Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Μάνος Κοντολέων: «Δίπλα στην Κλυταιμνήστρα, η Ελένη…»

(ένα κεφάλαιο από μυθιστόρημα που εδώ και μήνες -και για μήνες ακόμα- θα γράφεται. Πιθανός τίτλος: «Στις σκιές της Κλυταιμνήστρας»)

 

Είχε μάθει να μοιράζεται τα μυστικά της  με τον εαυτό της και  μόνο.
Από τότε… Από τον καιρό που ήταν παιδίσκη.

Είχε ως μητέρα μια γυναίκα  τέτοιας ομορφιάς που όλα μπορούσανε να της συγχωρεθούνε – στη Λήδα χαρίστηκε η ηδονή αγκαλιάσματος από πλάσμα που αν και θεϊκή είχε ταυτότητα, ενδύθηκε τα λευκά πούπουλα  του αγέρωχου κύκνου για να ενωθεί μαζί της -μ’  εκείνη τη βασίλισσα της Λακεδαίμονος.

Κι όμως κανείς δεν  κατηγόρησε τη Λήδα για μοιχεία. Αντίθετα οι κάτοικοι της πόλης, οι αξιωματούχοι, ακόμα και ο ίδιος ο βασιλεύς και σύζυγος καμάρωναν για την θεϊκή επιλογή και θέλησαν να αναγνωρίσουν  τον καρπό αυτής της ένωσης ως θεϊκό κι αυτόν.

Τρία παιδιά – από την ένωση με ένα κύκνο γεννάς τρία ωά;  Ας είναι -η θεϊκή μεγαλοθυμία άφησε κάτι και στο γένος των θνητών κι έτσι  τα δυο μόνο διατηρούν την θεϊκή τους καταβολή, το τρίτο  δωρίζεται ως σπορά του Λακεδαίμονος βασιλέως.

Παρόμοια με τη σπορά που κι εκείνη είχε δημιουργήσει -βασιλική κι αυτή, απλώς είχε προηγηθεί κατά δύο περίπου έτη.

Μυστικά -σκέψεις και συναισθήματα, όλα δικά της. Από τότε… Από τον καιρό που ήταν παιδίσκη.

Της έδωσαν το όνομα Κλυταιμνήστρα και για τα δυο μόνο πρώτα χρόνια θα ακουγόντουσαν θαυμασμοί  για τα γαλάζια της μάτια και τα κατάμαυρα μαλλιά της.

Μετά ήρθαν τα λόγια που επαινούσαν την ομορφιά της μικρής αδελφής. Κι ήταν περίεργο! Κανείς δεν αναφερότανε σε ξεχωριστά χαρακτηριστικά-χρώμα ματιών και μαλλιών, απαλότητα δέρματος και σχήμα χειλιών… Τίποτε. Η ομορφιά της Ελένης ήταν πλήρης -μόνο ομορφιά. Τίποτε άλλο. Ακριβώς όπως αρμόζει να περιγράφονται θεοί και ημίθεοι -στο σύνολό τους.

Η Κλυταιμνήστρα -η πρωτότοκη- λες κι είχε εξαφανιστεί. Σβήστηκε από τα σχόλια των άλλων.

Μα δεν διαμαρτυρήθηκε. Αρκέστηκε στην τρυφερότητα του Τυνδάρεω, του πατέρα -έτσι αλλιώς αυτός αναγνώριζε πως εκείνη ήταν το δικό του θηλυκό τέκνο- και προσαρμόστηκε στις συνθήκες.

Κι άλλωστε πολύ σύντομα είχε κατανοήσει πως η Λήδα ζούσε την κάθε μέρα της όχι με την ιδιότητα της βασίλισσας ή της μάνας ή της συζύγου… Όχι! Ο κύκνος που την επέλεξε αν και της γονιμοποίησε τρία ωάρια, ξέχασε να την μετατρέψει κι εκείνη σε πετούμενο -αηδόνα, ας πούμε ή  και γερακίνα. Οπότε κι αυτή κλείστηκε μέσα στα δωμάτια που της αναλογούσαν και μόνο για τρεις συνεχόμενες μέρες  το μήνα -ήταν εκείνες  όπου η γυναικεία της φύση έστελνε το μήνυμα μιας πιθανής νέας τεκνοποιίας- κατέβαινε στην όχθη του ποταμού και περίμενε… Τον κύκνο.

