληρής  δουλειάς. Κι όμως, έγραφε μερόνυχτα, πιέζοντας τον εαυτό του, κάποτε πάνω από τις αντοχές του. Αποκαλούσε τον εαυτό του τεμπέλη, ώστε όλοι να νομίζουν ότι το διασκέδαζε. Όταν, το 1888 κέρδισε το βραβείο Πούσκιν από την ακαδημία επιστημών για το βιβλίο το «Το σούρουπο», έγραψε: «Mάλλον το πήρα για τις καραβίδες που ψάρεψα». Γεγονός ήταν ότι δεν επιθυμούσε να μοιραστεί με τους γύρω του την πνευματική του ζωή. Αυτό το άγιο ανικανοποίητο αίσθημα το συναντάμε μόνο στα μεγάλα ρωσικά ταλέντα.

Η δόξα ήρθε στον Τσέχωφ απρόσμενα. Από την Πετρούπολη. Εκεί οι ειδικοί εκτίμησαν τα χαρίσματά του σε τέτοιο βαθμό, ώστε όταν πήγε ο ίδιος, όπως εκμυστηρεύτηκε αργότερα, επί δύο μήνες το κεφάλι του βούιζε από τα εγκώμια και τους επαίνους. «Κολύμπησα στην δόξα, είμαι ο πιο δημοφιλής συγγραφέας στην Πετρούπολη», έγραψε στους δικούς του. Όλη αυτή η δόξα, όπως ήταν φυσικό τον απελευθέρωσε από την φτώχεια που τον βασάνιζε από τα παιδικά του χρόνια. Σαν φοιτητής ακόμη, ήταν υποχρεωμένος να συντηρεί την αδελφή του, τον αδελφό του και τους γονείς του. Για πρώτη φορά αισθάνθηκε απελευθερωμένος από υποχρεώσεις και βεβαίως έγινε δεκτός στους πλέον φημισμένους λογοτεχνικούς κύκλους. Ο ίδιος ο Τσαϊκόφσκι του έγραψε : «Ειλικρινής θαυμαστής σας». Τα έργα του, το ένα μετά το άλλο γνώριζαν τεράστια επιτυχία. Δεν προλάβαιναν να τυπώνονται. Παρόλα αυτά εκείνος γράφει: «Θέλω να κρυφτώ κάπου για πέντε χρόνια και να ασχοληθώ με σοβαρή δουλειά. Να τα μελετήσω όλα από την αρχή γιατί σαν λογοτέχνης είμαι αμαθής». Και αλλού, ακόμη πιο αυστηρά: «Δεν αισθάνομαι ικανοποιημένος από την δουλειά μου. Νομίζω ότι ασχολούμαι με ανοησίες. Όχι ! Δεν γράφουμε ότι πρέπει. Για ποιόν γράφω; Με χρειάζονται; Βαρέθηκα να διαβάζω Τσέχωφ»!

Αυτή η άρνηση της χρησιμότητας του έργου τους, το ξαναλέω είναι μοναδική στα ρωσικά ταλέντα. Κάτι παρόμοιο είχε συμβεί και στον Τολστόι και τον Γκόγκολ. Μόνο που εκείνοι το διακήρυτταν κάπως θεατρικά, ενώ ο Τσέχωφ μιλούσε γι’ αυτό μόνο στα γράμματά του. Όλα αυτά τα αισθήματα τα βίωνε έντονα και ειλικρινά. Αυτά τον οδήγησαν στο «τρελό τόλμημα» να πάει στην Σαχαλίνη* να γνωρίσει την ζωή των καταδικασμένων στα κάτεργα. Την πράξη του αυτή δεν μπόρεσε κανείς να καταλάβει. Ο Τσέχωφ ήταν αδύνατο να ησυχάσει, ξέροντας ότι στην Σαχαλίνη βασανίζονται άνθρωποι. Δεν πήγε για να περιγράψει μόνο την ζωή τους , αλλά και για να την αλλάξει΄. Οι άλλοι επιτυχημένοι συγγραφείς πήγαιναν στο Παρίσι και στην Ρώμη και εκείνος πήγε στην Σαχαλίνη, παρότι δεν είχε ταξιδέψει στο εξωτερικό και το επιθυμούσε. Πριν ταξιδέψει στην Σαχαλίνη, μελέτησε τα πάντα για το νησί. Γεωλογία, ιστορία, χλωρίδα και πανίδα, εθνογραφία και παράλληλα με όλα αυτά, την διαχείριση των φυλακισμένων.

