Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Νίκος Τακόλας: Αγιά-θαλασσινή  

«Λάλησε, πάει λάλησε».

«Βικέντη, σύνελθε. Δε γίνονται αυτά», έκανε ο πλοιοκτήτης. Τέσσερεις κυβερνήτες του ‘φυγαν. Χωρίς να ζητήσουν καμιά αποζημίωση. Το ‘βαλαν στα πόδια μόλις πάτησαν στεριά, κοιτώντας πίσω τους μην τους ακολουθεί το εκλεκτό του καράβι που στοίχειωσε, λέγανε, η «Αγιά-θαλασσινή».   

«Βρείτε τους, βρείτε τους και τους τέσσερεις. Θέλω να τους δω».

«Οι ντοτόροι λένε, πως δεν είναι σε θέση να μιλήσουν, αφεντικό. Ίσως κάποτε».

«Ψάξτε καλά. Κάτι θα υπάρχει στο διαολότοπο. Δεν μπορεί ξαφνικά όλοι να τρελάθηκαν, περνώντας από κει. Πηγαίντε με να δω».

Στο δρόμο μουρμούραγε.

«Τι στα κομμάτια; Ναυτογενιά είναι. Ποτέ δε φοβήθηκε τη θάλασσα. Λοστρομάκι ήταν σαν ναυάγησε το IMPERATRICE, με μένα κυβερνήτη. Έσωσε πολλούς, κολυμπώντας ανάμεσα σε καρχαρίες».

Κοίταζε με τα κιάλια πόντο, πόντο τη θάλασσα, που πνίγει όλα τα μυστικά. Ο Βικέντης έδωσε εντολή να πλησιάσουν στα βράχια, να μπουν σε θαλασσινές σπηλιές. Δύτες έκαναν απανωτές καταδύσεις. Μα το μυστικό κρυβόταν σε τέσσερα μυαλά, που μουγγάθηκαν.

Εκατοντάδες μίλια μακρύτερα ο καυγάς συνεχιζόταν. «Τι περισσότερο μπορούσαμε να κάνουμε; Πέσαν απάνω μας. Φώτα δεν είχαμε. Ταινία μυστηρίου γυρίζαμε, παράνομα, για φθήνια. Τρεις φορές τους αποφύγαμε. Την τέταρτη ήμασταν άτυχοι». Μπροστά στο ιδιωτικό λιμανάκι, διαλυμένα πελώρια κομμάτια φελιζόλ. Κατάστρωμα, γέφυρα, έξαλα, γάστρα, όλα…

 

  

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.