Loading...
ΔΙΑΝΘΙΣΜΑΤΑΜουσικήΠρωτοσέλιδο

 Μαρία Κοτοπούλη: ΦΕΛΙΞ ΜΕΝΤΕΛΣΟΝ

Ο μυστικός κόσμος μιας αγγελικής ψυχής

            

   Στεκόταν μπροστά στον πίνακα της Σεσίλ Μέντελσον και αναρωτιόταν, ποιά  να ήταν η σχέση της με τον αγαπημένο της  Συνθέτη. Εισχώρησε μέσα στο τοπίο αναζητώντας τα πρώτα του βήματα, το όνειρο και το όραμά του. Συνάντησε δύο γυναίκες να σιγοψιθυρίζουν το «Τραγούδι της Τιτάνιας». Χαιρέτησε ευγενικά και τις προσπέρασε. Βάδισε μέσα στο δάσος και άκουσε τις μαγικές συγχορδίες των πνευστών και των πνευμάτων. Ένας κυνηγός της έδειξε το μονοπάτι, που θα έπρεπε να ακολουθήσει, για να μη χαθεί και να φτάσει  στο Πρεσβυτέριο. Ξαφνικά, μέσα από το θρόισμα των φύλλων, πετάχτηκε μπροστά της μια μικρή Νεράιδα κι ύστερα μια δεύτερη, ενώ πιο πέρα,  Χορωδία Αερικών, έστελνε το γεμάτο δροσιά μεθυστικό τραγούδι της, σαν σε «Όνειρο καλοκαιρινής Νύχτας».

  Με κινήσεις απαλές, έπαιζαν με τα χρώματα των λουλουδιών και συνόδευαν το φλάουτο, για  να διώξουν τις αράχνες και τα ερπετά που σέρνονταν πάνω στα φύλλα και στο χόρτο, καθώς το σαγηνευτικό τραγούδι των βιολιών, καλούσε τ’ Αηδόνια να νανουρίσουν μαζί τους τη βασίλισσα. Έτρεξε και εκείνη κοντά της,  να της πει μια καληνύχτα και να της σιγοτραγουδήσει, «Νάνι, νάνι, νάνι, νάνι, η Τιτάνια να κάνει»…

Τα μάγια, όμως, ήταν τόσο δυνατά που θα είχε και η ίδια αποκοιμηθεί,  αν η μικρή Νεράιδα δεν την τραβούσε μακριά, για να μη χάσει το Νυχτερινό τραγούδι, το τρυφερό, το γεμάτο χάρη και λυρισμό, το «Τραγούδι δίχως λόγια!»

 Έμεινε εκστατική, μα και ανήσυχη μέσα στον άυλο,  φανταστικό κόσμο. Πόσο ήθελε  να σμίξουν οι δυο ερωτευμένοι! Παρακάλεσε τα αγέρωχα Κόρνα και τα περήφανα Φαγκότα, να στείλουν τη μελωδία τους για να προετοιμάσουν το ξύπνημα του ζευγαριού, να φέρουν τη συμφιλίωση και να λυθούν τα μάγια. Εκείνα, όμως που τη βοήθησαν πρόθυμα, ήταν τα Κρουστά, οι Φανφάρες και οι Αυλητές.

   Από τον ενθουσιασμό της άρπαξε από το χέρι τη μικρή  Νεράιδα και  πέταξαν, να αναγγείλουν πρώτες, σ’ ολόκληρο το δάσος, τη «Γαμήλια Πομπή», μα ένα πένθιμο εμβατήριο την ξάφνιασε, φάνταζε ανεξήγητο, μέσα σε τούτη τη χαρά. Ευτυχώς, έφτασε γρήγορα ο Θησέας και προέτρεψε όλους να αρχίσουν το χορό.

