Loading...
ΜουσικήΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Μαρία Κοτοπούλη: ΣΤΗΝ ΚΑΛΥΒΑ ΤΟΥ ΓΚΟΥΣΤΑΒ  ΜΑΛΕΡ  

Άκουγε την Τρίτη Συμφωνία του Γκούσταβ Μάλερ, έναν ύμνο στο Δημιουργό και αναρωτιόταν, τι να αναζητούσε ο Συνθέτης, γιατί βυθιζόταν, στα απύθμενα  βάθη της ζωής, του έρωτα, του θανάτου; Διάβαζε και ξαναδιάβαζε τα λόγια του: «Είναι ένα συμφωνικό ποίημα που αγκαλιάζει όλα τα στάδια της εξέλιξης της ζωής, στην ανοδική της πορεία. Ξεκινά από την άψυχη φύση και καταλήγει στην αγάπη του θεού». Στην «Αγάπη του Θεού», επανέλαβε. Όλα ξεκινούν και τελειώνουν στον Έναν, τον Μέγα Δημιουργό! Ψιθύρισε  και   προσπάθησε να φανταστεί το χώρο πού ζούσε και συνέθετε, ο αγαπημένος της Μάλερ. Δεν ήταν τόσο δύσκολο όσο νόμιζε, καθώς, ο ίδιος, τον περιγράφει.

Τότε αποφάσισε να γυρίσει το χρόνο πίσω. Ήξερε ότι ο Συνθέτης εργαζόταν, τους θερινούς μήνες, στην Καλύβα τού κήπου του, στο Steinbach,  κοντά στο Salzburg, πέρα από την πολύβουη πόλη. Αυτό το καλοκαίρι του 1895, ήταν το καλοκαίρι του Συνθέτη, είπε, και πήρε το δρόμο, να  τον αναζητήσει. Άγνωστη μεταξύ αγνώστων, προχωρούσε, με την ελπίδα, να τον συναντήσει και  σιγοτραγουδούσε, απαλύνοντας το φόβο της. Πέρασε όμορφες πόλεις, χωριά, βουνά, μαγευτικά λιβάδια, συνάντησε περιπατητές που τη χαιρετούσαν και ανταπέδιδε το χαιρετισμό τους, ώσπου   έφτασε στη Λίμνη Attersee. Κάθισε για λίγο, να απολαύσει την ομορφιά της και να ακούσει την αρμονία από τον  παφλασμό των κυμάτων. Τότε ένοιωσε, γιατί ο Μάλερ έλεγε, ότι συνθέτει πιο εύκολα, όταν ακούει το νερό. Μεθυστική η μαγεία της Λίμνης. Γέμισε την αγκαλιά της με τα  χίλια χρώματα και αρώματά της, για να μπορέσει να τα ζωντανέψει, όταν οι φίλοι της, θα της ζητούσαν να τους  αφηγηθεί, όσα είδε και έζησε, σ’ εκείνο το ονειρικό ταξίδι.  Άφησε τη Λίμνη στη γαλήνια ομορφιά της  και συνέχισε να οδοιπορεί. Έφτασε στην περιοχή  που έμενε ο Μάλερ. Περπατούσε αργά για να μπορέσει  να αναγνωρίσει, από την περιγραφή, που είχε αποστηθίσει, το σπίτι του. Και, ώ του θαύματος, ήταν μπροστά  της. Έσπρωξε την πόρτα του κήπου, χωρίς να χτυπήσει και μπήκε.  Ακούμπησε σε  ένα δέντρο, να πιστέψει ότι δεν ήταν όνειρο και να απολαύσει αυτή τη χαρά. Ξαφνικά, άκουσε βήματα στο δρόμο. Κρύφτηκε γρήγορα, πίσω από τον μεγάλο κορμό  και με προσοχή, έγειρε λίγο   το κεφάλι της, να δει. Δεν πίστευε στα μάτια της.

