Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠοίηση

Νατάσα Αβούρη: ένα ποίημα.

ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ

Οι μνήμες των ανθρώπων που δε γνώρισα συνέχεια πληθαίνουν.

Τους πλάθω όπως θέλω:

ηδυπαθείς, ανέμελους, χαρούμενους, κεφάτους

άλλοτε πάλι δύσθυμους, βαρείς, ανταριασμένους

με το ευθύ παράστημα και με το καριοφίλι

«γιουρούσι» να διατάζουνε, να διώχνουν τα φουσέκια.

Ταξιδευτές χορεύουνε στον χρόνο και στον χώρο

Βράκες φορούν, ζίπκα, σαγιάκ, τσιπκένιο, γιαμουρλούκι

Μπαρούτι ανάβουν στη στεριά, μπουρλότο στα πελάγη

Φωτιά ο Πενταδάχτυλος, «Αέρα» ο Ψηλορείτης

Στην κόψη και στην όψη της η Κόρη αρματωμένη

Με τετραπίθαμο σπαθί, με τρεις οργιές κοντάρι

Σε τρεις οργιές (και όχι πλιο) μετράει τα κόκκαλά της

Τα βρίσκει λίγα ή πολλά για τούτο το αλωνάκι.

 

Ειρήνη…

          Τι να μου θύμισε εκείνους τους ανθρώπους;

Μια φράση, χαμένη θαρρώ, στου μυαλού τ’ αυλάκια

Ή ένα ποίημα μισοτελειωμένο σε μια γιορτή απ ‘ τις πολλές

Ένα ντοκιμαντέρ ιστορικό που όλο έλεγες να δεις σε επανάληψη

Μια ταινία που θάφτηκε σε περούκες και σχόλια

Όχι.

Η εικόνα σου ήτανε• ναι…

Το μικρό, κόσμιο μουστακάκι

Το περιτύλιγμα το μικροαστικό του κοστουμιού σου

Η έκφραση άφατης αξιοπρέπειας

Και το στενό, μάλλινο γιλεκάκι

Όπως αυτό που ποτέ δε μου τραγούδησες.

Έβλεπα την κορνίζα τη σφιχτοδεμένη

το μαύρο της πλαίσιο ν’ ανοίγει

Ένας κοντούτσικος ανθρωπάκος μού χαμογέλαγε

Τόσος δα ανθρωπάκος με στόμα σφαλιστό, με μάτια ζεστά σαν την Πρωτομαγιά

Η Κόρη ήρθε πάλι και σε πήρε

Κάθε φορά σε παίρνει, δεν αντέχω

Μου τραγουδάει στη θέση σου έναν σκοπό αλλιώτικο, αλλοτινό…

Η χλαίνη τους η βρόμικη δεν κρύβει τις πληγές τους

Τα χιονισμένα δάχτυλα πάνω ψηλά, στην Πίνδο

Και του μικρού του λοχαγού το τρυπημένο κράνος

Δίπλα στα χόρτα νάρκισσος φυτεύεται για πάντα

Κάθε βολή και χάραγμα, κάθε σταγόνα ανάσα

Τα κόκκαλα περίσσεψαν τόσο που δεν μετριούνται

Αίμα ζητάει η θύμηση ακόμα κι απ’ αδέρφι

 

Φτάνει!

Λυσσομανάει ο καιρός.

Αυτό το χώμα δεν ήτανε ποτέ δικό μας

Μόνο δικό τους ήταν

Πάντα δικό τους

Γι’ αυτούς παλέψανε εξάλλου

Για τον Γιώργο

Τη Μαργαρίτα

Τον Οδυσσέα

Τη Μελισσάνθη

Τον Γιάννη

Την Κική

Τον Μάνο…

Γι’ αυτούς που ήρθαν ήδη

Γι’ αυτούς που είναι να ‘ρθουν

Ίσως να το ΄ξερε και κείνο το παιδί, το κρεμασμένο απ’ τα κάγκελα

Αυτό που έσερναν στον δρόμο με πρησμένα γόνατα

Αυτό που έλεγε το ψωμί- ψωμί, την παιδεία- παιδεία…

Ίσως πάλι να το ξέχασε- ξεχνάνε τα παιδιά

Πέρασε και καιρός να πεις, ήρθανε τόσα άλλα

Σε αγκαλιές συμμαχικές γεμάτες με ροδάνθη

Κοιμήθηκαν ηδονικά, άπληστ’ ονειρευτήκαν

Πως όλα που περάσανε ανάμνηση και πάνε

Πως όλα όσα γίνανε στο παρελθόν ανήκουν

Και τα τραγούδια του λαού τα χιλιειπωμένα

Οι ήρωες, οι αγώνες τους, τα βάσανα, οι νίκες

Η φτώχεια, η ανέχεια, έχθρες παλιές χαθήκαν

Τώρα ο ρυθμός της εποχής ακούει στα τζιτζίκια

-Όχι το ζει ζει ζει ζει ζει, μονάχα το «διψάω»-

Τώρα μου λεν «δεν έγιναν ποτέ αυτά που ξέρεις»•

«δεν ήξερες αυτά ποτέ, ούτε ποτέ σου τα’ δες»•

«δεν τα ‘δες ούτε τ’ άκουσες, ούτε ποτέ να κάνεις»•

«για επαναστάσεις μη ρωτάς, μη σκέφτεσαι, μη λέγεις»•

 «μόνε πενήντα κι εκατό, διακόσιους, χίλιους πάρε

Τόκους, γραμμάτια σωρό, δόσεις, κάρτες…»

 

ΣΤΟΠ!

Να μιλήσω για επαναστάσεις, να μιλήσω για επαναστάσεις…

Η κορνίζα μου σωπαίνει πάλι

Κι η Κόρη δίπλα της που κρατάει το σπαθί

Πεισματικά μου χαρίζει ένα υπομειδίαμα

(σιγουριάς ή σαρκασμού θα σας γελάσω)

Έχουσι γνώσιν μόνον οι φύλακές μου

Να μιλήσω για επαναστάσεις;

Ότι είμαι τώρα εδώ, ό,τι είμαι τώρα εδώ

από Σένα

με Σένα

για Σένα

Ο Ύμνος

Ου καταισχυνώ

Ουδ ‘εγκαταλείψω

Ου παραδώσω

Ου προδώσω…


Αλλά, τι λέω; Υπήρξανε ποτέ επαναστάσεις;

Σωστά. Είναι κι αυτή μια απόστασις. Νιώθεται…

 

Για επαναστάτες να μιλάμε τώρα;

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.