Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφίαΠρωτοσέλιδο

Λίζα Διονυσιάδου: Μια άλλη παράξενη Πρωτοχρονιά

Είναι αλήθεια παράξενη η φετινή μας Πρωτοχρονιά, ιδίως για όσους ονειρεύονται ρεβεγιόν, αλλά για δείτε και μια άλλη!

Στο μαιευτήριο που σε μετέφερε το νοσοκομειακό (το πλησιέστερο σ’ αυτή τη νότια πλευρά της πόλης), πέρασες μια εβδομάδα. Ήταν ένα ολόλευκο κτίριο με την επιγραφή: «Μαιευτήριο Νο 29». Φτάσατε τα ξημερώματα της τελευταίας μέρας του χρόνου.

1967. Δεν ήξερες που βρισκόσουν. Από το παράθυρο έβλεπες το χιόνι να πέφτει πυκνό. Παραμονή πρωτοχρονιάς- ομολογουμένως η πιο επεισοδιακή της ζωής σου. Εκείνον, τον αποχαιρέτησες στην είσοδο και μπήκες μέσα σε έναν άγνωστο κόσμο, με πλήρη άγνοια της όλης διαδικασίας. Ο Θάλαμος Τοκετού είχε δώδεκα κρεβάτια. Δίπλα στην είσοδο, το τραπεζάκι των γιατρών και στο βάθος τα κρεβάτια στη σειρά, – έξι και έξι, αντικριστά. Το δικό σου κρεβάτι ήταν στη γωνία, απέναντι από τα παράθυρα. Αν ο τοκετός δεν παρουσίαζε επιπλοκές, ο γιατρός δεν εμφανιζόταν καθόλου. Κάθε ετοιμόγεννη είχε την μαία που την παρακολουθούσε. Η δική σου, ήταν μια καλή νεράιδα που σε κρατούσε
τρυφερά από το χέρι. Είχαν ήδη ξεκινήσει οι δικοί σου πόνοι, όταν η γυναίκα απέναντί σου, άρχισε να γεννάει. Ήταν ένα κορίτσι δεκαεπτά ετών, η μικρότερη του θαλάμου. Άκουγες τις φωνές της και έβλεπες όλη την
διαδικασία του τοκετού. Είδες το κεφαλάκι του μωρού να ξεπροβάλλει σαν σε ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση. Όταν ήρθε η δική σου σειρά, ένιωθες ήδη έμπειρη. Θυμάσαι το καθαρά το κόκκινο-μαβί μωρό που σου έδειξαν και την
τρομερή ομοιότητα που είχε το προσωπάκι του με το δικό σου. Ύστερα από το υπέροχο αυτό συναίσθημα, το μόνο που ήθελες ήταν να κοιμηθείς, αλλά δεν σε άφηναν. «Δεν πρέπει επ’  ουδενί να κοιμηθείτε»! ήταν οι οδηγίες.
«Αργότερα, θα κοιμηθείτε όσο θέλετε»!
Το επόμενο πρωί, είχε ήδη περάσει ένας χρόνος. Ο καινούργιος, σε υποδέχτηκε με κισέλ, πιρόγκ και ένα πλασματάκι που ήταν δικό σου. Οι επόμενες μέρες ανάνηψης από την ταλαιπωρία του τοκετού των γυναικών, που είχαν γεννήσει με μικρές χρονικές διαφορές, ήταν μοναδικές. Δώδεκα γυναίκες, από δεκαεπτά μέχρι τριανταπέντε περίπου ετών, συζητούσαν
ασταμάτητα, έλεγαν ιστορίες, γελούσαν. Μία από αυτές, δεν είχε άνδρα. Έφερε στον κόσμο ένα παιδί εξαφανισμένου πατέρα, αλλά, παραδόξως, είχε
διάθεση διακωμώδησης  της κατάστασής της.(Η σοβιετική πατρίδα την αγκάλιαζε με τα προστατευτικά φτερά της). Η κάθε μια τους διηγιόταν την προσωπική της ιστορία, και εσύ, ανάμεσά τους, ήσουν κάτι ακαταλαβίστικο και αξιοπερίεργο. Σε ρωτούσαν για την χώρα σου, πώς ήταν εκεί τα μαιευτήρια και άλλα σχετικά, για τα οποία εσύ, δεν είχες την παραμικρή ιδέα. Κατέφθαναν συνεχώς πακετάκια με φρούτα και μικρά δώρα που έστελναν οι συγγενείς, όπως και ραβασάκια από τους συζύγους. Βρισκόσουν σε μια «μυστική χώρα», όπου οι γυναίκες ύφαιναν τα σύνορά της με αόρατα νήματα.
Το όλο σκηνικό ήταν εντελώς θεατρικό και παρέπεμπε σε πρωτοποριακή παράσταση. Οι επισκέψεις ήταν απαγορευμένες, ακόμα και για τους
μπαμπάδες και τους πιο στενούς συγγενείς. Τις επόμενες μέρες, οι λεχώνες έφερναν τα φασκιωμένα νεογέννητα στα παράθυρα για να τα επιδείξουν στους δικούς τους. Το μαλλιαρό, σκουρόχρωμο κεφαλάκι του δικού σου μωρού,
ξεχώριζε ανάμεσα στα κατάξανθα υπόλοιπα μωράκια που έφερναν σε τροχήλατα για τον θηλασμό.
  Όταν βγήκες από κει, ήσασταν επίσημα γονείς. Ήταν το πιο ασυνήθιστο ρεβεγιόν, σε χιονισμένη πόλη, με τον Άγιο Βασίλη σε ρόλο πελαργού.

 
Μια διαφορετική Παραμονή Πρωτοχρονιάς ( Μόσχα, 1967)Απόσπασμα από το
μυθιστόρημα ΧΙΟΝΙΖΕΙ, εκδόσεις Γαβριηλίδης,2012.
 
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.