Loading...
Βιβλίο

ΝΕΛΛΗ ΣΕΛΗΝΙΑΔΟΥ: ΑΝΤΡΕΪ ΜΑΚΙΝ Η ζωή ενός αγνώστου άντρα, μτφρ. Αγγελική Σιγούρου, Εκδόσεις Καστανιώτη

«Η αληθινή ζωή τους θα ήταν αυτό το αόρατο ταξίδι, αντίθετα στο ρεύμα του χρόνου των ανθρώπων», Αντρέϊ Μακίν

Διαβάζοντας τώρα για δεύτερη φορά αυτό το βιβλίο, και ταυτόχρονα ξαναδιαβάζοντας τις σημειώσεις που είχα κρατήσει το καλοκαίρι, όταν διάβαζα το πρόσφατα εκδοθέν στην Γαλλία «Μια γυναίκα που αγαπήθηκε», αναζήτησα την κεντρική δυναμική και τον πυρήνα του Μακινικού σύμπαντος.

Βρήκα, λοιπόν, ότι πάντα, στο κέντρο της θεματικής του υπάρχει ένας κόσμος ολόκληρος˙ ένας κόσμος σε αναβρασμό και σε πορεία ραγδαίων και ανατρεπτικών αλλαγών. Εν προκειμένω, η σύγχρονη Ρωσία και πιο πίσω η Σοβιετική Ένωση, δύο αντιθετικά και αντίπαλα τσίρκα, κι ανάμεσά τους ένα μέρος του λαού που συνθλίβεται, ένα άλλο μέρος που επιπλέει και θριαμβεύει, κι ένα άλλο ακόμα που εξοργίζεται με αυτά που ζει και αυτά που συμβαίνουν γύρω του και μπροστά στα μάτια του. Από κοντά και δίπλα σ’ όλον αυτό τον κόσμο, οι επίσημοι Ιστορικοί και καταγραφείς, έτοιμοι να «αποτυπώσουν» την «αλήθεια» και την «πραγματικότητα» αυτού του τσίρκου που δίνει αενάως παραστάσεις.
Το θέμα, μας λέει ο Μακίν, είναι να διασώσεις την ανθρωπιά σου μέσα στις φλόγες και τον θάνατο, την καταστροφή και το κάτεργο, να βρεις τον άλλο άνθρωπο που σου μοιάζει, να μοιραστείς μαζί του ψωμί κι ιδέες και αγάπη, και να προσπαθήσετε μαζί να ζήσετε με μοναδικά όπλα την Τέχνη κι ένα κομμάτι ουρανό… ή να χαθείτε για πάντα.

Μια μακριά αλυσίδα υπόγεια συνδέει τα λιγοστά άτομα, τους πιστούς αυτής της θεωρίας και τους προφυλάσσει και τους διαφυλάσσει στην σκοτεινή πορεία τους μέσα σ’ αυτό το διαρκώς κινούμενο κι εναλλασσόμενο τσίρκο που μας παρουσιάζει ο Μακίν.

Σιωπηλά σχεδόν κι ανύποπτα συνδέθηκε ο Βόλσκι με την Μίλα, κι ο Σούτωφ με τον Βόλσκι, μέσα σ’ έναν παράλληλο κόσμο που κατοικείται από τα διηγήματα του Τσέχωφ, οπερετική μουσική και ερασιτεχνικό θέατρο παιγμένο από ορφανά παιδιά. Και γύρω τους ο επίσημος κόσμος να πορεύεται, να τους σκοτώνει, να τους λοιδορεί, να τους χλευάζει, να προσδοκά και να επιθυμεί την απουσία τους, η Λέα, η Ιάνα, ο Βλαντ, το επίσημο κράτος, οι φορείς της εξουσίας, οι κομματικοί μηχανισμοί, οι ολιγάρχες. Σιγά σιγά κι επώδυνα ο Βόλσκι, και μαζί του αισθανόμαστε και οι άλλοι «απόντες/παρόντες» ήρωες του βιβλίου, όπως η Μίλα, ο Σούτωφ κατόπιν, και όλοι οι α.α και α.γ (δηλαδή οι άγνωστοι άντρες και οι άγνωστες γυναίκες) του κόσμου, αρχίζουν να καταλαβαίνουν και να διαμορφώνουν τα πλαίσια και τα θεμέλια μιας ζωής, της δικής τους, που καλούνται να ζήσουν παράλληλα, γύρω και κάτω απ’ αυτό το τσίρκο.