Όταν η γαμήλια τελετή ολοκληρώθηκε, η πομπή άρχισε να χάνεται αργά, αργά μέσα στις συγχορδίες και στα μυστικά του δάσους. Οι Νεράιδες, σαν σε ονειροφαντασιά, κύκλωσαν τη μικρή λιμνούλα και συνέχισαν το χορευτικό, ερωτικό παιχνίδι τους. Τα ξωτικά κρύφτηκαν και το τοπίο ξαναβρήκε τη γαλήνη του. Εκείνη, μαζί με την  Νεράιδα της,  ακολούθησε το μονοπάτι που, λίγο πριν, της είχε  υποδείξει ο κυνηγός και έφτασε  στο πρεσβυτέριο.

    Ο Πάστορας την περίμενε στην είσοδο του ναού. Την καλωσόρισε και της πρόσφερε κάτι που έμοιαζε με ειλητάριο.

 «Για να θυμόσαστε την εδώ επίσκεψή σας, παιδί μου.», της είπε. Το πήρε συγκινημένη, τον  ευχαρίστησε, και αμέσως τον ρώτησε για τη ζωγράφο Σεσίλ. Εκείνος της αποκάλυψε ότι είναι κόρη του, όμως, απέφυγε από σεμνότητα να την παινέσει  και της επανέλαβε τα λόγια της λατρεμένης αδελφής τού  Μέντελσον, Φάνης.

 «Η Σεσίλ, είναι αξιαγάπητη σαν παιδί, όμορφη, λαμπερή με καλό χαρακτήρα. Θεωρώ τον Φέλιξ αρκετά τυχερό. Αν και τον αγαπά δεν τον κακομαθαίνει».Ύστερα, ο σεβάσμιος ιερωμένος της μίλησε για τον γαμπρό του, τον Φέλιξ Μέντελσον -Μπαρτόλντυ.

  «Αυτό το λαμπερό πνεύμα γεννήθηκε στο μουντό λιμάνι του Αμβούργου το 1809». Η χρονολογία ήχησε σαν καμπάνα στ’ αυτιά της. «Αυτή τη χρονιά, στις 31 Μαΐου, πέθανε ο Γιόζεφ  Χάυντν. Φαίνεται ότι ο θεός δεν ήθελε να ορφανέψει ο κόσμος»,   ψιθύρισε στη Νεράιδα, «και έφερε τη νέα ζωή».

   «Ο πατέρας του ήταν τραπεζίτης», συνέχισε ο Πάστορας, «και  παππούς του, ήταν ο ουμανιστής φιλόσοφος, Μόζες Μέντελσον, θιασώτης του διαφωτισμού, λάτρης της ποίησης και της λογοτεχνίας. Όλες αυτές τις πνευματικές αξίες, τις μεταδίδει  νωρίς στον εγγονό του, που διψασμένος για μάθηση, τις απορροφά και μόλις αρχίζει να συνθέτει, αν και πολύ μικρός, εμπλουτίζει το έργο του με το ήθος και τα υψηλά διδάγματα της πολύτιμης κληρονομιάς του. Δεν είναι παρά δεκαέξι χρόνων όταν γράφει το περίφημο ‘‘Οκτέτο’’ του και δεκαεπτά, όταν συνθέτει το αριστούργημά  του, το «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας», και είναι αλήθεια ότι  ο Ρόμπερτ  Σούμαν που παραβρέθηκε στην πρώτη  εκτέλεση του έργου, βαθιά συγκινημένος του έγραψε έναν ύμνο. Μόνο με τον Μότσαρτ», συνέχισε ο πάστορας, «θα μπορούσε κανείς να τον συγκρίνει, γιατί μόνο  οι δυο τους,  γεννήθηκαν με  τέτοια δωρεά».

   Η σκέψη της πέταξε στον Μότσαρτ, θυμήθηκε τη δική της ταπεινή  συνάντηση μαζί του και ένιωσε, γιατί ο Μέντελσον, δεν επέτρεπε σε κανέναν να κρίνει μπροστά του τον «Αγαπημένο των Θεών» και όταν κάποτε στην Ιταλία ένας συνθέτης τον ρώτησε,  τι ιδέα είχε για εκείνα,  τα μικρά του αμαρτήματα, του απάντησε, ότι ευχαρίστως θα αντάλλασσε  όλες του τις αρετές  με τα ιερά, «αμαρτήματα» του Μότσαρτ.

Ο Πάστορας συνέχισε να απαριθμεί και να εξηγεί τις χάρες τού γαμπρού του, όμως εκείνη, είχε φύγει, ήταν πια  καιρός να  αναζητήσει μόνη της, αυτό το  θεϊκό πλάσμα.

    Βρήκε  το μικρό Μέντελσον, τη στιγμή που διάβαζε το γράμμα της αδελφής του, Φάνης:«Μη χάσεις κουβέντα απ’ ό,τι θα σου πει ο Γκαίτε. Να έχεις τα μάτια σου και τα αυτιά σου ορθάνοιχτα  κι αν επιστρέψεις και δε μου αναφέρεις κάθε του λέξη, δε θα είμαστε πια φίλοι αγαπημένοι».

 Χαμογέλασε με τον αυθορμητισμό της γραφής, που έδειχνε την εμπιστοσύνη και τη λατρεία προς τον μικρότερο αδελφό της, αλλά και τη λαχτάρα της νέας κοπέλας να προσεγγίσει τον Ποιητή, το ίνδαλμά της, μέσα από τη ματιά του.

 Άφησε τον Φέλιξ, με τα παράξενα, θερμά, σαν αστέρια μάτια, να συνεχίσει την ανάγνωση του γράμματος και εκείνη ξεκίνησε αμέσως για την εξοχική κατοικία του Γκαίτε,  διερωτώμενη,  τί μπορεί να συνδέει έναν σπουδαίο φιλόσοφο, έναν ποιητή, με ένα δωδεκάχρονο αγόρι. Όταν όμως, το αγόρι. είναι ένας Μέντελσον και  φιλόσοφος, ο Γκαίτε,  απόσταση χρονική δεν υφίσταται,  γιατί εκείνο που  μετράει,  είναι η ουσία.

    Έπιασε διστακτικά το μπρούτζινο ρόπτρο  της πόρτα του κήπου και πριν το χτυπήσει, τράβηξε την προσοχή της  μια επιγραφή. Διάβασε:  

                                    «Σ’ αυτό το μοναχόσπιτο, που ταπεινά ανθίζει

                                  την πόρτα όποιος τη διαβεί καλόκαρδος γυρίζει».

Η επανάληψη της ανάγνωσης της δημιούργησε μια περίεργη αίσθηση,  ένιωθε να ανθίζει και η ίδια, να μεταμορφώνεται σε  δένδρο, να αναρριχάται στον τοίχο και να απλώνει φύλλα και κλαδιά μέσα στον κήπο του αρχοντικού. Βάδισε στα νοτισμένα, από την πνοή της Άνοιξης, μούσκλια και ένιωσε την ευωδιά της Μάνας  Γης. Σκαρφάλωσε στο παράθυρο και κόλλησε τα άνθη της στο τζάμι, είδε τον Γκαίτε να διαβάζει μια  επιστολή. Ο  καθηγητής Τσέλτερ,  του έκανε γνωστό, ότι θα τον   επισκεφτεί  με ένα δωδεκάχρονο μαθητή του.«Είναι ένα χαριτωμένο αγόρι, ένα Εβραιόπουλο, αλλά δεν είναι εβραίος».

Αυτή η φράση  πλήγωσε βαθιά τη Φάνη, όταν μετά το θάνατο των δυο σοφών ανδρών, διάβασε την  επιστολή. Ο Γκαίτε άφησε το γράμμα στο τραπέζι και βγήκε.

Τον ακολουθούσε, αθόρυβα, τις επόμενες ημέρες,  ως το πρωί της Κυριακή που πήγε στην εκκλησία. Ο μικρός Φέλιξ θα τον έβλεπε για πρώτη φορά.  Άκουσαν τη χορωδία του ναού να ερμηνεύει τον 100ο Ψαλμό του Χαίντελ