Που ποτέ δεν ήρθε ξανά. Κι η Λήδα πάντα -σ΄ εκείνο το τέλος του τριήμερου  που τα ωάρια αναζητούσαν τη θεϊκή σπορά- επέστρεφε στην κλίνη της και από το παράθυρο μόνο ήθελε να παρακολουθεί τις αποχρώσεις του ουρανού και να μυρίζει τις ανάσες του κήπου.

Η Κλυταιμνήστρα σκαρφάλωνε στο εξωτερικό περβάζι του παραθυριού, αναζητούσε την εικόνα μιας μητέρας, όμως έβλεπε μια γυναίκα που έτριβε με μανία τους ώμους της με την ελπίδα να αποκτήσει φτερούγες.   Και από εκεί, στο περβάζι, η παιδίσκη  έγλειφε -για ώρες τα έγλειφε- τα χείλη της. Μνήμες φιλημάτων στο μητρικό μαστό. Ανικανοποίητες καθώς βίαια και απότομα είχαν διακοπεί. Γι αυτό και στο τέλος σβηστήκανε. Θα έπρεπε -μετά από χρόνια πολλά θα το συνειδητοποιούσε- να περιμένει την δική της ηλικία γονιμότητας για να χαρεί την αντίστροφη ηδονή -το ρούφηγμα της θηλής από στοματάκι ολίγων εβδομάδων.

Μα ότι δεν σου χαρίστηκαν με ποιο τρόπο εσύ θα τα δωρίσεις;

Οι πράξεις των άλλων γεννούν τις δικές μας… Κάποια στιγμή. Ακόμα και μετά από χρόνια!

Η μητέρα, λοιπόν,  απόμακρη και ο πατέρας ως βασιλιάς μόνο ματιές θλιμμένης τρυφερότητας της έστελνε. Οι θυγατέρες σύντομα γίνονται σύζυγοι και ανήκουν πλέον σε άλλους άνδρες.

Αλλά όταν είσαι άρχων και ηγεμόνας με κύρος, αναζητάς τον διάδοχό σου. Συνήθως τον προτιμάς να είναι αγόρι. Μα αν αυτό  το αρσενικό παιδί, που μια θεϊκή μεγαλοθυμία σου παραχώρησε,  δείχνει να έλκεται περισσότερο από την αθάνατη προσωπικότητα του  σπορέα του δίδυμου αδελφού, τότε η θυγατέρα είναι πλάσμα πολυτιμότερο μιας και μέσω αυτής θα μπορείς να υλοποιείς τα παιχνίδια εξουσίας.

Ο θνητός Κάστωρ και ημίθεος Πολυδεύκης -δυο πανομοιότητες στάλες που αλωνίζανε τις ράχες και τις κοιλάδες της ενδοχώρας. Από τις πρώτες τους ανάσες -βαριές, αγορίστικες- δείξανε πως θα αδιαφορούσανε για τα παιχνίδια εξουσίας των θνητών. Συχνά -τις νύχτες με αστροφεγγιά- σημειώνανε στον ουράνιο θόλο τη θέση που θα έπαιρνε ο δικός τους αστερισμός.

Μητέρα, λοιπόν, δοσμένη σε νοσταλγία μιας θεϊκής ηδονής.

Πατέρας τρυφερός όπως με τρυφερότητα κάποιος φροντίζει το δέντρο από το οποίο  θα δρέψει τους καρπούς του.

Αδέλφια που σεργιανούσανε άλλοτε στη γη και άλλοτε στον αιθέρα.

Ποιος έμενε; Η αδελφή…

Σίγουρα η Ελένη δεν ήταν προορισμένη να ανταλλάσσει νυχτερινούς εφηβικούς ψιθυρισμούς.

Κάποιος της είχε πει πως θα ένωνε το όνομά της με τον επιθετικό προσδιορισμό ‘Ωραία’ και με αυτήν την ιδιότητα θα είχε στο μέλλον θέση ανάμεσα στο βασίλειο των αθανάτων, οπότε δεν την απασχολούσαν τα καθημερινά. Ζούσε τις δικές της στιγμές και ήξερε πως θα κληθεί να διαμορφώσει την Ιστορία χωρίς μία έστω στάλα ιδρώτα να λεκιάσει την τέλια καμπύλη που άρχιζε με τις δίδυμες χορδές  των οφρυδίων της και τέλειωνε εκεί όπου λαμπύριζαν οι πρώτοι βόστρυχοί της.

