Loading...
ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑΠΡΩΤΗ ΓΡΑΦΗ

ΜΑΡΩ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ: Μέλι γάλα

   μια φορά κι ένα καιρό
   χωρίς  ιμέιλ σκάιπ  έξυπνα τηλέφωνα
   χωρίς καν υπερατλαντικές πτήσεις                                                      

  Άνοιξη 1952. Την ησυχία του πρωινού ξαφνιάζει το κουδούνισμα. Ζωηρό. Τρεις φορές. Τρέχω κι εγώ στη πόρτα. Η Ελπίδα. Το κορίτσι χελιδόνι στο πρώτο πέταγμα του  που λέει η γιαγιά.   Από τη Σάμο στον Πειραιά  στο σπίτι μας λίγο να σταθεί πριν το μεγάλο ταξίδι. Σίντνεϊ.  Ψηλή όμορφη μακριά καστανά μαλλιά. Καλώς την η μαμά την αγκαλιάζει σαν να την ξέρει χρόνια. Ακίνητη βουβή η γιαγιά  μοναχοκόρη μετά από δυο αγόρια χαϊδεμένη του καραβοκύρη πατέρα πού να ’ ξερε… Έλα να σε φιλήσω λέει στην Ελπίδα.  Θάλασσα θάλαττα πέλαγος του Αιγαίου ωκεανός του Ειρηνικού.  Ο Κωστής πήρε την απόφαση. Δεν  αντέχεται η προσφυγιά στην Ελλάδα χίλιες φορές στα ξένα. Σκάει το κύμα με αφρούς ακολουθεί άλλο κι άλλο ύστερα ένα πιο μεγάλο αμέσως πίσω του μεγαλύτερο…  Βρε αδελφέ οι δυο μας απομείναμε πού πας στην άκρια του κόσμου. Έχεις τον άντρα σου δεν είσαι μόνη. Θάλασσα και στεριά σταυροδρόμι. Αλαφιασμένες οι στιγμές κοντοστέκονται.

Αγαπητή  Μαριγώ  αρχίζουν πάντα καλλιγραφικά τα πολυσέλιδα γράμματα της θείας Βασιλείας εικοσιoχτώ χρόνια τώρα.  Όταν αρρωσταίνω παρακαλάω έλα γιαγιά έλα φέρε το κουτί.  Βελούδινο γαλάζιο με άγγελο ζωγραφιά στο καπάκι να φυλάει τις φωτογραφίες τα μακρόστενα φάκελα τακτικά ένα πάνω στο άλλο γραμματόσημα Αυστραλίας. Διαβάζει διαβάζει η γιαγιά σελίδα τη σελίδα ζωντανεύουν ανάμεσα στις αράδες πρόσωπα ξένα στα ξένα κι όλο γυρνά η κουβέντα στην άλλη δική της πατρίδα.  Υπέροχες παιδικές αρρώστιες παραδομένες στη γιατρειά της αφήγησης. Ο Κωστής γαμπρός και η Βασιλεία με νυφικό σατέν εφαρμοστό ίδια κούκλα.  Σαμιώτισσα καπάτσα  κουνάει το κεφάλι η γιαγιά κι ας μη την έχει συναντήσει ποτέ. Ο μονάκριβος τους από νεογέννητος  ως παιδάκι στο ποδήλατο στο σχολείο σε όλες  τις πόζες τις ηλικίες σε όλες τις φωτογραφίες αγέλαστος πεταχτά αυτιά πώς βγήκε έτσι αυτός. Μη κατηγορείς τον ξάδελφο μου τον υπερασπίζεται η μάνα μου πολύ καλός γιός  σοβαρός υπάκουος .