Η λεπτή ομορφιά του αγοριού, η κατανυκτική θεϊκή μουσική, την συνεπήραν. Άφησε ένα λυγμό  που έκανε όλους να γυρίσουν προς το μέρος της. Άπλωσε, όμως, το πέπλο της η καλή Νεράιδα και την προστάτεψε. Μόνο ο Φέλιξ, συνέλαβε τη σκηνή, τη χαρά και το δέος  της προσευχής, τα χίλια μάτια που  αγρυπνούσαν! Όμως,  το τεράστιο εκκλησιαστικό  όργανο τράβηξε γρήγορα την προσοχή του. Έβρισκε ότι ηχούσε  αδύναμα. Αν και δεν την ξάφνιασε η λεπτή του παρατήρηση, την έκανε να θαυμάσει για μια ακόμα φορά την οξυδέρκεια  και το κριτικό πνεύμα του παιδιού. Αργότερα, μαζί με το δάσκαλό του, πήγε  στο σπίτι του Γκαίτε.

    Ο φιλόσοφος βρισκόταν στον κήπο του και τους υποδέχθηκε  πολύ φιλικά.

 «Πόσο διαφορετικός είναι από τις γνωστές απεικονίσεις!», σκεφτόταν  το αγόρι. «Μοιάζει τουλάχιστον με άνδρα 50 χρόνων και όχι 73», και της έκανε νόημα. Εκείνη του έδειξε ότι συμφωνούσε, στέλνοντάς του τη χάρη του ανέμου  μέσα από τα φύλλα της.

Στο μεταξύ, ο Γκαίτε, ξενάγησε το νεαρό φιλοξενούμενό του στη σπάνια συλλογή των πετρωμάτων του, για την οποία ήταν  ιδιαίτερα  υπερήφανος. Ο Φέλιξ, γεμάτος περιέργεια, ρωτούσε για την σύστασή τους, τον τόπο προέλευσης, το όνομα και τη υφή τους, προσπαθώντας να απομνημονεύσει όσες περισσότερο πληροφορίες μπορούσε, για να τις μεταφέρει στην αγαπημένη του αδελφή, Φάνη.

   Αργότερα, στο τραπέζι η δεσποινίς Ουλρίκε, η αδελφή της συζύγου του Γκαίτε, έδωσε στο μικρό Φέλιξ ένα φιλί και εκείνος της το ανταπέδωσε. Αχ, πόσο ζήλευε που δεν μπορούσε να του δώσει κι εκείνη ένα φιλί!

Αλλά και  ο συγγραφέας του Φάουστ και του Βέρθερου, έκανε το ίδιο. Κάθε πρωί και κάθε απόγεμα έπαιρνε  από τον «Πατέρα και Φίλο του», όπως τον αποκαλούσε ο  μικρός Φέλιξ, δύο φιλιά και πάντα, της έκανε την κίνηση  χαράς που κάνουν τα παιδιά σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ανεβάζοντας τη ζήλια της στα ύψη.

Ήταν και εκείνα τα αλησμόνητα απογεύματα, που καθισμένος στο πιάνο  και γνωρίζοντας τη λατρεία του Ποιητή για τις «Φούγκες» του Μπαχ, τού  έπαιζε  όσες περισσότερο μπορούσε.

Μέσα από αυτές τις μελωδίες πραγματοποίησε  τη δική της φυγή  και έτρεξε στον κήπο  να αγκαλιάσει  τα αδέλφια της τα  δέντρα. Όταν επέστρεψε,  τους βρήκε όλους στο τραπέζι,  ακόμα και τον Γκαίτε, αν και δεν συνήθιζε να δειπνεί  τα βράδια. Πόσο την ερέθιζαν οι μυρουδιές από τα πλούσια εδέσματα και πόσο  έκαναν το αίσθημα της  πείνας της αφόρητο!

Όλα όσα διαδραματίζονταν την ημέρα, ο μικρός Φέλιξ,   τα έγραφε με μεγάλη επιμέλεια και ακρίβεια στην αδελφή του το βράδυ, μάλιστα της ανέφερε και κάτι που η ίδια δεν  το είχε προσέξει, αν και  τον παρακολουθούσε στενά.