Κοιτάχτηκαν, η ίδια ανάμνηση μέσα στα μάτια τους: το τέλος μιας χειμωνιάτικης νύχτας, η παγωμένη έκταση απ’ όπου οι στρατιώτες ορμούν για επίθεση. Κι εκείνο το τραγούδι σαν πρόκληση στον θάνατο. Κι εκείνο το κύμβαλο που πέφτει και κυλάει στο χιόνι, κατά το ποτάμι…
Η αληθινή ζωή τους θα ήταν αυτό το αόρατο ταξίδι, αντίθετα στο ρεύμα του χρόνου των ανθρώπων.
…Ξανασκέφτηκαν περισσότερο από μια φορά εκείνη την ελευθερία τού να μην ζουν όπως οι άλλοι…
Όλα είχαν ειπωθεί. Εκείνες οι δύο ιστορίες, το ήξεραν, συνόψιζαν ολόκληρη την ιστορία της χώρας όπου ζούσαν. Τους φόβους της, τους πολέμους της, την ανυπεράσπιστη γύμνια της στερημένης ύπαρξης, την αδυναμία να μοιραστείς την δυστυχία σου. Την τρομαχτική δυσκολία να πιστέψεις στην καλοσύνη του ανθρώπου και, την ίδια στιγμή, την συνειδητοποίηση ότι μονάχα αυτή η πίστη μπορούσε ακόμα να φανεί σωτήρια. Μια χώρα όπου εκατομμύρια υπάρξεις ξυπνούσαν μες στην νύχτα, στήνοντας αυτί στο σφύριγμα των λάστιχων στην άσφαλτο: αυτό το αυτοκίνητο περνάει απλώς; Ή μήπως σταματά μπροστά στην είσοδο;
…Τριάντα χρόνια αργότερα, ο Βόλσκι θα σκεφτόταν πως κι η χώρα του έμοιαζε επίσης έτσι: ένα ζευγάρι που είχε αντέξει την κόλαση και που η ζωή του ήταν ήδη περικυκλωμένη απ’ τον φακό ενός κυαλιού, όπως μέσα στο τηλεσκόπιο ενός σκοπευτή, ναι, εκείνοι οι δύο ερωτευμένοι, καθισμένοι στα σκαλάκια μιας ίσμπα, στο χλωμό φως μιας αυγουστιάτικης νύχτας, που κοιτούσαν την κορυφή μιας όχθης κατάστικτης από τάφους και, πολύ απαλά, σιγοτραγουδούσαν τους ανάλαφρους σκοπούς μιας παλιάς, ξεπερασμένης οπερέτας.
…Σώπαινε, ξέροντας πλέον ότι μπορούσε κανείς εξίσου καλά να ζήσει και χωρίς λόγια κι ότι οι άνθρωποι δεν χρειάζονταν τίποτε άλλο εκτός από την δύναμή του, την παραίτησή του, ναι, ακριβώς, από την απουσία του…
…Τρελοί, ναι, σκεφτόταν ο Βόλσκι. Έπειτα θυμόταν όσα είχε ζήσει στον αποκλεισμό, στον πόλεμο, στο στρατόπεδο. Και η τρέλα των ασθενών τού φαινόταν πολύ πιο λογική από την κοινωνία που τους είχε κλείσει μέσα.
….Μετά από δεκάδες πρόβες κατάλαβε την αληθινή σημασία εκείνου που αρχικά έμοιαζε με μια απλή διασκέδαση. Στην σκηνή οι μαθητές του ξεχνούσαν τον πόνο τους. Και το σημαντικότερο, ζούσαν μια ζωή που κανείς δεν μπορούσε να τους απαγορέψει. Λίγα λεπτά παιχνιδιού τούς αρκούσαν για να ξεφύγουν από εκείνον τον κόσμο που τα είχε καταδικάσει στην ανυπαρξία.
….Θα τους μάθαινε κυρίως πώς να καταφέρνουν να ζουν αλλού, έξω απ’ τον κόσμο που είχε κατασκευάσει η μίζερη σκληρότητα των ανθρώπων…
…. «Ποτέ δεν έπαψα να συναντώ το βλέμμα της. Ακόμα κι όταν έμαθα πως ήταν νεκρή… Κανείς δεν μπορούσε να μου απαγορέψει να πιστεύω πως με έβλεπε. Κι απόψε, ξέρω πως εκείνη κοιτάζει συνεχώς τον ουρανό. Και κανείς – ακούτε; – κανείς δεν θα τολμήσει να το αρνηθεί!»