 Ο Μάλερ, μοναχικός οδοιπόρος, φαίνεται να ερχόταν από μακριά, από τα βουνά της Βαυαρίας,  με την αλπική φορεσιά του: Παντελόνι ως το γόνατο,  κουμπωμένο  γιλέκο, πάνω από  λευκό πουκάμισο,  παπιγιόν, χωρίς το πλατύγυρο καπέλο του, με το χαρακτηριστικό, όμως, μπαστούνι στο χέρι του και όλα, να υπογραμμίζουν  την  κομψότητα και την ευγενική καταγωγή του. Έσπρωξε την πόρτα  και μπήκε. Βάδιζε αργά, στάθηκε και πήρε τη χαρακτηριστική του πόζα, ακουμπώντας στο μπαστούνι του με τα πόδια σταυρωμένα και το δεξί του χέρι στη μέση.    Παρατηρούσε γύρω του το σύμπαν του κήπου, αυτό, που αποτυπώνει στο έργο του, ενώ μονολογούσε: «Είναι παράξενο, πώς από την άψυχη ύλη, ξεπηδά σταδιακά η ζωή, εξελισσόμενη, με βήμα αργό, σε ολοένα τελειότερες  μορφές». Τον ακολούθησε, περπατώντας  προσεκτικά, για να μην γίνει αντιληπτή  και τον είδε να μπαίνει στη θρυλική καλύβα του, την «Composition hut». Πόσο θα ήθελε να γίνει αόρατη και να εισχωρήσει κι εκείνη μαζί του. Μα θαύματα δεν γίνονται, είπε με απογοήτευση και άρχισε να κάνει το γύρο της καλύβας. Βρήκε μια χαραμάδα και κόλλησε το μάτι της  για να κοιτάξει στο εσωτερικό.  Ένα πιάνο, ένα γραφείο, μια βαλίτσα,  ογκώδη βιβλία και χειρόγραφες παρτιτούρες, σκορπισμένες παντού   Διάβασε κάποιους τίτλους με δυσκολία, Μπετόβεν, Γκαίτε, Τάδε έφη Ζαρατούστρα, Νίτσε, Βάγκνερ, Σοπενχάουερ. Ξαφνικά, ο Μάλερ, άρχισε να παίζει  στο πιάνο. Ναι, ήταν η νέα συμφωνία του, η Τρίτη, εμπνευσμένη από τη δύναμη της φύσης και η μεγαλύτερη, ως τώρα, από τα συμφωνικά του έργα. Είχε  αρχίσει να τη γράφει το 1893 και την ολοκλήρωνε,  αυτή τη στιγμή, τρία χρόνια μετά.  Επεκράτησε μια περίεργη σιωπή και αγωνιζόταν να καταλάβει τι συμβαίνει. Τον είδε να σηκώνεται και  να ανοίγει  το παράθυρο. Η Θέα της Λίμνης εντυπωσιακή και πέρα τα βουνά, υψώνονταν    μεγαλόπρεπα. Μετά άνοιξε την πόρτα, στάθηκε στο κέντρο και κοίταζε τον κήπο για αρκετή ώρα, ύστερα γύρισε απότομα, άρπαξε τον κοντυλοφόρο του, κάθισε στο πιάνο και  σημείωνε, μονολογώντας:  «Όπως  οι πρώτες συμφωνίες μου, θα είναι και τούτη πάνω σε ένα σχέδιο.  Όσο για τις  μικρές, επεξηγηματικές αφηγήσεις, για τα   έξι μέρη της, θεωρώ ότι είναι πια αρκετές», και άρχισε να γράφει και να υπογραμμίζει. Περίεργη, εκείνη, για το περιεχόμενό τους  κόλλησε το αυτί της στη σχισμή για να μην χάσει ούτε λέξη από τα λόγια του.   «Το καλοκαίρι έρχεται», τον άκουσε να απαγγέλει, κοιτώντας μακριά και τον είδε να σκύβει, να βουτά την πέννα στο μελάνι  και να  απαθανατίζει στο πεντάγραμμο  τη μαγεία του καλοκαιριού, που είχε στήσει χορό μπροστά στο   καλύβι του. «Τι  μου λένε τα λουλούδια στο λιβάδι», συνέχισε. Ενώ, εκείνη έβλεπε   λιβάδια απλωμένα, με τα κεφαλάκια των λουλουδιών να κινούνται αρμονικά  και να αφήνουν το άρωμά τους, στην καλύβα του, κάνοντάς την να μοιάζει  με παράδεισο. «Τι μου λένε τα ζωντανά του δάσους», πλήθος από τα ζώα του δάσους ήταν εκεί, για μια θέση στη σύνθεσή του.  «Τι μου λέει η νύχτα». Η νύχτα με τα όνειρα και κάποτε με τους εφιάλτες της. «Τι μου λένε οι πρωινές καμπάνες»;  Οι καμπάνες  χτυπούν γιορτινά  το πρωί και  διαλύουν τους φόβους και τα όνειρα της νύχτας, καλώντας τους πιστούς σε προσευχή. «Τι μου λέει η αγάπη». Η Αγάπη. Αυτή νικά τα πάντα. Με τις νότες της Αγάπης, θα γίνει  η εσωτερική συνομιλία του συνθέτη,  με τη φύση, με το σύμπαν, κι εκείνη, θα είναι   μάρτυρας. Θα ανακαλύψει τη φιλοσοφική του παιδεία, την ευαισθησία του, που περνά στο έργο του, μέσα από χρωματικές επεξεργασίες, μέσα από τη συνείδηση του άχρονου, του απείρου. Η αίσθηση ότι συνθέτει  την αυτοβιογραφία του, γίνεται όλο και πιο  έντονη. Η παιδική του ηλικία, απεικονίζει  με νότες, την αθωότητάς της. Ο θρήνος για τον χαμό των επτά, από τα  δεκατρία αδέλφια του, λυγίζει, όχι μόνο την ίδια, αλλά και τα μικρά τριαντάφυλλα.  Η υπερένταση από τη συγκίνησή του, ξεπηδά  από τον  λυρισμό της  έμπνευσής του. Τον παρατηρεί,  να αποδίδει τη ζωή, με νότες, απλές, όπως, ο ίδιος, την έχει   συλλάβει, ώστε να  νοιώσει ο ακροατής του, το άλγος, την επιθυμία, την  ξέφρενη χαρά, την ανείπωτη θλίψη. Η αφήγηση  ολόκληρης της ζωής του, μέσα από μελωδικές καμπύλες, την συναρπάζει.  Είναι φανερό, μονολογεί, ότι υπάρχει ένα αόρατο νήμα που συνδέει τη συνθετική γραφή του. Μια εικόνα, μια ιδέα, μεταπλάθετε σε ηχητικό σύμβολο, τη στιγμή που ο Συνθέτης, συνειδητοποιεί  τις εκφραστικές  αξίες και την «Ιερότητα της τέχνης των ήχων»!

Συνειδητοποιώντας κι εκείνη, την εξαίσια «Ιερότητα των ήχων», εγκαταλείπει την καλύβα του Μάλερ και παίρνει το δρόμο της επιστροφής, τη στιγμή που η αγάπη του Θεού, έχει μετουσιωθεί από τον Συνθέτη σε μουσική και Άγγελοι, την ανεβάζουν στα ουράνια, ως ύμνο δοξαστικό του μεγαλείου Του!

 

                                                                                               

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.