 «Αγαπημένη μου αδελφή, έδωσα τα τραγούδια σου στην κυρία Γκαίτε, που έχει μια χαριτωμένη φωνή και θα τα τραγουδήσει στο ‘‘Γηραιό κύριο’’, γιατί της άρεσαν πολύ. Είπα και στον ίδιο ότι είναι δικά σου και τον ρώτησα, αν θα ήθελε να τα ακούσει,  ‘‘Ευχαρίστως’’, μου απάντησε. Καλός οιωνός, δε νομίζεις;».

Όσο περνούσαν οι ημέρες, παρατηρούσε, ότι τα χαρίσματα, η εκπληκτική ικανότητα, η λάμψη και η θέρμη της νιότης του Φέλιξ Μέντελσον, εντυπωσίαζαν τον Γκαίτε όλο και περισσότερο.

 Ένα βράδυ, ο Φέλιξ, αυτοσχεδίαζε στο πιάνο,  παραλλαγές,  πάνω σε ένα θέμα του Καθηγητή του. Ο Ποιητής, είχε εξαιρετική διάθεση, αγκάλιαζε το μικρό πιανίστα, κρατούσε το κεφαλάκι του στα δυο του χέρια, το φιλούσε και του έλεγε:

«Έτσι εύκολα δεν πρόκειται να γλιτώσεις, πρέπει να ακούσουμε κι άλλα για να κρίνουμε το ταλέντο σου».

 «Τι άλλο να παίξω;» τον ρώτησε το παιδί.

« Να μας παίξεις ένα μενουέτο» και τότε του απάντησε αυθόρμητα.

 «Θα παίξω το πιο όμορφο μενουέτο που υπάρχει στον κόσμο».

« Και ποιο είναι αυτό;»  τον αντέκοψε ο Γκαίτε, γεμάτος περιέργεια.

 «Το μενουέτο από τον Ντον Τζοβάνι», του αποκρίθηκε και αμέσως, ακούμπησε τα λεπτά δάχτυλά  του στα  πλήκτρα και οι θεϊκές νότες του Μότσαρτ, πολύχρωμες  πεταλούδες, πέταξαν και χτυπώντας τα διάφανα φτερά τους,  άφηναν  νότες από αρώματα και χρώματα γαλάζια, χρυσαφένια, πορφυρά,   μαγεία,  για θεούς και ανθρώπους .

Ο Γκαίτε, στεκόταν όρθιος στο πιάνο και έλαμπαν τα μάτια του,  καθώς του δόθηκε η χάρη, να γευτεί την υψηλή δημιουργία, μέσα από το πνεύμα  δυο σπάνιων πλασμάτων, που αντάμωναν και συνομιλούσαν με  νότες. Μετά του ζήτησε να παίξει και την εισαγωγή. Ο νεαρός Μέντελσον,  σήκωσε ψηλά το βλέμμα του, την κοίταξε ερωτηματικά και σχεδόν αστραπιαία, συνέλαβε τη σκέψη της: ότι θα είναι  δύσκολο να ερμηνεύσει στο πιάνο ένα έργο γραμμένο για ολόκληρη ορχήστρα, και   αμέσως  αντιπρότεινε να παίξει την εισαγωγή από τους «Γάμους του Φίγκαρο».

 Εκτέλεσε τα ορχηστρικά εφέ, τόσο πειστικά! Πόσο ελαφρά ήταν τα δάχτυλά του, πόση καθαρότητα είχαν τα μουσικά του περάσματα!… Και πόσο  ώριμη, ήταν η ανάλυση  κάθε  φωνής, που μετέφερε στο πιάνο!

 Ο Γκαίτε κατενθουσιασμένος του είπε: «Μέχρι τώρα, μικρέ μου, μας έπαιξες μόνο κομμάτια που γνωρίζεις, θα  θέλουμε, όμως, να δούμε, αν μπορείς να παίξεις και κάτι που δε γνωρίζεις, γι αυτό θα σε υποβάλλω σε μία δοκιμασία» και αμέσως βγήκε από το δωμάτιο για να  επιστρέψει  με μια  αγκαλιά  χαρτιά.

 «Εδώ έχω μερικά από τα χειρόγραφα της συλλογής μου. Θα μπορούσες να μου παίξεις αυτό;» και τοποθέτησε στο αναλόγιό του μια σελίδα με καθαρές γραμμές, αλλά με μικρές, πυκνές νότες.