Το ταξίδι προς την Σαχαλίνη ήταν μια απίστευτη αποστολή. Ήταν τέτοιος ηρωισμός, που δύσκολα βρίσκει κανείς στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Πήγε μόνος του, χωρίς καμία στήριξη. Συγκέντρωσε υλικό για το μελλοντικό βιβλίο του. Η έκταση της Σαχαλίνης είναι διπλάσια της Ελλάδας. Την γύρισε όλη. Ξόδεψε τόσα χρήματα, όσα δεν θα μπορούσε να βγάλει σε δέκα χρόνια. Ο Τσέχωφ έγραψε την «Σαχαλίνη» , στο απόγειο της συγγραφικής του δόξας. Θέλησε να αποδείξει πόσο μεγάλη βλακεία ήταν αυτό το τσαρικό κάτεργο, τι κοροϊδία των χορτασμένων απέναντι στους αδύνατους. Όταν εν τέλει έγραψε για την Σαχαλίνη, ήταν σαν να εκπλήρωσε το χρέος του. Έπαψε να μιλάει πια για αυτό το ταξίδι.

Δεν αγαπούσε καθόλου να μιλάει για τον εαυτό του. Όταν, από την εφημερίδα «Εβδομάδα», του ζήτησαν να τους στείλει κάποια βιογραφικά στοιχεία, έγραψε στον αρχισυντάκτη: «Για μένα, κάτι τέτοιο είναι σαν κοφτερό μαχαίρι. Δεν μπορώ να γράψω για τον εαυτό μου». Θεωρούσε πως η καλύτερη διαφήμιση για τον συγγραφέα είναι η ταπεινότητα. Ακόμη και όταν εκδόθηκαν τα άπαντα των έργων του, δεν συμφώνησε να μπει το βιογραφικό  του στις πρώτες σελίδες, όπως συνηθιζόταν. Στο Παρίσι, αργότερα δεν δέχθηκε να του κάνουν γλυπτό. Στις λιγοστές φωτογραφίες που βγήκε μαζί με άλλους, ο Τσέχωφ είναι πάντα πίσω από άλλους, η γυρισμένος στο πλάι ή στην σκιά. Όταν, το 1900, η Ακαδημία Επιστημών τον έκανε επίτιμο μέλος της, εκείνος αστειεύτηκε : «Ήθελα να κάνουν την γυναίκα μου επίτιμο μέλος, αλλά μετά, σκέφτηκα ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο ευχάριστο για κείνη από το να είναι σύζυγος γιατρού».

Αμφιβάλω αν υπάρχει στον κόσμο άλλος συγγραφέας που να ξόδεψε τόσες δυνάμεις , ώστε να παραμείνει ένας «συνηθισμένος άνθρωπος». Όλοι θυμούνται την διήγηση του Στανισλάφσκι, όταν στην πρόβα του «Βυσσινόκηπου», ο Τσέχωφ κρύφτηκε στις πίσω σειρές, απαρατήρητος.

Σε γράμμα προς την γυναίκα του σημειώνει: «Τίποτα καινούργιο δεν γράφω. Όλα έχουν ήδη γραφτεί. Όλα είναι παλιά».

Στις σχέσεις του και τις κουβέντες του με  άλλους, άσημους συγγραφείς, ήταν πάντα πολύ προσεχτικός, ώστε κανείς να μην αισθανθεί κατώτερος.

Όταν ο Βάγκνερ τον αποκάλεσε «ελέφαντα», ανάμεσα στους άλλους λογοτέχνες, ο Τσέχωφ έγραψε στον Τίχονοφ: «Διαφωνώ με τον Βάγκνερ. Εγώ  πιστεύω ότι καθένας από μας χωριστά, δεν είναι ούτε ελέφαντας, ούτε κανένα άλλο αγρίμι, αλλά ότι παίρνουμε δύναμη από όλη την γενιά μας, όχι διαφορετικά».

Ζητούσε συγνώμη από όλους για το παραμικρό. Ακόμη και όταν έπαιρνε χρήματα. Απίστευτη λεπτότητα στην συμπεριφορά του προς τους ανθρώπους. Σε ανθρώπους που είχε δανείσει χρήματα και αργούσαν να τα επιστρέψουν, θέλοντας να μην τους φέρει σε δύσκολη θέση, έλεγε ότι και ο ίδιος είναι κακός με τα χρέη του. Δεν ήθελε να στεναχωρήσει κανέναν, ούτε ακόμη και με τον θάνατό του, όταν θα ερχόταν. Να μην δημιουργήσει πρόβλημα. «Η καλή ανατροφή», συνήθιζε να λέει, «δεν είναι να μην λερώσεις το τραπεζομάντηλο με σάλτσα, αλλά να μην προσέξεις ότι κάποιος άλλος το λέρωσε».

