Loading...
ΚείμεναΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Μαρία Κοτοπούλη: Ύμνος στον Ηλιοβάμονα

                       

                                                                                                                               Της Ανθούλας Δανιήλ

 

 Μαρίνα! Γιατί διάλεξε το δικό μου όνομα να τραγουδήσει ο Ποιητής; Εγώ ήμουν ένα μικρό ασήμαντο κορίτσι μέσα στα τόσα άλλα και η μόνη μου «ιδιοτροπία» ήταν η αγάπη μου για τους Βράχους. Εκεί περνούσα ώρες πολλές κοιτάζοντας την απέραντη θάλασσα και κάποτε τον Ήλιο απ’ όπου ξεπετιούνταν Φαέθωνες,  Άγγελοι, Απόλλωνες,  Μούσες, Ίκαροι, Έρωτες και ψυχές.

Πόσο με ζήλευαν οι φίλες μου που δεν είχαν κι εκείνες έναν Ποιητή να γράφει  το όνομά τους και να πλάθει τη μορφή τους! Κι εγώ ζήλευα ή πιο σωστά θαύμαζα κρυφά τη Ροδιά, τη Μυρτώ, την Ελένη, τη Ρωξάνη, τη Φωτεινή γιατί ήθελα να έδινε σε μένα όλες τις χάρες τους, να ήμουν η μόνη του αγαπημένη. Αλήθεια υπάρχουν κι άλλοι Ποιητές που ασχολήθηκαν μαζί μου; Κάποιος Μουσικός; Ποιος να έχει συνθέσει άραγε τη «Συμφωνία της Μαρίνας των Βράχων»; Ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι δε θα μπορούσε να ζωγραφίσει τη «Μαρίνα των Βράχων» αντί την «Παναγιά των βράχων»; Αλήθεια, η «Παναγιά των Βράχων»  τι σχέση έχει με μένα; Είμαστε βέβαια συνομήλικες και βρίσκουμε και οι δυο καταφυγή στους βράχους, αλλά ο δικός μου Χριστός γιατί δεν είναι στην αγκαλιά μου; Μήπως ξέχασαν ότι κι εγώ είμαι μια κόρη Ιαμβική, Αγνή σαν ωραίο  Οκτώ ή σαν Κανάτι ή σαν  την Αφροδίτη του Ντομινίκ Ένγκρ και θα μπορούσα να έχω στην αγκαλιά μου ένα μικρό Διόνυσο ή ένα μικρό Χριστό;

