Loading...
ΒιβλιοπαρουσιάσειςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Μάνος Κοντολέων: Μαρία Παπαγιάννη, «Χρυσά κουπιά», Εκδόσεις Πατάκη

                                     

Πολλά είναι τα μυθιστορήματα για παιδιά των τελευταίων τάξεων του Δημοτικού που έχουν ως βάση ανάπτυξης του θέματος τους τον τρόπο που μια ομάδα παιδιών περνά τις  καλοκαιρινές διακοπές.

Άλλοτε τα γεγονότα διαδραματίζονται σε ένα νησί, άλλοτε σε περιοχή με αρχαιολογικά ευρήματα, κάποτε και σε μέρη ορεινά.

Είναι μυθιστορήματα που επιδιώκουν  να συνδυάσουν την καθημερινή ζωή των παιδιών (σχέσεις μεταξύ τους ή με πρόσωπα του ευρύτερου περιβάλλοντος τους) με στοιχεία κάποιας μορφής γνώσης πάνω σε θέματα ιστορίας, αρχαιολογίας κλπ.

Στην ουσία πρόκειται για μυθιστορήματα γραμμένα ως  καλοκαιρινά αναγνώσματα και γι αυτό διατηρούν μια γρήγορη και θα έλεγα επιφανειακή προσέγγιση των θεμάτων με τα οποία καταπιάνονται, καθώς συχνά καταφεύγουν σε μυστηριώδεις περιπέτειες ή εξερευνήσεις και με τους ήρωές – παιδιά να συμπεριφέρονται τις περισσότερες φορές με τρόπο αφύσικο.

Η Μαρία Παπαγιάννη -από τις πλέον δραστήριες όσο και αναγνωρισμένες παρουσίες στο χώρο του παιδικού βιβλίου- μας δίνει ένα μυθιστόρημα που αν και έχει να κάνει με τις καλοκαιρινές διακοπές δυο αδελφών σε κάποιο ορεινό χωρίο, δεν θυμίζει σε τίποτε τον τρόπο που παρόμοιου θέματος έργα τις περιγράφουν, όπως και πιο πάνω σημειώσαμε.

Η Λήδα και η Ηρώ αναγκαστικά βρίσκονται στο χωριό του παππού τους, μιας και ο πατέρας τους έχει σοβαρά αρρωστήσει και η μητέρα τους θέλει να μπορεί συνέχεια να βρίσκεται κοντά του.

Τα δυο κορίτσια με αρνητική διάθεση φτάνουν στο ορεινό μέρος όπου η μητέρα τους είχε γεννηθεί και για πρώτη φορά στη ζωή τους συναντούν ένα παππού που δείχνει απλώς να τις ανέχεται.

Αλλά ο ορεινός αυτός οικισμός έχει ένα παρελθόν που κανένας πλέον δε θέλει να το συζητά, αλλά τα γεγονότα του τότε επηρεάζουν τις ζωές και τα συναισθήματα των κατοίκων  του ακόμα και τώρα.

Οι δυο αδελφές σιγά, σιγά θα γνωριστούν  με διάφορους τύπους του τόπου και το όλο κλίμα που επικρατεί με κάποιον υπόγειο τρόπο δείχνει να μπορεί να τις παρηγορεί από το θλίψη και την αγωνία που έχουν για την αρρώστια του πατέρα τους. Στο τέλος μάλιστα θα τις βοηθήσει ακόμα και να αντιμετωπίσουν τον θάνατό του

Στην ουσία έχουμε ένα μυθιστόρημα μια παιδιά που πολύ πλησιάζει το είδος εκείνο της μυθιστορηματικής αφήγησης που έχει να κάνει με την πορεία προς την ενηλικίωση.

Η Μαρία Παπαγιάννη φρόντισε αυτό το χωριό και από σύνθετους χαρακτήρες να κατοικείται, αλλά και να διαθέτει ένα θαυμάσιο μείγμα ρεαλισμού και παγανισμού.

Το μείγμα αυτό θα προσφέρει τη δυνατότητα στις δυο αδελφές να περάσουν από την παιδική ηλικία στην εφηβεία καθώς θα μπορέσουν να πλησιάσουν τον επικείμενο θάνατο του πατέρας τους με τρόπο εσωτερικής ενδοσκόπησης, την ίδια ώρα που θα έχουν ανακαλύψει και άλλα μεγάλα συναισθήματα όπως αυτά της πρώτης εφηβικής αγάπης, της κατανόησης της ιδιαιτερότητας του άλλου, την αξία του παρελθόντος, τη γνώση της ιστορίας ως στοιχείο διάπλασης των χαρακτήρων.

Μυθιστόρημα ατμοσφαιρικό, με ευαίσθητες περιγραφές. Παράλληλα ένα κείμενο που θέτει με τόλμη ερωτήματα που απασχολούν άτομα μικρών ηλικιών και που απαντά σε αυτά με διακριτικότητα και  με τη διάθεση να αφήσει τον άλλον μόνο του να αποφασίσει.

Αλλά την ίδια στιγμή έχουμε και ένα μυθιστόρημα με ολοζώντανους διαλόγους. Τα διάφορα πρόσωπά του έργου -παιδιά και ενήλικες- μιλάνε με μια καθημερινή γλώσσα και με τέτοιο τρόπο ώστε ο χαρακτήρας του καθενός να καθρεφτίζεται στις προτάσεις του.

Θα τολμήσω να σημειώσω πως υπήρξαν σελίδες που μου έφεραν στο νου αντίστοιχες σελίδες από το «Καπλάνι της βιτρίνας» της Ζέη. Κυρίως στους διαλόγους των δυο αδελφών, αλλά και σε κάτι άλλο, ίσως περισσότερο βαθύ.

Αναφέρομαι σε μια άποψη που υλοποιείται μέσα από τις διάφορες προτάσεις και η οποία έχει να κάνει με μια γυναικεία ματιά στον τρόπο φωτισμού των δυο κεντρικών ηρωίδων.

Τα δυο κορίτσια στα «Χρυσά κουπιά», ακριβώς όπως και τα άλλα δυο κορίτσια στο «Καπλάνι της βιτρίνας» διαθέτουν μια πρώιμη γυναικεία  υπόσταση έτσι όπως μπορεί κάποιος να την εντοπίσει σε νεαρής ηλικίας θηλυκά άτομα τα οποία έχουν μεγαλώσει μέσα σε ένα οικογενειακό κλίμα ισότητας και παιδείας.

Και νομίζω πως αυτό είναι και το πρώτο προσόν του έργου. Το ότι, δηλαδή, η συγγραφέας δεν βίασε την εξέλιξη της ιστορίας της. Αντίθετα άφησε τους ίδιους του ήρωές της να την καταγράψουν σύμφωνα με τις προσωπικότητές του.

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.