Μεγάλη σημασία έδινε στην καλή ανατροφή. Σε όλα του τα γράμματα μιλάει με πάθος για την καλή ανατροφή, που συνήθως δεν την υποκαθιστά τίποτε: «Οι κύριοι ηθοποιοί μας τα έχουν όλα. Εκείνο που τους λείπει είναι η καλή ανατροφή».

 «Δεν πιστεύω στην δική μας διανόηση με την υποκρισία της, το ψέμα της, την υστερία της, την κακή της ανατροφή».

Οι κριτικοί δεν τον κανάκεψαν  ποτέ. Τον αντιμετώπιζαν συνήθως με μεγάλη αυστηρότητα. Παρόλα αυτά, όταν το 1888, ένας ατάλαντος αλλά μέσα στα πράγματα κριτικός, προσκάλεσε τον Τσέχωφ με επιστολή του, σίγουρος ότι ο νεαρός λογοτέχνης θα ανταποκριθεί με μεγάλη χαρά στην πρόσκληση, ώστε να εξασφαλίσει ευνοϊκή κριτική στην σημαντικότερη Μοσχοβίτικη εφημερίδα, ο Τσέχωφ, αν και ανοιχτός σε όλους, αρνήθηκε. Ο άλλος εξέφρασε την στεναχώρια του. Τότε, ο Αντόν Πάβλοβιτς έγραψε σε κάποιον κοινό γνωστό, ότι αυτή η στεναχώρια του φαίνεται ανόητη.  «Δεν μπορούσα να πάω γιατί πρώτον δεν τον ξέρω. Δεύτερον δεν συγχρωτίζομαι με ανθρώπους που μου είναι αδιάφοροι, όπως δεν γευματίζω στις επετείους συγγραφέων που δεν έχω διαβάσει. Τρίτον, για μένα δεν ήρθε ακόμη ο καιρός να πάω στην Μέκκα για προσκύνημα…»

Ασυμβίβαστος !

Αξίζει να θυμηθούμε τις πολυετείς σχέσεις  του με τον Σουβόριν. Εκείνη την εποχή , ο Σουβόριν είχε μεγάλη δύναμη και εξουσία. Εκδότης, της με μεγαλύτερη κυκλοφορία εφημερίδας στην Ρωσία, άνθρωπος με μεγάλες διασυνδέσεις και επι πλέον ζάπλουτος. Για κάποιους λόγους, ο Τσέχωφ τον θεωρούσε πολύ δικό του άνθρωπο. Όλοι βέβαια πίστευαν ότι  αυτή η σχέση του εξασφάλιζε κέρδος-κυρίως οικονομικό. Για όποιον δεν γνώριζε τον Αντόν Πάβλοβιτς, αυτή η συκοφαντία φαινόταν αληθινή, μια και ο Σουβόριν ήταν μαικήνας. Πάντα είχε ανοιχτό πορτοφόλι για τους συγγραφείς. Πράγματι, ο Σουβόριν, όταν γνωρίσθηκαν και αντιλήφθηκε ότι ο Τσέχωφ έχει ανάγκη από χρήματα, του πρότεινε μια αδρή προκαταβολή. Ο Τσέχωφ, για να ξεκαθαρίσει τα πράγματα μια και καλή, του έγραψε:  «Θα σας μιλήσω ειλικρινά και μεταξύ μας. Όταν άρχισα να δουλεύω στους «Νέους καιρούς», αισθάνθηκα σαν να βρισκόμουν στην Καλιφόρνια…υποσχέθηκα στον εαυτό μου να γράφω συχνότερα για να πληρώνομαι περισσότερο. Δεν βλέπω κάτι τρελό σ’ αυτό. Όταν όμως σας γνώρισα καλύτερα και γίνατε δικός μου άνθρωπος, με κατέλαβε μια υποψία, η δουλειά στην εφημερίδα, έχασε την πραγματική της αξία…άρχισα να φοβάμαι για τις σχέσεις μας, μήπως στηρίζονται περισσότερο στον εκδότη παρά στον άνθρωπο…»