Οπότε η Κλυταιμνήστρα  τι άλλο μπορούσε να εφεύρει; Μοιραζότανε τα μυστικά της με τον εαυτό της και μόνο.

                                             *****

Μα είναι συχνά κουραστικό  -κάτι επί πλέον!-  είναι επώδυνο να έχεις πάντα συνομιλητή τον εαυτό σου. Ιδιαίτερα όταν είσαι κοριτσάκι έτοιμο να εγκαταλείψει την αυτάρκεια των πρώτων δέκα, ίσως και δώδεκα χρόνων σου. Τότε, δηλαδή, όπου επιτακτικά αναζητάς την συντροφιά των άλλων και λαχταράς να μοιραστείς εσύ μαζί τους τα δικά τους μυστικά.

Κι έτσι -τότε- η Κλυταιμνήστρα ανακάλυψε τις παραμελημένες, τις απαξιωμένες από πολλούς, ιστορίες των γυναικών που είχαν βρεθεί μέσα  στο παλάτι φερμένες  από άλλους τόπους.  Η κάθε μια  από αυτές τις δούλες  κάτι θυμότανε από το μέρος που είχε γεννηθεί. Κάτι -συνήθως ελάχιστο μιας και το σημαντικό είχε καταπλακωθεί από  την πίκρα που δεν αντέχεται.

Το αδιανόητο του βίαιου αποχωρισμού, ο τρόμος της άγριας σφαγής, η οσμή της καμένης σάρκας, η αφή του αίματος πάνω στο ρούχο που καλύπτει το στήθος, οι κραυγές του πόνου και το ουρλιαχτό της ανίσχυρης συμπαράστασης -όλα αυτά, οι γυναίκες που πλένανε τα μάρμαρα στους διαδρόμους, που απλώνανε τα ασπρόρουχα σε επιλεγμένες γωνιές του κήπου, που ζεσταίνανε το νερό για το λουτρό της  βασίλισσας ή που σκύβανε το κεφάλι στη διαταγή και με μια αχνή ελπίδα ξαπλώνανε στο λίκνο του βασιλιά, μα και όσες  πασπαλίζανε με μυρωδικά τα φαγητά για να χαθεί κάπως η αγριάδα του λίπους ή γνωρίζανε το μέρος του σφαγείου που είναι κατάλληλο για το γευτούν οι άρχοντες σε ώρα συμποσίου – αυτές οι γυναίκες όλα τούτα  τα είχαν λησμονήσει, έπρεπε να λησμονηθούνε και μένανε μόνο ιστορίες που σε ταξιδεύανε στην επικράτεια των μύθων κι ακόμα δίπλα στις παρηγορητικές αναμνήσεις ερχόντουσαν και τα σχόλια για τα όσα μόλις το ίδιο πρωινό είχαν συμβεί μέσα το παλάτι.

Αν ο Τυνδάρεως -ας πούμε- είχε επιλέξει για  δυο συνεχόμενες νύχτες να αποσυρθεί χωρίς να ζητήσει τη συντροφιά θεραπαινίδας ή έστω μιας αοιδού* αν η Λήδα είχε απαιτήσει και πάλι το πλυθεί ο ολόλευκος χιτώνας της* αν οι δίδυμοι είχαν, για πολλοστή φορά, αρπάξει από τους φρουρούς  κάποιο ακόντιο ή ένα σπαθί για να παίξουν πολεμικό παιχνίδι σε μια δική τους παραλλαγή* αν η Ελένη -αν και έφηβη πια- δεν είχε αποκτήσει τις οσμές που συνήθως πηγάζουν από την περιοχή της ήβης.

