Loading...
ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Ολβία Παπαηλίου: “Ποιος ορίζει το χρώμα;” (Συλλογισμοί πάνω στη διαφορετικότητα, μέρος α)

“Όταν είχα πρωτοβρεθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο, μου αποκαλύφθηκε πως δεν ήμουν Λευκή. Ήξερα βέβαια πως ήμουνα σταρένια (και σταράτη) από παιδάκι, μελαχρινή και μαυροτσούκαλη, μελένια κατά περιόδους, μελανούρι τα καλοκαίρια των πολύ μικρών μου χρόνων. Αλλά ποτέ δεν μου είχε έρθει στο μυαλό ότι, σε κάποιον τόπο επί γης, θα λογιαζόμουνα για Μαύρη ενίοτε και, άλλοτε, για Άλλη. Όμως αυτό ακριβώς μου είχε τύχει τότε που έγραφα στις φόρμες τους τις δημογραφικές, οι δυνατότητές μου να τις συμπληρώσω μου πρότειναν κουτάκια που δεν χώραγα (γιατί οι Μαύροι ήταν οι Αφρικανοί ή όσοι έρχονταν είτε προέρχονταν από τις Δυτικές Ινδίες, ταξίδια μακρινά ως τη Τζαμάικα, είτε εντέλει διάφοροι Ασιάτες, Πακιστανοί, Ινδοί και ούτω καθ’ εξής). Εγώ, ως Ελληνίδα και Μεσόγεια, δεν είχα θέση ορισμένη επαρκώς, παρά μονάχα ένα κουτάκι που επιγράφετο ως “Other”, έτερη δηλαδή και πριγκηπέσσα Αλλοσύνης.

Θυμάμαι πως με είχε καταπλήξει η έκπληξη, με είχε συνεπάρει η απορία, είχα αποσβολωθεί. Μετά θυμήθηκα τον Γκοσινί και τον Ουντέρτζο, “είναι τρελοί αυτοί οι Βρεττανοί” αποφασίζοντας. Και έκλεισε το θέμα αυτό εκεί και θα παρέμενε κλεισμένο, ξεχασμένο. Οι μικρορατσισμοί που αντιμετώπιζα δεν είχαν τρόπο να με απασχολήσουν σοβαρά, προστατευμένη όπως ήμουν αρκετά, από παράγοντες που θα εξηγηθούν λίγο αργότερα.

Η πρώτη ωστόσο η περίπτωση που κάποιος ρατσισμός είχε ξεφύγει από τα όρια του (για εμένα) ανεκτού, ήταν αυτή που τώρα ευθύς θα περιγράψω. Δούλευα τότε σε μια κλινική και είχα θέση θεραπευτική, και αρμοδιότητες να επικοινωνώ τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι άνθρωποι που έκαναν χρήση των υπηρεσιών, στους διάφορους αρμόδιους φορείς (νοσοκόμους και διοικητικό προσωπικό). Ήταν κατά την περίοδο που τελείωνα την εκεί “θητεία” μου και εργαζόμουνα συγκεκριμένα με κάποια κυρία η οποία είχε προηγούμενα υποστεί θεραπεία με ηλεκτροσόκ, και η οποία είχε διάγνωση κάποιου είδους επιθετικού καρκίνου. Αυτά τα δύο στοιχεία, σε συνδυασμό με κάποια άλλα, εξωγενή γεγονότα, που είχαν σχέση με επαναπροσδιορισμούς της πολιτικής της θεραπείας/υποστήριξης μέσω του εν λόγω οργανισμού, είχαν δημιουργήσει στην κυρία αυτή κάποιου τύπου εξάρτηση, που επέφερε προβλήματα στο προσωπικό. Μη μπορώντας να εκφράσει την ανάγκη της να εξακολουθεί να βρίσκεται στους χώρους που, μέχρι προηγουμένως, χρησιμοποιούνταν για ψυχολογική υποστήριξη, η γυναίκα “δημιουργούσε/εφεύρισκε” προβλήματα ιατρικής φύσεως, που όμως δεν συσχετίζονταν με την οργανική της πραγματικότητα/διάγνωση.