Όλη αυτή η κατάσταση δεν ήταν εντελώς ασυνήθιστη. Ο περήφανος φτωχός, προσπαθώντας να διαφυλάξει την πνευματική του ανεξαρτησία, δεν επιθυμούσε να κάνει χρήση της ευεργεσίας του πλούσιου φίλου του. Δεν πέρασαν όμως ούτε τρία χρόνια και αυτή η σχέση του περήφανου  φτωχού με τον πλούσιο, έλαβε έναν παράδοξο χαρακτήρα. Αποδείχθηκε πως δεν ήταν ο Τσέχωφ αυτός που είχε χρηματικό  όφελος από αυτή την σχέση, αλλά ο εκδότης που έβγαζε όλο και περισσότερα χρήματα χάρη στον Τσέχωφ. Για δώδεκα περίπου χρόνια ο Σουβόριν είχε το μονοπώλιο των βιβλίων του Τσέχωφ. Όλα αυτά τα χρόνια, ο Τσέχωφ κέρδιζε από τα βιβλία του, τα μισά από όσα θα κέρδιζε σε άλλον εκδότη, ιδίως αν λάβει κανείς υπ’ όψη του ότι ο Σουβόριν εξέδιδε τα βιβλία με τόσο μεγάλα διαλείμματα που ήταν ολέθρια για τον συγγραφέα. Στο τέλος το κατάλαβε και ο Τσέχωφ, αλλά προτίμησε να παραμείνει στον Σουβόριν. Η φιλία του με τον Σουβόριν του έφερε πολλά δεινά. Πνευματικά (η εφημερίδα είχε γίνει αντιδραστική) και οικονομικά. Όταν όμως η φιλία έσπασε, ο Τσέχωφ μπορούσε με ικανοποίηση να ξέρει ότι μέσα σε όλη εκείνη την ατμόσφαιρα του καριερισμού και των δουλικών εγκωμίων, υπήρξε ο μόνος που κράτησε ως το τέλος την ανθρώπινή του ιδιότητα.

Ένα από τα πρώτα του ανώνυμα  άρθρα, κλείνει έτσι: «Να χαιρόμαστε με την επιτυχία των άλλων, αφού κάθε επιτυχία, ακόμη και μικρή είναι ένα βήμα προς την ευτυχία και την αλήθεια». 

Και αλλού: «Δουλειά χρειάζεται, όλα τα άλλα στο διάβολο. Το σημαντικό είναι να είσαι δίκαιος. Όλα τα άλλα τακτοποιούνται».

Ακόμη και στην γυναίκα του, μόλις παντρεύτηκαν γράφει: «Όχι έτσι. Την αδικία να την φοβάσαι. Η σκέψη της δικαιοσύνης πρέπει να είναι καθαρή. Εντελώς καθαρή».

Το «πρέπει» και το «δεν γίνεται», που τόσο ο ίδιος τιμούσε, έκανε αγώνα  να το περάσει και στους γύρω του. Ιδιαίτερα στην οικογένειά του.

Είχε εμμονή με την καλή συμπεριφορά  των ανθρώπων. Τα κυριότερα σημεία που θεωρούσε αναγκαία γι’ αυτό ήταν τα παρακάτω:

  1. Σεβασμός στην προσωπικότητα του ατόμου. (Αυτό σημαίνει παράβλεψη των ελαττωμάτων του άλλου).
  2. Συμπόνοια για όλους. (Όχι μόνο για τους ζητιάνους και τις γάτες).
  3. Σεβασμός στην περιουσία του άλλου (αυτό σημαίνει να μην χρωστάς).
  4. Ποτέ ψεύδος, ακόμη και για μικροπράγματα.
  5. Όχι κλαψουρίσματα, έτσι ώστε να προκαλέσουν την συμπόνια (και παράπονα ότι κανείς δεν τους καταλαβαίνει). 
  6. Όχι ματαιοδοξία και πολλά σούρτα φέρτα. Τα πραγματικά ταλέντα στέκονται πάντα στα σκοτεινά, μακριά από την βιτρίνα, μέσα στο πλήθος. (Ο άδειος τενεκές κάνει πολύ θόρυβο).
  7. Τιμή στο ταλέντο (όταν υπάρχει) και για χάρη του να θυσιάζουν την ησυχία τους, τις γυναίκες και τις διασκεδάσεις.
  8. Καλλιέργεια της αισθητικής.

 Δεν μπορούμε να πούμε ότι ο Τσέχωφ είχε δίκιο σε όλα, αλλά η πίστη στις  πεποιθήσεις του, έγινε αισθητή από όλους σαν το πιο ελκυστικό χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς του.

