Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Νίκος Ι. Τζώρτζης: ένα αφήγημα

Η ΑΣΘΕΝΕΙΑ ΜΟΥ

 

Πέμπτη, 21 Μαΐου

 

Είμαι άρρωστος. Πάει καιρός που προσβλήθηκα ξαφνικά και αναίτια από κάποια άγνωστη ασθένεια των ματιών. Χωρίς πόνο, κάτι σαν μια λευκή κάθετη κορδέλα χωρίζει στα δυο οτιδήποτε βλέπω. Στην αρχή έμοιαζε με θαμπή γραμμή, μια ενοχλητική χαρακιά, μετά άρχισε να πλαταίνει αργά αργά, μέχρι που σταθεροποιήθηκε στις σημερινές διαστάσεις και πια δεν φαίνεται να παχαίνει άλλο.

Επισκέφθηκα διάφορους ειδικούς, ακόμη και πρακτικούς, δίχως αποτέλεσμα. Μονάχα εικασίες κι αόριστες ελπίδες. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα υποχώρησα ατάκτως από τη ζωή μου. Ξέκοψα από φίλους και γνωστούς, σταμάτησα να βγαίνω· μου αρκούσαν οι επισκέψεις στο μπακάλικο κι οι απογευματινοί περίπατοι στα κοντινά χωράφια. Σ’ έναν απ’ αυτούς μάλλον θα το σκέφτηκα. Ίσως πρέπει να στο γράψω ή να στο πω στο τηλέφωνο καμιά φορά. Έχει να κάνει με μας: Με σένα και μένα. Για ό,τι μου συνέβη, θεώρησα υπεύθυνο το χωρισμό μας και τη συνακόλουθη επίμονη άρνησή μου να δεχτώ πως πια χωριστήκαμε στα δυο. Στα δυο εμείς, στα δυο κι οι εικόνες μου.     

 

 

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 

 

Όταν πήγαινα έκτη δημοτικού, ο παππούς μου (σχοινοπλόκος ή σκοινάς κάποτε)  εγκατέστησε στην κουζίνα του, πάνω απ’ το τσιμεντένιο πλυσταριό, εκείνη την ασπρόμαυρη Ιζόλα – εμείς δεν είχαμε ακόμα. Έκτοτε, όσες συσκευές κι αν άλλαξα,  νομίζω πως πάντα έχω απέναντι μου το μαύρο της καθρέπτη, μόνο που τώρα πια σπάνια φωτίζεται. 

Τόσα χρόνια μού επιδαψίλευε ποικίλες συγκινήσεις. Οι πιο πολλές ξεθώριασαν. Θυμάμαι μόνο κάποιους λίγους έρωτες και αρκετούς θανάτους· θανάτους κάθε είδους: αστείους, τρομακτικούς, αναίμακτους, αιματηρούς, αληθοφανείς ή αληθινούς. Κουβαλώ εντός μου συλλήβδην τους πεσόντες στις Θερμοπύλες, το Μυριοκέφαλο, τα Δερβενάκια και αλλαχού. Τηλεθεατής και κάτι παραπάνω. Αυτόπτης μάρτυς.

Τώρα τελευταία, σκέφτομαι συχνά το πεσμένο σώμα εκείνου του μικρού που είδα σε κάποιο δελτίο ειδήσεων, λίγο πριν εκδηλωθούν τα πρώτα μου συμπτώματα. Μπορεί να ήταν ο τελευταίος θάνατος που μπορούσα ν’ αντέξω· να μη σηκώνω πια ούτε ένα παραπάνω. Να έσπασα στα δυο. Ναι, μπορεί να ’φταιγε το πεσμένο σώμα εκείνου του μικρού Παλαιστίνιου με το κοντό παντελόνι και το στενό καρό πουκάμισο.