Η Κλυταιμνήστρα τις ακολουθούσε, τις άκουγε  και μιμούτανε κινήσεις και μελετούσε ενασχολήσεις. Διαισθανότανε πως όποιος καλά μπορούσε να κατέχει τούτους  τους ψιθυρισμούς και από αυτούς να συνθέτει συλλογισμούς και να παίρνει αποφάσεις, θα είχε και την ικανότητα αν όχι να διοικεί στρατούς, σίγουρα πάντως να διευθύνει βασιλικούς Οίκους. Στα καθημερινά μυστικά στηρίζεται η δύναμη της όποιας θηλυκής εξουσίας -η Κλυταιμνήστρα κατέκτησε αυτή τη γνώση.

 Έμαθε έτσι να υφαίνει και να βάφει τα υφάσματα, έμαθε το πως μαγειρεύεται το φρεσκοσφαγμένο πουλερικό και πόση ώρα βράζει το σύκο έως ότου δέσει σε γλυκιά μάζα. Υποψιάστηκε τα τρωτά σημεία των ενήλικων ανδρών και τους  παράπλευρους τρόπους να τα εκμεταλλευτείς.

Γνώση πολύτιμη -κάποτε θα ήταν αυτή που θα επέφερε την αλλαγή της Ιστορίας.

Προς ώρας πάντως -έφηβη ακόμα- την κέρδιζαν οι εικόνες που μια νέα σκλάβα ζωγράφιζε πάνω στις κροκάλες από τις όχθες του ποταμού κι ακόμα ο αυλός που ο τυφλός γέροντας δεν τον άφηνε μήτε στιγμή να βγει από το στόμα του.

Τα χρώματα και οι ήχοι.

Μια διαφορετική συντροφιά με τον εαυτό  σου.

Μεγάλωνε. Η εφηβεία της φούσκωνε τα στήθη και την έκανε να θέλει να ανακαλύπτει τον κόσμο που υπήρχε πέρα από το παλάτι.

Προτιμούσε τις όχθες του ποταμού. Αναρωτιότανε σε ποια σκιερή παραποτάμια απλάδα ο κύκνος θα είχε καλύψει με τις φτερούγες του το σώμα της Λήδας.

Ίσως αυτή με τα μαλακά βρύα και την υγρή άμμο; Μπορεί και την άλλη, όπου τα κλαδιά των δέντρων σκύβουν για να αγγίξουν τα φύλλα τους το καθάριο νερό. Μέσα σε σπηλιές φτιαγμένες από γερτούς κλώνους και φύλλα ο έρωτας μετατρέπει τη γυναίκα σε πλάσμα που πιστεύει πως ίσως και να αποκτήσει κάποτε φτερούγες.

Μεγάλωνε. Και η μοναξιά όσο πάντα πολύτιμη, ακόμα όμως περισσότερο αποπνιχτική.

Μεγάλωνε μαζί της κι η Ελένη.  Θα έπρεπε κι αυτή -για άλλους ή και για τους ίδιους λόγους- να αναζητούσε το  σημείο όπου σπάρθηκε η ύπαρξή της.

Συναντηθήκανε στην ακροποταμιά.

«Αναζητάς ότι κι εγώ ψάχνω;» η Κλυταιμνήστρα  δεν μπόρεσε να μη σκεφτεί πως η κάτοχος του επιθετικού προσδιορισμού Ωραία -κάτι σαν θεότητα του νερού ή και οπτασία φτιαγμένη από την υγρασία που κυλούσε  στάλα, στάλα πάνω στα φύλλα της ιτιάς- θα ήθελε να ανακαλύψει το σημεία όπου το πάθος κάνει τον θεό των Νεφών  να μεταμφιεστεί σε πτηνό που μόνο προτού πεθάνει μπορεί να τραγουδήσει ένα -μοναδικό μεν, αλλά μόνο ένα- άσμα.

Η Ελένη την κοίταξε. Το βλέμμα της δεν είχε τίποτε το στοχαστικό. Σκέτες λάμψεις… Αναζητήσεων.

Ήταν  κι οι δυο χωμένες μέσα σε μια αχλή  από σταγόνες που τις διαπερνούσαν οι αποχρώσεις του γαλανού  και του πράσινου. Η υγρασία ζωγράφιζε ρυάκια πάνω στους ώμους τους και η οσμή χόρτων που αργοπεθαίνανε εκεί που τα νερά λιμνάζανε τις ανάγκαζε να αναπνέουν με ρυθμούς αργούς.