  Ο Φέλιξ, άκουγε άπληστα κάθε του λέξη και   έλαμψε από χαρά, μόλις διάβασε στο χειρόγραφο, το όνομα του Μότσαρτ. Έπαιζε, γεμάτος συγκίνηση, χωρίς να έχει μελετήσει από πριν  τη δυσανάγνωστη παρτιτούρα και ήταν σα να  ερμήνευε το έργο για πολλοστή φορά.

 «Αυτό δεν είναι τίποτα», του είπε ο Φιλόσοφος, «αυτό, μπορούν κι άλλοι να το παίξουν, τώρα θα σου δώσω κάτι, που θα σε κάνει να θέλεις κάπου να κρυφτείς. Πρόσεχε!» και συγχρόνως  ακουμπά  στο αναλόγιο του πιάνου  του ένα φύλλο, περίεργο. Κανείς δε γνώριζε αν επρόκειτο για νότες ή για γραμμές. Εκείνη, ήταν που κρύφτηκε, μόλις το αντίκρισε, γιατί δεν άντεχε να βλέπει ένα παιδί, να παλεύει με το χειρόγραφο ενός  Τιτάνα.

 «Πώς είναι έτσι γραμμένο και πώς πρέπει να το διαβάσει κανείς;» άκουσε τον Φέλιξ, να ρωτά αμήχανα και  τον Γκαίτε να  απαντά:

 «Για μάντεψε ποιος το  έγραψε αυτό», το πρόσωπο του παιδιού έγινε σοβαρό και πριν προλάβει να απαντήσει, ο δάσκαλός του, που στεκόταν στην  πόρτα και είχε παρακολουθήσει ολόκληρη  τη σκηνή, φώναξε:

 «Ο Μπετόβεν, βέβαια, αυτό μπορεί κανείς να το δει από μίλια μακριά, γράφει, κι ύστερα μοιάζει να παίρνει μια σκούπα και να τα σαρώνει όλα».  

 Στο άκουσμα του ονόματος  του Μπετόβεν, ιερό δέος κατέλαβε τον Φέλιξ. Κοίταξε προς το μέρος της.  Τον ενθάρρυνε με το μαγικό ραβδάκι της και αμέσως ο μικρός καλλιτέχνης, συγκεντρώθηκε  απόλυτα  στο  χειρόγραφο, αλλά καθώς ο Γκαίτε ήθελε να τηρήσει τους κανόνες της δοκιμασίας και να μην του δώσει την ευκαιρία  να το διαβάσει, του είπε:

 «Είδες πως σου το έλεγα, ότι θα ήθελες κάπου να κρυφτείς, τώρα δοκίμασε να παίξεις, να δούμε τι μπορείς να κάμεις». Ο Φέλιξ ξεκίνησε αμέσως και  εκείνη, που κρυβόταν όλη αυτή την ώρα, από αγωνία, ανασηκώθηκε λίγο και είδε ότι επρόκειτο για  ένα  Λιντ, όπου οι μισές νότες ήταν δυσανάγνωστες και οι άλλες μισές, σχεδόν σβησμένες.

 Αυτό δεν τον εμπόδισε  να παίξει με ακρίβεια, ευφράδεια και σιγουριά. Κάθε φορά που έπιανε  τις σωστές νότες, έστρεφε το όμορφο πρόσωπό του και της  χαμογελούσε  και κάθε φορά που έκανε λάθος, φώναζε: «Όχι έτσι….έτσι. Α, τώρα θέλω να σας το παίξω κανονικά» και πράγματι, τη δεύτερη φορά δεν έχασε ούτε μία νότα και αναφωνούσε:

«Αυτός είναι Μπετόβεν! Από αυτό και μόνο θα μπορούσα να τον αναγνωρίσω».

Ύστερα  από αυτή τη δοκιμασία, ο Γκαίτε, υποκλίθηκε στα εξαιρετικά χαρίσματα του παιδιού και άνοιξε το δικό του ουρανό, για να τοποθετήσει τον Φέλιξ Μέντελσον ανάμεσα στα πιο  λαμπερά του αστέρια.

  Αυτές τις στιγμές, διέκρινε την εκπληκτική ικανότητα του  Ποιητή, τη μαγική του δύναμη, να διεισδύσει στη σκέψη του παιδιού,  να ανοίγει την καρδιά του  και να ενσταλάζει στην ψυχή του, εκτός από την υψηλή αισθητική και την ποίηση, τον τρόπο να αναζητήσει μια κοινωνία βασισμένη στο λόγο και στο δίκαιο.  Διδάγματα, που, ο νεαρός Μέντελσον,  θα κρατήσει σε όλη του τη ζωή και θα είναι συμπλήρωμα και κόσμημα του μοναδικού του ταλέντου.

Το βράδυ της ίδιας ημέρας βρήκε το  μικρό Φέλιξ στη βιβλιοθήκη του Ποιητή,  να γράφει στην αδελφή του:

 «Εδώ, παίζω πιάνο περισσότερο απ’ όσο στο σπίτι μας, σπάνια κάτω από τέσσερις  ώρες, πολλές φορές και έξι και οκτώ. Κάθε απόγευμα ο ‘‘Γηραιό Κύριος’’,  ανοίγει το πιάνο   και μου λέγει: «Σήμερα δε σε άκουσα καθόλου να παίζεις, εμπρός, εμπρός, κάμε λίγο φασαρία!» Ύστερα κάθεται δίπλα μου και παρακολουθεί τους αυτοσχεδιασμούς μου και όταν τελειώσω μου δίνει ένα φιλί».

Αχ, πάλι αυτό το φιλί!  «Θα πρέπει να σου γράψω για τα εκπληκτικά αντικείμενα που στολίζουν το σπίτι του,  τις προτομές των ποιητών και  τα αγάλματα. Δεν μπορείς να φανταστείς,  αδελφούλα μου, πόσο αξιαγάπητος και φιλικός είναι. Η φιγούρα του, δεν είναι επιβλητική, γιγάντια όπως την φανταζόμασταν, εμείς οι δυο.  Είναι σαν τον πατέρα μας. Εκείνο, όμως, που τον κάνει να ξεχωρίζει, είναι η ομιλία του, ο αέρας που αφήνει η κίνησή του, ο μύθος που τον περιβάλλει, ο ήχος  και το χρώμα της φωνής του, αυτά είναι πράγματι επιβλητικά! Φαντάσου ότι τα μαλλιά του δεν είναι ακόμα λευκά. Το βήμα του είναι δυνατό. Πάνω, όμως, απ’ όλα, ο λόγος του είναι τρυφερός, απλός, εντυπωσιακός, επιβλητικός

   «Τι γρήγορα που μεγαλώνουν τα παιδιά», σκεφτόταν καθώς τον παρακολουθούσε    να συνθέτει το «Κουαρτέτο για πιάνο op.3»  και να το αφιερώνει  στον Ποιητή. Αυτό το έργο θα παίξει στο Κονσερβατουάρ του Παρισιού, μπροστά στον δύστροπο  Κερουμπίνι, όταν ο Πατέρας του, για να του  επιτρέψει να ακολουθήσει  μουσική σταδιοδρομία, θα ζητήσει την έγκρισή του.

   Ο χρόνος τρέχει και ο έφηβος Μέντελσον, πανέμορφος, τρέχει μαζί του. Ταξιδεύει, θριαμβευτής, σ’ ολόκληρο τον κόσμο. Συνθέτης, Μαέστρος,   Πιανίστας,  Ερευνητής, κερδίζει το ακροατήριό του και το κάνει να παραληρεί. Χάρις στη  Νεράιδα της,  τον ακολουθεί παντού. Κάθονται  στη βιβλιοθήκη της Ακαδημίας δίπλα, δίπλα. Τον προσέχει που μελετά. Ξαφνικά ανακαλύπτει μια ανεκτίμητη,  χειρόγραφη παρτιτούρα και την κρατά συγκλονισμένος  στα χέρια του. Είναι τα «Κατά Ματθαίον Πάθη» του Γιόχαν Σεβάστιαν Μπαχ. Ο ενθουσιασμός του δεν περιγράφεται. Τον παρακολουθεί, νύχτα μέρα, να αντιγράφει μόνος του, αυτό το μεγαλειώδες έργο και να το παρουσιάζει στην Ακαδημία, παρά τις έντονες αντιρρήσεις του καθηγητή του. Τώρα ξέρει ότι χάρις στον αγαπημένο της συνθέτη, Φέλιξ,  ξεκίνησε η αναβίωση των έργων του Μπαχ και το ενδιαφέρον του κόσμου για το μεγάλο Κάντορα.