Καθώς άκουγα τα πατήματα των κοριτσιών, προσπαθούσα να φορέσω τα  σανδάλια μου που, αλίμονο, γλιστρούσαν στο κενό. Τις ακολούθησα ξυπόλυτη. Τα πόδια μου βυθίζονταν στις χορδές των κυμάτων, πονούσαν και άφηναν έναν ήχο ξεκούρντιστου Βιολοντσέλου, παράξενο, στην αρμονία της φύσης. Σαν  τα κορίτσια της «μακρινής ξαδέρφης», της Σαπφούς, περιπλανηθήκαμε στον κήπο της αιώνιας κόρης, της Θάλασσας. Η μία έμοιαζε με την «Ωραία κηπουρό» του Ραφαήλ, η άλλη με το «Κορίτσι» του Γιαν Βερμέερ και  η τρίτη με τη «Νέα» του Αμαντέο Μοντιλιάνι. Εκείνος, ο κήπος της Γεθσημανής, κήπος  περισυλλογής, φάνταζε μακρινός  και η αγωνία της προσευχής του Ιησού, όπως   Δομίνικος Θεοτοκόπουλος ο Κρης εποίησε,  διέλυε την ψυχή μου. Ίσως γι’ αυτό ο Αστερίας με απέτρεψε να φτάσω στο βυθό και μ’ ώθησε προς την ακρογιαλιά. «Θέλει με υψώσει επί βράχον;» (Ψαλμoί του  Δαβίδ, κζ-5), αναρωτήθηκα, όταν άξαφνα είδα τα κορίτσια να τρέχουν στην ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου, και μέσα στην αρμονία του τοπίου αναδυόταν αντιστικτικά ο ήχος της ανάσας  τους και το ανάλαφρο πάτημα των σανδαλιών.   Έτρεξα  γρήγορα από το φόβο μη  χαθούν κι ας γέμιζαν τα πόδια μου πληγές από τα κοφτερά πετράδια. Τα πρόλαβα μέσα  στους κίτρινους κάμπους κι έπεσα ανάσκελα μεθυσμένη από  το άρωμα των Υακίνθων. Εκείνα χόρευαν και μάζευαν με τα ξανθά τους χέρια λουλούδια. Ήρθαν κοντά μου με γεμάτες  αγκαλιές  από  δυοσμαρίνια και τα απίθωσαν στην ποδιά μου. Τι ήχος, τι όνομα, εμπεριέχουν και το δικό μου όνομα, είπα και το αποφάσισα μυστικά. Από δω και πέρα Διός-Μαρίνα, θα λέω τα λουλούδια του Οδυσσέα Ελύτη. «Αετοφόρος», ο άνεμος διαλάλησε  το μυστικό μου στα πέρατα του κόσμου και  καθώς δυνάμωνε, άρπαξε τη χρυσή κορδέλα απ’ τα μαλλιά μου και το καλοκαιρινό, σαν πέπλο, κίτρινο φόρεμά μου, το κρατημένο απ’ την κεντημένη με πορτοκαλιά κλωστή ζώνη μου. Πως θα αντικρίσω τώρα τον Ποιητή;  Τα ανέμιζε στους λόφους επιδεικτικά κι εγώ, από ντροπή, προσπαθούσα να τυλιχτώ  με τα φύλλα της ροδιάς. Πόσο ποθούσα την αγκαλιά του! Βούτηξα στο νερό για να αποφύγω το σαγηνευτικό, προκλητικό βλέμμα του ήλιου και το μεθυστικό χάδι των αχτίνων του που δε μ’ άφηναν να σκεφτώ, να ψάξω αυτό που γυρεύω να μάθω. Αυτό που στέκει ανάμεσα  στο τώρα και στο χτες, αυτό που θα έρθει, αν έρθει κι αν θα είναι στο μέλλον. Πόσα όνειρα χωρούνε στον αθάνατο Έλληνα λόγο του Ποιητή; Βούτηξα στις θάλασσες του Κλωντ Ντεμπισσύ  και του Νίκου Σκαλκώτα μήπως και βρω το αλμυρό θαλασσόχορτο. Αφέθηκα να ανεβοκατεβαίνω στα υψωμένα κύματα του Hokusai. Η διαύγεια του βυθού μεθυστική, με προσκαλούσε. Σαν  φτάσω εκεί, θα μάθω, άραγε, τι είναι και τι δεν είναι; Είδα από τα χαμηλά τον όγκο του Βράχου και τρόμαξα. Γυμνός όπως εγώ. Ήθελα να κρυφτώ κι απ’ αυτόν; Αναρωτήθηκα. Πώς να ακουμπούσα πάνω στην πέτρινη σάρκα του, πώς να άγγιζα τις ρωγμές του. Τώρα ήμουν σίγουρη, εκεί κρύβει τα μυστικά του, τις αλήθειες του. Γι αυτό τα βράδια  λαμπιρίζουν περίεργα οι μικρές, μικρές ρωγμές του. Προσπαθούν, φαίνεται, να βγουν, να αποκαλύψουν τα «κεκρυμμένα». «Άκουσε ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση» (Οδυσσέας Ελύτης. «Η Μαρίνα των Βράχων», 27).

 Η φωνή του με συνέφερε. Αναδύθηκα γυμνή από το νερό, έτρεξα να μαζέψω το πέπλο μου, να σκεπαστώ αλλά βρήκα ένα κόκκινο σαν  αίμα χιτώνα.   

       «Μα που γύριζες;» Ακούστηκε επιβλητική η φωνή του Ποιητή και τα αργά βήματά του χτυπούσαν ρυθμικά στο λιθόστρωτο. Τα έχασα,  τυλίχτηκα στον κόκκινο χιτώνα  κι έκρυψα το πρόσωπό μου από ντροπή. Τι να του απαντούσα; Ότι έψαχνα σαν άλλη Εύα εκείνη την οδυνηρή γνώση; Την αλήθεια; Αυτή που ο ίδιος γνώριζε κι όμως αναζητούσε ολημερίς κι ολονυχτίς ή το χρόνο; «Ο χρόνος είναι θεός καλόβολος» (Σοφοκλής, Ηλέκτρα,  στχ. 179), ακούστηκε ο καθησυχαστικός ο λόγος  του Σοφοκλή αλλά η φοβερή μορφή του Κρόνου-Χρόνου του Φρανσίσκο ντε Γκόγια πέρασε μπροστά μου για να με συντρίψει. Αδύναμη, κατέληξα στους κοφτερούς βράχους να περιμένω στη τρικυμία την τρίαινα του Ποσειδώνα,  να χτενίσει τα μαλλιά μου. Μια μικρή μπούκλα παρασυρμένη από το σφοδρό άνεμο, ξέφυγε και κόλλησε στα χείλη μου. Η γεύση της πικρή σαν τον αλμυρό αφρό των κυμάτων. Δε θέλω να γευτείς εσύ αυτή την  αλμύρα γι αυτό δε θα σ’ αφήσω να φιλήσεις τα μαλλιά μου.

