Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Μαρία Κουγιουμτζή: Ανάνηψη

 

Όταν τον έφεραν ήταν τυλιγμένος με επιδέσμους. Ένας τραυματίας όπως τόσοι άλλοι. Τροχαίο. Κακώσεις στο σώμα.  Ο εγκέφαλος με σοβαρή βλάβη.

Ένα γλυκό Αυγουστιάτικο απόγευμα, που ο ήλιος μέλωνε τα ξαπλωμένα σώματα στην εντατική, είδα πως τον είχαν ξετυλίξει από τους επιδέσμους. Ένα πρόσωπο αγγελικό με αρρενωπό σαγόνι και μικρά φουσκωτά χείλη με σταμάτησαν. Άραγε τι χρώμα να είχαν τα μάτια του; Σήκωσα το πρησμένο βλέφαρο. Μια λάμψη μισοσβησμένη, χρυσοπράσινη έφεξε από την χαραμάδα. Ήταν σε ελαφρύ κώμα. Δεν ήξεραν πότε και αν θα συνέλθει.  Το σώμα είχε ιαθεί. Δεν έμεινε το παραμικρό σημάδι.

Όταν μεταφέρθηκε σε ξεχωριστό δωμάτιο, μόνος, έγινα μια από τις  αποκλειστικές του.

Μια νεαρή γυναίκα, η αρραβωνιαστικιά του, ερχόταν κάθε μέρα μετά την δουλειά της, περνούσε μια δυο ώρες πλάι του κλαίγοντας και κρατώντας το χέρι του. Ήταν κι αυτή όμορφη και η θλίψη σκιάζε το πρόσωπό της εντείνοντας το τρυφερό της βλέμμα. Κάπου κάπου σηκωνόταν και στεκόταν μπροστά στο παράθυρο κοιτάζοντας έξω τον δρόμο, λες και τον περίμενε να έρθει από κει. Οι ακτίνες του δειλινού εξοστρακίζονταν πάνω στο τζάμι δίνοντας στο πρόσωπό της ένα αέρινο φως.

Η ομορφιά του με έκανε να τον προσέξω, να τον παρακολουθώ.

Ένα βράδυ, με το χαμηλό φως της μηχανικής υποστήριξης, σήκωσα το σεντόνι και ερεύνησα το σώμα του.  Φαινόταν σαν απλώς να  κοιμόταν. Τα μπράτσα μακριά με δεμένους μυς,  το στήθος με αραιές ξανθωπές τρίχες, σφιχτό και κάπως φουσκωτό. Η κοιλιά λεία, ανοιχτόχρωμη, τα πόδια ίσια και σχεδόν άτριχα κατέληγαν  σε ωραία κάπως μεγάλα δάχτυλα. Το φύλλο του καλυμμένο από το σγουρό τρίχωμά του, φιμωμένο από τον σωλήνα του καθετήρα. Τον άγγιξα σε διάφορα σημεία του σώματός του. Δεν υπήρξε αντίδραση.
Τον σκέπασα. Από τότε δεν παρέλειπα να τον γυμνώνω να τον αγγίζω, περιμένοντας  την παραμικρή αλλαγή, έστω και της ανάσας του.

Κάποτε κατατρόμαξα όταν με πλησίασε χωρίς να την αντιληφθώ μια άλλη νοσοκόμα. Μη φοβάσαι, είπε χαμογελώντας, κι εγώ το ίδιο κάνω. Δεν είναι υπέροχος; Νομίζουμε πως αγγίζοντάς τον σεξουαλικά θα τον ξυπνήσουμε. Θα του δώσουμε πίσω την ζωή του.

Στο καθημερινό του μπάνιο μαζί με κείνη την νοσοκόμα τον γυρίζαμε πίσω μπρος θαυμάζοντας τους υπέροχους γλουτούς του και το θελκτικό τρίγωνο της πλάτης του. Η αρκετά στενή του μέση και το άνοιγμα των ώμων  θύμιζε τον πρίγκιπα με τα κρίνα, της Κνωσού. Ήδη τα μαλλιά του είχαν μακρύνει και τα δαχτυλίδια τους ακουμπούσαν πάνω στον στιβαρό λαιμό του. Ένα ακόμα πλησίασμα προς τον εικονογραφημένο αιωνόβιο νέο. Οι νοσοκόμες μάλωναν ποια θα ξυρίσει το χνούδι από τα μάγουλά του.
Ήταν τόσο επιθυμητός που οι φαντασιώσεις μας επείγονταν να υλοποιηθούν.