  

Παρασκευή, 5 Νοεμβρίου

 

Από τα σκετσάκια στις εθνικές επετείους, από τις γαλανόλευκες παρελάσεις· από τα εγκώμια, τις περιφορές και το παρανάλωμα του Ιούδα…  Από πού αλλού; Από τις καλοκαιρινές αποσπερίδες με τις κουβέντες των μεγαλων για τα μάγια, για τις γηθειές, για τις νεραλίδες των ποταμών, κι ακόμη από τις προβολές του πλανόδιου κινηματογραφιστή σε ένα λεκιασμένο πανί στον τοίχο του μεγάλου καφενείου.  Κι από πού αλλού; 

Από πόσες παιδικές μου εικόνες έλειπε; Εικόνες με μια ψαλιδισμένη φιγούρα στο κέντρο τους. Τη δική του.  Ένα κενό ανάμεσα στη μάνα, τον αδερφό μου και μένα. Κι όμως, από τις οικογένειες των άλλων ποτέ κανείς δεν έλειπε – ή έτσι νόμιζα τότε. Των άλλων: Των συγγενών, των γειτόνων, των φίλων, των συγχωριανών, όλων αυτών που ήθελα να τους μοιάζουμε.

Χρόνια μετά, όταν θα ’σκυβα πάνω στις πολύχρωμες ανορθόγραφες ατζέντες του – σύντομες ημερολογιακές καταγραφές, αντιπαραβολές με τις αναμνήσεις μου  –, θα καταλάβαινα όλα όσα απλώς έβλεπα τότε, αλλά και πάλι θα ’λειπε. Αυτή τη φορά: οριστικά.

Μια ψαλιδισμένη φιγούρα εντός μου ή το άδειο της περίγραμμα. Με το πέρασμα των χρόνων, ξερά φύλλα εφηβικών και νεανικών αναμνήσεων έκρυψαν προσεκτικά το κενό της· σαν παγίδα που σε περιμένει ανυποψίαστος να πατήσεις. Ένα χάσμα που τώρα ξανανοίγεται στα μάτια μου.

  

 

Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου

 

Ψιλοβρέχει στα παράθυρα και ξεφυλλίζω τα χαρτιά μου. Γραπτά κομψευόμενα, πολύλογα ή λακωνικά· κάποια που ονειρεύομαι να τα δω αυτόφωτα, άλλα που παραμένουν ημιτελή στις μήτρες τους κι άλλα από καιρό αποκηρυγμένα, φυλαγμένα νεκρικά εκμαγεία. Τα ποιήματά μου.

Οι πρώτοι στίχοι: προγεφύρωμα για να καταληφθεί η σελίδα. Οι συνακόλουθες αλλεπάλληλες γραφές τους, βαθύτερα ή μακρύτερα· ή πουθενά. Η αδημονία για τη λέξη που καταζητείται.  Η ικανοποίηση για τη λέξη που συλλαμβάνεται. Η καρκινοβασία. Η αδυναμία να φτάσεις. Θα φτάσεις; Ο θαυμασμός για τις λέξεις του άλλου· για τη μοναδική σειρά τους στη φράση του άλλου. Οι πρώτες επιρροές – ενίοτε δύσπεπτες. Τα μουτζουρωμένα χαρτιά. Οι απόβλητοι στίχοι. Οι λογοτεχνικοί διαγωνισμοί (νεανικές ασκήσεις). Τα λογοτεχνικά περιοδικά· οι δημοσιεύσεις κι οι απορρίψεις τους. Τα αυτοχρηματοδοτούμενα βιβλία μου. Η παρουσίασή τους μετά μουσικής σε κεντρικό καφέ: σχεδόν αριστουργήματα που πωλούνται στην έξοδο. Η αμηχανία κάποιων γνωστών· η αμηχανία μου για την αμηχανία τους. Οι διθυραμβικές, ως συνήθως, κριτικές της επαρχίας. Η ικανοποίηση για τα όποια δικά μου εν τέλει ξεχωρίζω. Η απογοήτευση για τα όποια δικά μου εν τέλει απορρίπτω. Η ικανοποίηση κι η απογοήτευση.      

Πρώτα και πάντα η αυξομειούμενη αμφιβολία κι η αντίρροπη της βεβαιότητα για την όποια αξία όσων γράφω (αξία ή το είδωλό της). Αμφιβολία και βεβαιότητα: Η ποίησή μου ή η τέχνη να μοιράζομαι στα δυο; 

    

 

Βιογραφικό σημείωμα
Ο Νίκος Ι. Τζώρτζης κατάγεται από το χωριό Κριτσά. Γεννήθηκε το 1966 στον παρακείμενο Άγιο Νικόλαο Λασιθίου Κρήτης, όπου κατοικεί και εργάζεται. Έχει εκδώσει τέσσερις ποιητικές συλλογές (Γαβριηλίδης), η τελευταία τιτλοφορείται: Αναψηλάφηση.

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.