Δε σ’ άκουσα, ποτέ δεν άκουγα τις συμβουλές σου,  δε μέτρησα τις φωτεινές ημέρες μες το γδυτό νερό, δε χάρηκα την αυγή των πραγμάτων ούτε απόλαυσα τους κίτρινους κάμπους όσο θα ήθελα.  Κράτησα, όμως,  στο στήθος μου το τριαντάφυλλο από φως, την αρετή, «Αι μεν αρεταί τελειώσεις» (Αριστοτέλης,  Φυσικής Ακροάσεως,  (Η 247α2).

Βλέπεις δε  χάθηκαν όλα. Μ’ αυτόν τον κόκκινο σαν αίμα χιτώνα θα μπορούσα να είμαι ακόλουθος του Διονύσου, ηρωίδα Ιάμβου του Αισχύλου, του Σοφοκλή ή του Ευριπίδη, να τραγουδώ τα χορικά του Αριστοφάνη με τη μοναδική  της Μαρίας φωνή και να βαδίζω μέσα στα χρυσαφένια παλάτια του καλοκαιριού ή στα μεγαλοπρεπή αρχαία Ελληνικά θέατρα. Εκεί η αλήθεια δε κρύβεται από χρησμούς και ιερατικούς μανδύες, έρχεται στο φως από τον καθαρό λόγο του Ποιητή!  

Στον αιώνιο, γαλάζιο Ουρανό όλα είναι φωτεινά, τίποτα δε χάνεται και ο  Έρωτας ταξιδεύοντας  αμέριμνος, αρπάζεται από τον Ήλιο. «Μη, θα καείς», φώναξα έντρομη και άνοιξα τα χέρια  μου να τον δεχτώ. Η τρικυμία με παρέσυρε, ονειρευόμουν πως τον κρατούσα  τρυφερά στην αγκαλιά μου. Ήμουν κι εγώ μια άλλη μικρή Pieta  σαν αυτή του Μιχαήλ Αγγέλου η σαν την Αγιασώτισσα Βρεφοκρατούσα. Έσκυψα και του έδωσα το φιλί της ζωής. Ξαφνικά άνοιξε τα μάτια του, πετάχτηκε ορθός, μ’ άρπαξε από τη μέση και καβάλα στο μαΐστρο οι δυο μας  τρέχαμε να βρούμε τις ανθισμένες κερασιές για να τις δώσουμε τα αμέτρητα φιλιά μας μήπως και μάθουμε, από αυτές, το μυστικό που κρύβει ο Αστερίας. Αλίμονο, εκείνος χάθηκε, αφήνοντας αναπάντητο το αίνιγμα, αίνιγμα που αγγίζει το μυστήριο και γίνεται δυσκολότερο από εκείνο της Σφίγγας. Ανίσχυρη, χωρίς τη σοφία του Οιδίποδα τι ελπίδα έχω για μια, κάποια, λύση;     

  Γύρισα στο Βράχο μου, έμεινα ώρα πολλή περιμένοντας τον Ποιητή, δε φάνηκε, σηκώθηκα γεμάτη θλίψη, ήθελα τόσο να είχε έρθει! Τράβηξα τον κόκκινο χιτώνα μου που είχε γαντζωθεί από τις αιχμές του βράχου και σχίζονταν σε κορδέλες. Άρχισα να περπατώ στον Ουρανό, «Ο γαρ ουρανός το παν ίσως» (Αριστοτέλης, Δ 212b 20),  όπως ο Ιησούς περπατούσε στη Θάλασσα, τότε είδα να αναδύονται από το νερό οι Ωραίες Κόρες, «Όλοι οι ρήτορες σιγούν όταν μιλάει το κάλλος» (Ουίλιαμ Σαίξπηρ).

Δεν ήξερα τι να κάνω. Να πάρω τη μορφή του Βράχου και να μείνω εδώ για πάντα πετρωμένη, η να τις ακολουθήσω; Ο Χρόνος τελείωνε και ο γενάρχης  Ήλιος με απειλούσε. Έκανα σινιάλο, τις φώναζα με τ’ όνομά τους,  να με περιμένουν, «Μυρτώ, Ελένη, Ρωξάνη, Φωτεινή,  Αλεξάνδρα, Κύνθιααααα». Εκείνες ανταπαντούσαν σηκώνοντας τα σύμβολά τους. Με καλούσαν, με χαιρετούσαν; Δεν μπορούσα να καταλάβω. Προχώρησα, κι έστρεψα δειλά το βλέμμα μου για τελευταία φορά στο Βράχο. Δάκρυσα και δάκρυσε κι εκείνος. Επιτάχυνα την κάθοδό μου από τον Ουρανό. Δεν είχα άλλη επιλογή έπρεπε να τις ανταμώσω…. εις το «Αιέν».

 

 

One comment
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.