 Η Ελπίδα κοιμάται στον καναπέ στο σαλόνι μας κάτω από το ιστιοφόρο «Μαριγώ» σε κάδρο κέντημα της γιαγιάς να πλέει σε γαλάζιο ατλάζι με την ελληνική σημαία στη θέση της κόκκινης που ξήλωσε εκδικητικά μια μέρα με τα ίδια χέρια. Μπαίνω στον ύπνο μου κρυφά και χαζεύω το κορίτσι χελιδόνι αποκοιμισμένο στα καλοστρωμένα σεντόνια με τη  φωτογραφία του ξαδέλφου της μαμάς δίπλα στο τραπεζάκι.  Τα φτερά του διπλωμένα στο χαλί.  Τα κοιτάζω τ’ αγγίζω τα προβάρω πάνω μου   κι αυτά ανοίγουν στη στιγμή θεέ μου πετάω μετεωρίζομαι ίλιγγος κλείνω τα μάτια ο αέρας με σπρώχνει αργά πού με πάει στο Σίντνει πού πάω κοιτάζω κάτω όχι… Αχ οι  εφτά εκκλησιές της αποκάλυψης η πατρίδα της γιαγιάς την ξέρω σπιθαμή προς σπιθαμή τα μποστάνια με τα πιο γλυκά καρπούζια τα αμπέλια με τα πιο ζουμερά σταφύλια το λιακωτό στο πατρικό τα γιασεμιά του που μοσχοβολούν ως το ψηλό Βενέτικο κάστρο και κάτω το λιμάνι η προκυμαία  ο ξεριζωμός…

Την Ελπίδα διάλεξε η θεία Βασιλεία. Είχε γράψει στις  ξαδέλφες της στη Σάμο να βρουν την πιο καλή κοπέλα να στείλουν φωτογραφίες.  Και  ο Κωστής κι εκείνη ήθελαν νύφη Ελληνίδα. Να ’ναι κι όμορφη. Να ξεχάσει ο γιος την ξένη ποτέ δεν την λένε με τ’ όνομα της. Φτωχό το έρημο αναστενάζει η γιαγιά άνοιξε η τύχη του πληρωμένο εισιτήριο αυστραλέζικα δολάρια να ψωνίσει κάνα ρούχο της προκοπής το ρολόι που ονειρεύεται με δείχτες και λεπτοδείχτες να μετρούν ώρες λεπτά και δευτερόλεπτα μέχρι να γίνει το παρόν παρελθόν και μέλλον. Μην ανησυχείς της λέει η μαμά είναι πολύ καλοί άνθρωποι νοικοκυραίοι όλα θα πάνε μέλι γάλα θα δεις.  Δεν μου αρέσει ο συνδυασμός.  Για το μέλι τρελαίνομαι το γάλα το σιχαίνομαι ούτε να το μυρίσω. Έλα κόρη μου να σ’ αγκαλιάσω. Τη σφίγγει πάνω της τώρα θα κλάψει δεν  έχω δει ποτέ τη γιαγιά να κλαίει. Ούτε τώρα. Της φοράει στο λαιμό τη μαλαματένια καδένα δώρο του πατέρα της από ταξίδι μακρινό.  Τη φύλαγε για μένα άμα γίνω είκοσι. Η Ελπίδα δεν το πιστεύει ούτε κι εγώ.

Ο μεγάλος αδελφός της γιαγιάς σκοτώθηκε στο καράβι τους νύχτα φουρτούνας τρελό ένα κύμα τον έριξε δεκαεννιά χρονώ, πάνω στο άρμπουρο.  Να μη τα βάζει μάτια μου κανείς με τη θάλασσα…  Είναι μεγάλο βαπόρι της λέω, μη φοβάσαι.  Δεν φοβάμαι τι να φοβηθώ. Πιο όμορφη σήμερα όμως κάπως παράξενη  αλλιώτικη.  Τρεις μέρες και σε συνηθίσαμε λέει η γιαγιά. Να μας γράφεις τα νέα σας λέει η μάνα μου. Ο αέρας σίγουρα δεν φταίει  για  τον κόμπο στο λαιμό φυσάει μόνο όσο χρειάζεται ν’ απλώσει η Ελπίδα ανυπόμονα τα φτερά να πετάξει πάνω από τους επιβάτες στη μακριά σκάλα να μπει από τους πρώτους στο μεγάλο πλοίο. Ο κάθε άνθρωπος  έχει δικαίωμα στη ζωή.  Έπρεπε να το στείλω του Κωστή βασανίζεται η γιαγιά. Το φύλλο από τη συκιά του πατρικού που έκοψε βιαστικά τρέχοντας να προλάβει τους άλλους στο φευγιό.  Το είδα μια μέρα μπαίνοντας ξαφνικά στη κάμαρη της απλωμένο  σαν κεντημένο στο προσκέφαλο της. Ποτέ ξανά. Κουνάμε και οι τρεις τα χέρια επίμονα μήπως μας βλέπει εκείνη. Εμείς δεν την βλέπουμε.