Η παράθεση των παραπάνω αποσπασμάτων, του ενός μετά το άλλο, και αποκομμένων από τον υπόλοιπο κειμενικό τους περίγυρο δείχνει τον μόνο κόσμο, το μόνο σύμπαν που είναι δυνατόν να υπάρξει και να βιωθεί από ανθρώπους όπως ο Βόλσκι και η Μίλα, κι όπως ακόμα και ο εξόριστος στην Γαλλία Σούτωφ. Ένας κόσμος ονείρου κι ανθρωπιάς, όπου η Τέχνη με κάθε της μορφή, η αληθινή Τέχνη θα πρυτανεύει. Μοναδική τους κατάθεση στην Ιστορία των λαών και του ανθρώπου, η διάσωση της μνήμης- όπως όταν ο Βόλσκι και η Μίλα συλλέγουν κάτω από το χιόνι και τους προχειροσκαμμένους τάφους μεμοραμπίλια από τους αποδεκατισμένους στρατούς των εμπόλεμων πλευρών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι εξουσίες βέβαια που έρχονται τα εξαφανίζουν, τα αφανίζουν, τα καίνε, η Μίλα συλλαμβάνεται, φυλακίζεται, εκτελείται γι’ αυτήν ακριβώς την πράξη της, δηλαδή την προσπάθεια διάσωσής τους από την φωτιά, κι ο Βόλσκι βρίσκει πάλι, και για μια τελευταία και μοναδική φορά, την φωνή του, όταν έρχεται η στιγμή να διηγηθεί τα πάθη και τα βάσανά του, που είναι ταυτόχρονα πάθη και βάσανα ενός ολόκληρου «αφανούς» λαού, στον Σούτωφ. Κι εκείνος, πίσω πια στην Γαλλία, αντιλαμβάνεται ότι αυτός μονάχα πλέον ξέρει την άγραφη, και προς το παρόν προφορική ιστορία αυτών των παθών, και κάνει σκοπό της ζωής του να την εξιστορήσει, να την γράψει, να την πει, κι έτσι, να δώσει κι ένα όνομα σ’ αυτόν τον άγνωστο άντρα, ώστε να καρποφορήσει πια η μνήμη του στις συνειδήσεις άπειρων αναγνωστών, άπειρων ανθρώπων, σαν τα δεντρύλλια που φύτεψαν ο Βόλσκι και η Μίλα πάνω από τους κοινούς τάφους των άγνωστων στρατιωτών του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, στις όχθες του ποταμού που διασχίζει το Λένινγκραντ, μετά το πέρας του πολέμου. Κι ο Μακίν πάντα ανιχνεύει κι ερευνά αυτές τις ρημαγμένες ζωές που διαλύει στο πέρασμά της η Ιστορία, και που η δική τους ιστορία, ενώ βάζει πλάτες για να γραφτεί από το αίμα της αυτή η Ιστορία, οι μυλόπετρες που στην κίνησή τους βοηθάει αυτός ο κόσμος, τους διαλύει, τους αλέθει, και στην επιφάνειά τους φέρνει μορφές κι ανθρώπους, που ο Μακίν πάντα περιγράφει με την λέξη «Τσίρκο». Οι ήρωες του Μακίν, σ’ αυτό το μακρύ και οδυνηρό οδοιπορικό, κρατούν τρεις αξίες για φάρο κι οδηγό, την ανθρωπιά τους, την μνήμη και την Τέχνη. Η ύπαρξη της τελευταίας μέσα από τον Τσέχωφ, την οπερέτα και την μουσική, όπως και το ερασιτεχνικό θέατρο των ορφανών, είναι διάχυτη σε όλο το βιβλίο. Κάποια στιγμή, μια που η Ιστορία των λαών κάπου ακολουθεί, με τον έναν τρόπο ή με τον άλλο, παράλληλες πορείες, μου θύμισε τους στίχους του Ελύτη:
Όπου και να σας βρίσκει το κακό, αδελφοί,
Όπου και να θολώνει ο νους σας,
Μνημονεύετε Διονύσιο Σολωμό,
Και μνημονεύετε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
Η λαλιά που δεν ξέρει από ψέμα
Θ’ αναπαύσει το πρόσωπο του μαρτυρίου
……………………………………………………….

Με το λίγο βάμμα του γλαυκού στα χείλη.

 

Ο Αντρέι Μακίν γεννήθηκε το 1957 στο Κρασνογιάρσκ της τότε ΕΣΣΔ και μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο στην πόλη Πένζα. Το 1987  επισκέφθηκε τη Γαλλία ως μέλος προγράμματος ανταλλαγής εκπαιδευτικών και ζήτησε πολιτικό άσυλο. Είχε ήδη αποφασίσει να γίνει συγγραφέας. Ωστόσο, χρειάσθηκε να παρουσιάσει τα πρώτα του χειρόγραφα ως μεταφράσεις από τη ρωσική, για να ξεπεράσει τη δυσπιστία των εκδοτών ότι ένας νεοαφιχθείς ξένος μπορούσε να γράφει με τέτοια ευχέρεια σε μία ξένη για αυτόν γλώσσα. Μετά από την απογοητευτική υποδοχή των πρώτων του μυθιστορημάτων, το τέταρτο έργο του, το Η κληρονομιά έγινε το πρώτο βιβλίο στην ιστορία που κέρδισε και το Βραβείο Γκονκούρ και το Βραβείο Médicis, αλλά και το «Goncourt des Lycéens».

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *