Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Νάνση Εξάρχου: ένα διήγημα

Μετανάστες.

 

´Εφτασαν στην πόλη μας δυο ξένα πλάσματα, τα Νιμρούδια. Έχουν γεννηθεί σε μια χώρα που τον χειμώνα είναι θεοσκότεινη  και κρύα, ενώ  το καλοκαίρι η μέρα είναι τόσο μεγάλη που μόλις πέφτουν να κοιμηθούν, σε λίγο βγαίνει πάλι ο ήλιος και τα ξυπνά ενοχλημένα. Επειδή είχαν βαρεθεί την ζωή των άκρων, ακροβατώντας πάνω στην ουρά του αεροπλάνου, μπήκαν λαθραία στο Κεραμιστάν. Είχαν ακούσει πως στη χώρα μας τα σπίτια δεν έχουν στέγη γιατί δεν βρέχει, ούτε χιονίζει ποτέ και η νύχτα διαρκεί δέκα ολόκληρες ώρες. Οι ψηλοί χρωματιστοί τοίχοι τους έχουν αυτιά, αναπνέουν, αισθάνονται κι ανατριχιάζουν από συγκίνηση. Άκουσαν πως αφήνουμε  τις πόρτες των σπιτιών μας πάντα μισάνοιχτες να μπαινοβγαίνει ελεύθερα όποιος θέλει. Άλλωστε δεν υπάρχει βόφος (έτσι λέμε στη γλώσσα μας τον φόβο) κλοπής, γιατί δεν έχουμε τίποτα. Δουλειά όλων μας είναι να διαβάζουμε και να γράφουμε στο πόδι, συχνά περπατώντας. Στη χώρα μας ο λόγος είναι το παν. Τον ανταλλάσουμε συχνά, μιλάμε απαγγέλλοντας ποιήματα ή εκφωνούμε ρητορικούς λόγους που είναι τόσο αστείοι που πέφτουμε κάτω από τα γέλια. 

Όταν τα Νιμρούδια εμφανίστηκαν στην Πλατεία Γραμματικής όλοι κλείσαμε τετράδια και βιβλία και τρέξαμε να τα συναντήσουμε. Το ένα ήταν πιο μεγάλο από το άλλο. Είχε κοκκινόξανθα μαλλιά που έφταναν μέχρι τους ώμους του, μεγάλα μουστάκια, μάτια στο χρώμα του ουρανού και δάχτυλα μακριά, σαν λουκάνικα. Ο δείκτης του δεξιού του χεριού κατέληγε σε μύτη μολυβιού, ενώ του αριστερού σε κάτασπρη σβήστρα. Μιλούσε με ποιήματα. Στην αρχή επειδή ντρεπόταν είπε μόνο: «Τα σκυλιά του αέρα ρουφούν  τα ελιξίρια της φωνής τους».

Και το άλλο Νιμρούδι, που ήταν μικροκαμωμένο με κάστανα μάτια και μαλλιά χτενισμένα σαν τσουρέκια που σκεπάζουν τα αυτιά του, συμπλήρωσε χαμογελώντας και φανερώνοντας τα στραβά του δόντια: «Το μετέωρο σώμα φανερώνεται καθώς καπνίζουν φανταστικά φουγάρα».

Τότε όλοι εμείς στην πλατεία Γραμματικής πετάξαμε με ενθουσιασμό τα μολύβια μας στον αέρα φωνάζοντας με μια φωνή: -Καλωσήρθατε στο Κεραμιστάν! Μείνετε μαζί μας!

Τα σπίτια μας, αυτά που δεν έχουν στέγη και έπιπλα, ακούγοντας τις φωνές μετακινήθηκαν σπρώχνοντας το ένα το άλλο, ζητώντας όμως ευγενικά συγνώμη, γιατί ήθελαν να δουν από κοντά και να ακούσουν τους νεοφερμένους. Δυο από αυτά τα σπίτια που δεν τοίχιζαν κανέναν ( εμείς δεν λέμε στεγάζω, αλλά τοιχίζω), έτρεξαν κοντά τους και ανοιγοκλείνοντας τα πορτόφυλλα των εισόδων τους τους έκαναν νόημα να μπουν μέσα. Είναι καλότυχοι οι νεόφερτοι  που θα τοιχιστούν σε σπίτια που στέκονται  με τα μάτια του ενός στραμμένα στη θάλασσα και του άλλου στο Αλφαβητάριο Μέλαθρο, εκεί που στο τέλος της μέρας αφήνουμε τετράδια, βιβλία, χαρτιά, μολύβια και μετά κατεβαίνουμε όλοι μαζί στην ακρογιαλιά να κουβεντιάσουμε για όσα έχουμε γράψει και διαβάσει.

Για να γνωριστούμε καλλίτερα ανταλλάζαμε στιχάκια μέχρι που νύχτωσε.

-Λυπούμαι γιατί άφησα να περάσει ένα πλατύ ποτάμι μέσα από τα δάχτυλα μου χωρίς να πιώ ούτε μια στάλα.

-Ξεχασμένο τ´ άστρο του Βορρά, οι άγκυρες στο πέλαγο χαμένες…

-…λέω το άθροισμα που είναι Μερόπη που είναι μετόπη που είναι με τόπι…

-Κυρά των Αμπελιών, που σ´ είδαμε πίσω απ´ το δίχτυ του πευκοδάσου…

-Μεθάει το κλήμα κι ο σκορπιός μεθάει ο κόσμος όλος…

´Ηταν ολοφάνερο πως τα Νιμρούδια, αν και ήρθαν από πολύ μακρυά, είναι ακριβώς σαν και μας! Μας μοιάζουν κι ας είναι μολύβια και σβήστρες οι δείκτες των χεριών τους.

Όταν νυστάξαμε όλοι, ευχαριστημένοι  από την αναπάντεχη χαρά της συνάντησης, πήγαμε και ξαπλώσαμε ο καθένας στο χωμάτινο πάτωμα του σπιτιού του και μετρώντας τ´ άστρα στο στερέωμα τυλιχτήκαμε στον ύπνο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.