Νύχτα και οι θόρυβοι στο νοσοκομείο σίγησαν, τα φώτα του δρόμου έσπρωξαν το σκοτάδι μέσα στο δωμάτιο που με άγγιξε θωπευτικά, οι σκιές με κύκλωσαν τρυφερά, οικεία,  γυμνώθηκα και ξάπλωσα δίπλα του. Κόλλησα το κορμί μου πάνω στο κορμί του, έγλυψα τα χείλη του,  έσυρα το χέρι του πάνω στο στήθος μου. Τα δάχτυλά του χλιαρά, άτονα. Κι όμως εγώ ριγούσα. Ριγούσα περισσότερο εξ αιτίας αυτής ακριβώς της αδράνειας των μελών του. Αυτή η παθητική, άνευ επιθυμίας προβολή των χεριών του πάνω μου με άφηνε ελεύθερη να διευθύνω και να κατευθύνω τις αισθήσεις μου.

Ήρθε ξανά και η προηγούμενη νοσοκόμα, έβγαλε το στήθος της και το πλησίασε στα χείλη του. Τα μάτια του άνοιξαν για μια στιγμή κι ύστερα έκλεισαν ενώ στο πρόσωπό του απλώθηκε μια φωτεινή ηρεμία. Ταραχτήκαμε. Μείναμε ακίνητες ώσπου να σιγουρευτούμε πως το άνοιγμα των ματιών του ήταν μια αντανακλαστική ασυνείδητη κίνηση. Ντυθήκαμε γρήγορα κι εγώ τουλάχιστον καθώς ήμουν ξεσηκωμένη χώθηκα στο ιατρείο του αναισθησιολόγου και τον πήρα μισοκοιμισμένο πάνω στο κρεβάτι εκστρατείας όπου ξεκουραζόταν. Το άψητο φοιτητικό του σώμα καμιά σχέση με το θεσπέσιο κορμί του αρρώστου. Η ενεργή συμμετοχή του δεν μου επιφύλασσε καμία έκπληξη.

Από τότε, τα βράδια οι δυο μας με την άλλη νοσοκόμα, ξενυχτούσαμε στο κρεβάτι  του αρρώστου και τον αγγίζαμε ερωτικά προσπαθώντας να  τον ξυπνήσουμε .

Δεν καταφέραμε τίποτα. Μονάχα εμείς ανατριχιάζαμε από τις δονήσεις που παράγονταν από το δικό μας σώμα ενώ το δικό του ήσυχο, ανέμελο, ανηδόνιστο έστεκε ακίνητο σαν άγαλμα του έρωτα στο διηνεκές. Το χειριζόμασταν, κι αυτός ο χειρισμός μας έδινε την ικανοποίηση ότι εμείς ορίζαμε το παιχνίδι. Είμασταν οι καθοδηγητές. Δεν το μεταχειριζόμασταν. Πέρα από τα παράπλευρα οφέλη μας, το μέλημά μας ήταν να τον ξυπνήσουμε.

Μια μέρα η αρραβωνιαστικιά του ήρθε ιδιαίτερα αναστατωμένη. Κάθισε δίπλα του, έκλαιγε, φιλούσε τα χείλη του, χάιδευε τα μαλλιά του, σήκωσε το σεντόνι, είδε το γυμνό κορμί, χύθηκε πάνω του κλαίγοντας, ώσπου κάποτε ηρέμησε.  Τους παρακολουθούσαμε μυστικά. Κάποια στιγμή εκείνη έσκυψε και έβγαλε το καλτσόν της. Όταν σκοτείνιασε την είδαμε να παίρνει το χέρι του και να το βάζει ανάμεσα στα πόδια της. Το άλλο της  χέρι  κάτω από το σεντόνι. Τι θα μπορούσε να κάνει;

Προσπάθησε κι αυτή όπως και μεις. Λίγο αργά της ήρθε η έμπνευση που εμάς μας είχε πλέον κατακυριεύσει.

Κάθε μέρα τον πλέναμε, τον χτενίζαμε, τον τρίβαμε, τον φιλούσαμε, είχε γίνει δικός μας, αγαπημένος μας. Η μέρα μας άρχιζε και τελείωνε μ’ αυτόν.

Ήταν ο πρίγκιπάς μας. Ο πρίγκιπας με τα ρόδα του κορμιού του.

Ένα βράδυ με είχε μισοπάρει ο ύπνος, όταν άκουσα  το σύρσιμο του σεντονιού του. Άνοιξα τα μάτια και τον είδα όρθιο μπροστά μου με τα υπέροχα μάτια του να με κοιτούν και το χιλιοφιλημένο στόμα του να μου χαμογελά. Σηκώθηκα σαν υπνωτισμένη και τον αγκάλιασα. Τα χέρια του με έσφιξαν, ένοιωσα το κεφάλι του να εγκαταλείπεται στον ώμο μου, να σιγοτρέμει από τα αναφιλητά. Προσπάθησα να τον φιλήσω με απομάκρυνε ευγενικά.