Την ανθοδέσμη φροντίζει η Βασιλεία οι άντρες δε νιώθουν από αυτά. Τριαντάφυλλα τα αγαπημένα της αγάπης. Λευκά παραπέμπουν στην αθωότητα  κόκκινα στον έρωτα. Διαλέγει ροζ. Στερεώνει με τη φουρκέτα το καπέλο της διορθώνει το μαντήλι στο πέτο του Κωστή την Πλύμουθ οδηγεί ο γιός πιο νευρικά σήμερα φταίνε το κοστούμι η γραβάτα όλα. Σφυρίζει πάλι το βαπόρι ξεκουφαίνει. Η Ελπίδα στριμώχνεται προσπαθεί να περάσει μπροστά τόσος πολύς ο κόσμος σπρώχνει σπρώχνουν η καρδιά χτυπάει θα σπάσει ηρέμησε ηρέμησε ψιθυρίζει τώρα φτάσαμε ακόμα λίγο και φτάσαμε… Επιτέλους η έξοδος.  Τυφλωμένο το βλέμμα από τον ήλιο ψάχνει τον κόσμο που περιμένει στην αποβάθρα. Η Βασιλεία την αναγνωρίζει να’ την Κωστή να’ την ψηλά στη σκάλα σηκώνει το χέρι το κουνάει συνέχεια. Κατεβαίνει ένα ένα  τα σκαλιά ζαλισμένη χαμένη ξένη  βόηθα  Θεέ μου να πάνε όλα καλά κοντοστέκεται κοιτάζει δεξιά αριστερά πού είναι; Ο σφυγμός τρελαίνεται. Ναι ναι είναι. Εκεί είναι.  Αυτός είναι! Πατάει με το δεξί στη στεριά.  Το όνειρο του φτωχού.  Η βαλίτσα τής φαίνεται τώρα ασήκωτη.

Εκείνος την κοιτάζει από μακριά σαν ψέμα.  Πανέμορφη. Έρχεται προς το μέρος της πλησιάζει αντικρίζονται μια στιγμή ακίνητοι σαστισμένοι κι αμέσως αγκαλιάζονται φιλιούνται κλαίνε…  Κορίτσι μου καρδιά μου… αγάπη αχ… τρία χρόνια μακριά σου ξενιτεμένος μόνος έρμος … τώρα μαζί… για πάντα… στο ’λεγα εγώ από την αρχή στο ’λεγα θα τα καταφέρουμε  θα πετύχει… τα καταφέραμε… μαζί  μαζί… για πάντα… Ωραίος ψηλός ηλιοκαμένος ευτυχής βάζει στα γρήγορα τη βαλίτσα στο τζιπ πατάει τέρμα γκάζι τα μακριά καστανά μαλλιά της Ελπίδας πλάι του ανεμίζουν ανεμίζουν χάνονται στη στροφή.

 

                          …………………………………………………

OLYMPUS DIGITAL CAMERA

 

Η Μάρω Παπαδημητρίου (Κυριακού) γεννήθηκε στον Πειραιά. Σπούδασε αγγλική φιλολογία (B.A. Deree College και MA. Comparative Literature Antioch University, Ohio). Παράλληλα ειδικεύτηκε σε προγράμματα συμβουλευτικής στην ψυχολογία. Εργάστηκε στην δημοσιογραφία (περιοδικό τύπο) και στη διαφήμιση. Δίδαξε στο Πρόγραμμα Επιμόρφωσης Ενηλίκων Κολεγίου Αθηνών το μάθημα «Η εμπειρία της ποιητικής ανάγνωσης» (2001-2002). Εργάζεται με ομάδες ποίησης-ψυχολογίας με αντικείμενο «η ποίηση ως βιωματική εμπειρία». Ασχολήθηκε και ασχολείται με ποιητικές μεταφράσεις. Έχει εκδώσει τέσσερις  ποιητικές συλλογές. Το έργο της «Φωτιά» αποτέλεσε το λιμπρέτο για το μουσικό δράμα «Φωτιά» του συνθέτη Γιώργου Σισιλιάνου, που ανέβηκε στην Εθνική Λυρική Σκηνή το 1987 και 1994.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *