Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Λίζα Διονυσιάδου: Νερά στη στέγη  

Το νερό έτρεχε ασταμάτητα, σε απόσταση μιας αγκαλιάς από τον βορινό τοίχο, αδιαφορώντας αν ήταν μέρα ή νύχτα, άνοιξη ή χειμώνας.
Το σπίτι ήταν πνιγμένο στη βλάστηση. Πικροδάφνες και κυπαρίσσια, γηραλέες συκιές και καρυδιές, τυλιγμένες με γλυσίνες και κισσούς. Ήταν ένα χαμηλό κτίσμα, κρυμμένο στα κλαδιά των δέντρων.
Φτάσαμε το σούρουπο για να περάσουμε ένα διήμερο στο πατρικό της Μάρθας. Πετούσα πάντα τη σκούφια μου για κάτι τέτοια. Η Μάρθα πάλι, ήθελε να ξεκινήσει επισκευές που θα της επέτρεπαν να περνά κάποιο χρόνο και τον χειμώνα σ’ αυτό το σπίτι. Τελευταία, είχε ανοίξει ένα νέο κεφάλαιο στη ζωή της – και σ’ αυτό ήθελε να εντάξει και το σπίτι του χωριού.

Ο ήχος του νερού που χυνόταν σε μικρούς καταρράχτες ακουγόταν άγριος.
Δεν είχα ξανακάνει αυτή τη διαδρομή, έτσι δεν είχα πλήρη αίσθηση πού ακριβώς βρισκόμουν και από πού ερχόταν αυτή η σκοτεινή δύναμη που σε κυρίευε.
Ήμουν κουρασμένη – φύγαμε κατευθείαν από το γραφείο – και η σκέψη ότι με το θόρυβο αυτό δεν θα κοιμόμουν καλά, με ανησύχησε.
Ύστερα από λίγο όμως, συνειδητοποίησα πως ο ήχος αυτός έμοιαζε με μουσική. Γαλήνια μουσική των νερών, ξέπλενε τη σκέψη απ’ όλα τα άχρηστα, δίχως προσπάθεια.
«Στο δρόμο του νερού…» στίχοι που σαν να είχαν γραφτεί γι αυτό το μέρος, παρόλο που πρώτη φορά το αντίκριζα.

Στο χαμηλότερο πλάτωμα του περιβολιού υπήρχε ένας πελώριος σκουρόχρωμος βράχος από σιδεροπυρίτη. Άγνωστο πώς είχε βρεθεί εκεί.  Η Μάρθα έλεγε πως ήταν μετεωρίτης.
Ο, τι και να ήταν, το νερό δεν τον αφορούσε. Συγκατοικούσαν ήρεμα. Συμβαίνουν όλα απλά στη φύση. Οι άνθρωποι μόνο τα περιπλέκουν ανόητα.
Όταν πέσαμε για ύπνο, πίστευα πως θα μπορούσα να ταξινομήσω τις σκέψεις μου, όπως έκανα πάντα πριν κοιμηθώ. Δεν πρόλαβα καν να ξεκινήσω την ταχτοποίηση. Το νερό με πήρε τρυφερά στην αγκαλιά του και με αποκοίμισε ακαριαία. Η παρουσία του τα έκανε όλα αμερόληπτα. Έρεαν όλα κι εγώ μαζί τους, σαν για να περάσουμε κάπου αλλού. 

Το πρωί της άλλης μέρας ήρθε ο ντόπιος εργάτης για τις επισκευές.
«Ο φετινός χειμώνας ήταν δύσκολος» είπε. «Έριξε πολύ νερό. Τα γέρικα κλαδιά έσπασαν κι έπεσαν στη σκεπή. Κοιμήθηκαν τα νερά! Έτσι έγινε η ζημιά…»
Νερά που κοιμήθηκαν. Κοιμισμένα νερά… Ποιητής ο άνθρωπος, σκέφτηκα.
Νερά ρεούμενα που στάθηκαν. Νερά ρεούμενα της μοίρας. Δεν πρέπει να στέκονται μην κοιμηθούν. Ο ύπνος τους είναι τέλμα. Το τέλμα, θανατος.
Η ζωή μας, η ζωή μου, τα προβλήματα τα καθημερινά, οι μέρες μου μ’ εκείνον…
Νερά, πολλά νερά, που έπαψαν να μας ξεπλένουν. Νερά στεκούμενα, που θα κοιμηθούν. Που ίσως κοιμήθηκαν ήδη.

Σαν σε σκηνή ταινίας, σε γρήγορη κίνηση, πήγα στο τηλέφωνο και σχημάτισα τον αριθμό του πρακτορείου. Μου έδωσαν τα δρομολόγια. Το επόμενο φέρι έφευγε 1.30. Θα το προλάβαινα αν έφευγα αμέσως. Τώρα!
Θα προλάβαινα τον ύπνο των νερών ή θα τα ξυπνούσα, όσο ήταν ακόμα καιρός! Θα τους έδινα διέξοδο πριν προχωρήσει η ζημιά στη στέγη…

Εξήγησα στη Μάρθα στα γρήγορα μερικά πράγματα, χαιρέτησα και έφυγα.

(Από την συλλογή διηγημάτων της Λ.Δ. Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ, Ροές, 2003)
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.