Τι λέτε, θα ξυπνήσει ποτέ, με ρώτησε με δακρυσμένα μάτια.

Τότε είδα στο κρεβάτι  το σώμα του αρρώστου. Είδε το σάστισμά μου.

Είμαι ο δίδυμος αδερφός του, είπε. Έλειπα.

Ω…σίγουρα, είπα, σίγουρα θα ξυπνήσει. Κάνουμε ότι μπορούμε γι αυτό.

Με το σώμα και το μυαλό μου μες τη φωτιά, βγήκα βιαστικά από το δωμάτιο. Τρίκλιζα. Κόντευα να σωριαστώ στο διάδρομο. Με συγκράτησε η συνένοχος νοσοκόμα. Είσαι κατάχλωμη είπε, και ταυτόχρονα καις, τι έπαθες; Της είπα τι συνέβη. Με κοίταξε δύσπιστη. Έτρεξε να τον δει.

Πω πω, είπε όταν γύρισε. Σα νεκρανάσταση μου έμοιασε. Σα να έστειλε ο Θεός το αντίγραφό του για να ζήσει αυτό που στερείται το πρωτότυπο.

Θεέ μου, αυτό δεν θα το αφήσουμε έτσι. Είναι δικός μας. Μας ανήκει.  Μας ανήκουν και οι δυο. Απομακρύνθηκε βιαστικά, πήγε στο γραφείο της προϊσταμένης και γύρισε με μια πορτοκαλάδα. Έλα, είπε, έλα. Του έβαλα ένα ελαφρύ υπνωτικό.

Τον πλησιάσαμε με χτυποκάρδι.  Πιέστε αυτό, θα σας τονώσει, είπε στον αδερφό. Εκείνος το ήπιε μηχανικά. Μισοκοιμισμένο τον μεταφέραμε σ’ ένα αδειανό δωμάτιο. Ξάπλωσε με την βοήθειά μας στο μοναδικό κρεβάτι κι αποκοιμήθηκε αμέσως.

Χωρίς χρονοτριβή τον γυμνώσαμε, ήταν το ίδιο ωραίος με τον αδελφό του, μόνο που ολόκληρος πάλλονταν από ζωντάνια, ανασηκώνονταν το στήθος απαλά, έφεγγαν τα μέλη του μέσα στ’ άσπρα σεντόνια που είχαμε παραμερίσει. Γυμνωθήκαμε κι εμείς και πέσαμε πάνω του. Τον φιλούσαμε παντού, γλιστρούσαμε τα δάχτυλα και τα  χείλη στην κρουστή του σάρκα, χαϊδεύαμε και παίζαμε το φύλο του, ώσπου μ’ έναν αναστεναγμό το σπέρμα του πλημμύρισε τα χέρια και τα χείλη μας. Το κορμί του ζεστό, πάλλονταν από ηδονή όπως και το δικό μας.

Απομείναμε αμίλητες θαυμάζοντας την γύμνια του . Ύστερα τον ντύσαμε αργά και τελετουργικά φιλώντας του τις μασχάλες καθώς περνούσαμε τα μπράτσα του στα μανίκια του πουκαμίσου, τους μηρούς του καθώς του περνούσαμε το παντελόνι στα εξαίσια πόδια του και εγκαταλείποντάς τον πάνω στο κρεβάτι, πήγαμε στο δωμάτιο του αρρώστου.

Είχε ανασηκωθεί, τα μάτια ανοιχτά, μας κοίταζε με ευγνωμοσύνη. Είχε ξυπνήσει και θυμόταν.  Τα αγγίγματά μας είχαν μείνει κολλημένα στο δέρμα της μνήμης του.

Μετά από ερωτήσεις που βεβαίωσαν την συνειδητότητά του, του είπαμε.

Η αρραβωνιαστικιά σας έρχεται κάθε μέρα και σας βλέπει, το ξέρω είπε. Το αισθανόμουν. Ο αδερφός σας είναι εδώ, κοιμάται στο διπλανό δωμάτιο.

Μας κοίταξε με απορία. Δεν έχω αδερφό. Κάποιος άλλος θα είναι.

Έπιασα την φίλη νοσοκόμα απ’ το χέρι. Μας είπε ότι είσαστε δίδυμοι. Είναι ίδιος με σας. Δεν μπορεί να είναι κανένας άλλος.

Σταμάτησε και μας κοίταξε. Πράγματι είχα έναν δίδυμο αδερφό είπε, αλλά εκείνος  γεννήθηκε πεθαμένος αμέσως μετά από μένα. Δεν πρόλαβε να πάρει ούτε μιαν ανάσα ζωής εκτός  μήτρας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.