«Ψάχνεις;…» η Ελένη ίσως και να μονολόγησε. Κι έπειτα

«Εγώ…» πρόσθεσε, αλλά αμέσως μετά διόρθωσε «Σε μένα μου είπανε πως τούτα τα δέντρα δεν φιλοξενούν πουλιά που κελαηδούν τον έρωτα, αλλά…» και πάλι κόμπιασε. Δεν απόσωσε τη φράση της.

Πάντα οι λάμψεις αναζήτησης μέσα στις κόγχες των ματιών της.

Η Κλυταιμνήστρα σκέφτηκε πως ένας κύκνος μια και μόνη φορά βγάζει κραυγή -κελάϊδισμα δε θα το πεις. Άσμα που προαναγγέλλει τον  θάνατο… Τον δικό του.

Η υγρασία μούσκευε όλο το σώμα τους. Υγρά χάδια παραβιάζανε τις περιοχές που η παρθενικότητά τους τις κρατούσε  απροσπέλαστες.

«Αυτές οι κλαίουσες…» η Ελένη παραμέρισε ένα κλώνο  που τα φύλλα του είχαν μπλεχτεί στα μαλλιά της. «Αδελφές του γιου του Ήλιου -έτσι άκουσα να λένε…» μιλούσε και η φωνή της πνιγότανε από τη βαριά, υγρή ατμόσφαιρα. «Και όταν ο πατέρας τους, ο Απόλλων, αναγκάστηκε να σκοτώσει το γιο του για να μην κάψει με την απερισκεψία του τον κόσμο, αυτές…»

Η Κλυταιμνήστρα ανατρίχιασε καθώς από ένα φύλλο μια στάλα κύλησε πάνω στο μάγουλό της. Ποιος έκλαιγε;

«Αυτές ζητήσανε να γίνουν κλαίουσες ιτιές για να θρηνούν αιώνια …» η Ελένη απότομα, βίαια, με βιάση ξέφυγε από την αγκαλιά των κλώνων και λούστηκε στο φως το μεσημεριού.

Δευτερόλεπτα πιο πριν, και πίσω της ακριβώς, μερικές στάλες είχαν μετατραπεί σε ιριδίζουσες φυσαλίδες που διογκωνόντουσαν και την στιγμή που η Ελένη διέφευγε προς το άπλετο φως, σπάσανε.

Η Κλυταιμνήστρα την ακολούθησε. Ίσως να αλαφιάστηκε. Μισόκλεισε  τα βλέφαρα αναζητώντας προστασία  από την απαιτητική αλλαγή των χρωμάτων-η σκιά κρατήθηκε στην επικράτεια της υγρασίας.

«Πώς είναι να είσαι ο καρπός μιας ερωτικής  πράξης σε τόπο  όπου ακούγονται μοιρολόγια;» η Ελένη μίλησε άχρωμα. Η ιδιότυπη λαμπράδα των ματιών της είχε επανέλθει μαζί το γνωστό πάγωμα του βλέμματος -λες και κοιτούσε και πάλι προς τα μέσα αντί προς τα έξω.

Η Κλυταιμνήστρα αισθάνθηκε μόνη, εγκαταλειμμένη σε μια νευρικότητα, μια ταραχή.

Κι έπειτα η Ελένη πήρε να τρέχει, να φεύγει μακριά από την ακροποταμιά. Ίσως και κάποια κραυγή να έβγαλε. Άναρθρους ήχους…

Ακίνητη η Κλυταιμνήστρα παρέμενε.

Έπειτα ακούστηκαν από τον ποταμό φωνές -ανδρικές. Γελούσαν. Κάποιος από αυτούς είπε λέξη πρόστυχη.

Τα μοιρολόγια και ο έρωτας -μαζί και τα δυο. Στον ίδιο τόπο.

Δεν αφορούσε -προσπάθησε να πείσει τον εαυτό της η Κλυταιμνήστρα- το δικό της παρελθόν αυτή η συνύπαρξη. Κι όμως πάντα κάτι την έκανε να ανατριχιάζει.

Πότε το παρελθόν διεκδικεί χώρο από το μέλλον;

Παράταιρη ερώτηση.

Και η Κλυταιμνήστρα πήρε κι αυτή να απομακρύνεται. Ακολούθησε τα βήματα της αδελφής της.

………………………………………………………………….

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.