Ο Γκόρκι του έγραψε: «Νομίζω ότι είστε ο πρώτος άνθρωπος που είδα, να μην έχει σκύψει μπροστά σε κάτι». Το ελεύθερο πνεύμα του το αναγνώριζαν οι περισσότεροι γνωστοί συγγραφείς της εποχής του. Κατάφερε να δημιουργήσει το δικό του στυλ στην λογοτεχνία και στο θέατρο. Ένα μικρό διήγημά του είχε μεγαλύτερη δυναμική από οποιοδήποτε μυθιστόρημα. Υπήρξε γίγαντας ως το τέλος. Ακόμη και αν δεν ξέραμε τίποτα για τον Τσέχωφ, αν τον  παρακολουθούσαμε να δουλεύει λίγους μήνες πριν πεθάνει, αψηφώντας την αρρώστια του, να γράφει βήχοντας, άσπρος σαν το πανί, το τελευταίο του θεατρικό έργο, δυο γραμμές την ημέρα, με διαλείμματα και να το παραδίδει στην ώρα του, τότε θα καταλαβαίναμε ότι  η θέλησή του ήταν ηρωική. Ο «βυσσινόκηπος» γράφτηκε με τέτοιες δυσκολίες που θύμιζαν τα βάσανά του στην Σαχαλίνη. Δυνατός μέχρι τον τάφο. Αλλά γιατί αναφέρω ξανά όλα αυτά που τα βλέπει ο καθένας; Επειδή, δυστυχώς έγραψαν  και πολλές βλακείες και ασυναρτησίες γι’ αυτόν. Και τι δεν μπορούσες να ακούσεις σε αυτόν τον χώρο. Αηδίες που έφτασαν ως τις μέρες μας.

Όταν αναφέρονται στην εποχή του Τσέχωφ, συνηθίζουν να μιλούν για μια εποχή δίχως βούληση, στάσιμη, με στενοκεφαλιά στους κύκλους των διανοουμένων. Αυτό είναι σωστό , εν μέρει. Και αυτή η εποχή όμως έδωσε κάποιους σπουδαίους ανθρώπους. Ο λόγος που το τονίζω αυτό είναι ότι η ανθρώπινη θέληση, σαν τεράστια δύναμη, είναι ικανή να αλλάξει την ζωή μας και αυτό είναι η κεντρική ιδέα σε όλα τα έργα του Τσέχωφ. Ο λόγος για τον οποίο εξέφρασε τόσο έντονα  την γενιά του είναι ότι το προσωπικό του θέμα ταυτίστηκε με το κοινό θέμα.  Το δίκιο του ανθρώπου, απέναντι στην αδιαφορία στην αναλγησία της ζωής. Πριν πούμε οτιδήποτε για την τέχνη του Τσέχωφ, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι σε όλη τη ζωή του  και την σχέση του με τους ανθρώπους, όχι μόνο δεν υπήρξε ούτε σκιά αδιαφορίας, αλλά η συμμέτοχή του ήταν τόσο ενεργή, που, δίπλα του, οι περισσότεροι από τους τότε συγγραφείς μοιάζουν με τον Αμπλόμοφ.* 

 Για μισόν αιώνα, κυκλοφόρησαν πολλές μισές αλήθειες και ολόκληρα ψέματα για τον Τσέχωφ. Μόνο πετώντας όλες αυτές τις μιζέριες στα σκουπίδια, θα μπορέσουμε να τον δούμε με καθαρή ματιά και να εκτιμήσουμε το μεγαλείο του έργου του.  

  

 Σημειώσεις:

 

 

  • Σαχαλίνη : Nησί στο ανατολικώτερο άκρο της ρωσικής αυτοκρατορίας,βόρεια της Ιαπωνίας, τόπος εξορίας και καταναγκαστικών έργων από τα μέσα του 19ου αιώνα.
  • Κορνήλιος Τσουκόφσκι : Δημοφιλής Ρώσος συγγραφέας, ποιητής, κριτικός της λογοτεχνίας και δοκιμιογράφος.(1882-1969)
  • Αμπλόμοφ :ο ήρωας του ομώνυμου μυθιστορήματος του Γκοντσαρόφ,- εθνικός τύπος του παλιού Ρώσου γαιοκτήμονα που,  νωθρός, απαθής και ανίκανος να πάρει πρωτοβουλία, αντιδρά παθητικά στα εξωτερικά γεγονότα.
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.