Ο  Γκαίτε μαθαίνει νέα του, όλο αυτό τον καιρό, από τον καθηγητή του.

    Τον γνώρισε παιδί. Στα εικοσιένα του χρόνια, ισάξιος πλέον συνομιλητής του Ποιητή, επιθυμεί να  ακούσει τον “Πατέρα και Φίλο του”, να του απευθύνει το λόγο   στον ενικό  και επειδή πρόκειται να τον συναντήσει σύντομα, αλλά δεν τολμά ο ίδιος να του το ζητήσει, παρακαλεί  την αδελφή του, Φάνη, να τον ρωτήσει, αν θα του έκανε αυτή τη χάρη. Ο Γκαίτε της απαντά:  «Πέστε του ότι θα  του μιλήσω στον ενικό, μόνο αν έρθει να μείνει  μαζί μου  για δύο εβδομάδες».

   Ποτέ δεν έμαθε αν κατάφερε να ακούσει τον Ποιητή να του μιλά στον ενικό, ούτε μπόρεσε να είναι παρούσα στην τελευταία τους συνάντηση. Είχε, όμως, έντονα την αίσθηση ότι ο Γκαίτε, στεκόταν πάντα λίγα βήματα πίσω του και τον παρακολουθούσε με κριτικό πνεύμα και θαυμασμό!

« Πως πέρασε η ώρα!». Η μικρή Νεράιδα έπρεπε να επιστρέψει  στη οικογένειά της. Την άφησε  στη χαρά των νερών και των ανέμων, στους θρύλους των ποταμών, των λιμνών  και των δασών. Εκείνη, έφερνε γύρους στον ουρανό, μεθυσμένη από  τη μουσική του Φέλιξ Μέντελσον, που  πέταξε  στ’  αστέρια  για  να  εναρμονίσει,  με τις νότες και τη μαγική του  ράβδο, την αέναη, ηγεμονική  τους  κίνηση. Προσπέρασε τα σύννεφα, τα κοιμισμένα ξωτικά, τα πνεύματα του δάσους και συνέχισε το δρόμο της.

  Καθώς έβγαινε  από το τοπίο της Σεσίλ, ξεδίπλωσε το ειλητάριο που της χάρισε ο σεβάσμιος Πάστορας. Ήταν ένα πορτραίτο του Φέλιξ Μέντελσον στα δώδεκά του  χρόνια, ζωγραφισμένο  από τον σύζυγο τής αδελφής του, Φάνης. Έμοιαζε με άγγελο που ήρθε στη γη για να σκορπίσει χαρά στους ανθρώπους. Το κράτησε για πάντα, ήταν από τα πιο πολύτιμα δώρα που δέχτηκε ποτέ.

 

Σημείωση: Το διήγημα γράφτηκε για την επέτειο των 160 χρόνων από το θάνατο του Συνθέτη. Διαβάστηκε στη  Συναυλία –Αφιέρωμα, που πραγματοποιήθηκε στις 5 Νοεμβρίου του 2007, στο Μέγαρο Μελά,  με την υποστήριξη του Σωματείου, «Jeunesses Musicales Ελλάδος» και με την επιμέλεια του μουσικολόγου, μουσικοκριτικού Κωνσταντίνου Π. Καράμπελα-Σγούρδα. Τον τελευταίο θερμά ευχαριστώ,  για την ευγενική παραχώρηση της αλληλογραφίας του Φέλιξ Μέντελσον, απ’ όπου άντλησα τα πολύτιμα στοιχεία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.