Προσπαθώντας να εξηγήσω στην Προϊσταμένη Νοσοκόμα το τι συνέβαινε και το πώς ο οργανισμός είχε ενισχύσει, από την μία, τάσεις εξάρτησης στην γυναίκα, ενώ από την άλλη (και λόγω αλλαγής στην πολιτική τους) έμοιαζε να την “σπρώχνει” να φύγει (χωρίς όμως να λαμβάνουν υπόψιν τους την αδυναμία που είχε η γυναίκα να παρακολουθήσει το σκεπτικό που της παρουσίαζαν), με αποτέλεσμα να της δημιουργούν συνέχεια ψυχολογικά κενά και κρίσεις τις οποίες αυτή εξέφραζε, “κάνοντάς τους τη ζωή δύσκολη”, όπως το έθετε η προϊσταμένη. Εγώ, λόγω θέσης και εκπαίδευσης, έμοιαζε να καταλαβαίνω κάποια πράγματα που προσπάθησα να επικοινωνήσω στη προϊσταμένη εκείνη, με αποτέλεσμα να βρεθούμε σε μια πολύ φαιδρή και ταυτοχρόνως τραγική κατάσταση, διότι η Προϊσταμένη θορυβήθηκε και, εν συναγερμώ, ειδοποίησε την Γενική Διευθύντρια (επίσης νοσοκόμα – και άρα προερχόμενη από την ίδια υποκουλτούρα, και εννοώ εδώ την δεδομένη εκπαίδευση). Η οποία Γενική Διευθύντρια καταθορυβημένη ειδοποιεί την Ειδική Ψυχολόγο του Συστήματος Υγείας, άτομο που γεφύρωνε διοικητικά τον οργανισμό της κλινικής με τον Κρατικό Φορέα Υγείας. Κανονίζεται λοιπόν μια “συνάντηση” μεταξύ της Γενικής Διευθύντριας, της Ειδικής Ψυχολόγου και του υποκειμένου μου, της ημετέρας αφεντιάς μου. Κι εγώ οδεύω στο γραφείο την επόμενη ημέρα, υπολογίζοντας πως πάω σε μια πολυτομεακή συνάντηση, όπου θα παρουσίαζα τη θέση μου σε σχέση με τις ανάγκες και τον τρόπο υποστήριξης της κυρίας ασθενούς.

Μπαίνω στο γραφείο λοιπόν, και είμαστε οι προαναφερθείσες τρεις. Και μέσα σε ελάχιστες στιγμές μου γίνεται φανερό ότι με έχουν καλέσει σε απολογία, γιατί έχουν θορυβηθεί με τον συναισθηματικό τόνο της επικοινωνίας μου με την ασθενή τους (ο οποίος τόνος ήταν απόλυτα σύμφωνος και σε συνάρτηση με τον επαγγελματικό μου προσανατολισμό, εκπαίδευση και συνεπακόλουθες θεωρίες).

Και εδώ είναι που λαμβάνει χώρα η πολιτισμική παρεξήγηση και ο χαμός του Δράμαλη, όταν η Διευθύνουσα απαιτεί να μην ξαναχρησιμοποιήσω τη λέξη “Αγαπώ” / “Σε αγαπ(ά)ω” στην κλινική μου επικοινωνία με ανθρώπους, ενώ η Ειδική Ψυχολόγος συγκατανεύει από δίπλα. Εγώ έχω μείνει άναυδη από το θράσος αυτό, έλα παππού μου να σου δείξω τα αμπελοχώραφά σου, και την ημέρα που θα έρθει να μου κάνει κουμάντο κάποιος για το τι θα λέω και πώς, όταν υπάρχουν βιβλία επί βιβλίων που πραγματεύονται την έννοια της θεραπευτικής αγάπης, έως και του θεραπευτικού έρωτα ακόμα (τηρουμένων σαφών ορίων, βεβαίως), την ημέρα λοιπόν αυτή, εγώ θα βγάλω κέρατα. Και όπως μου απαιτεί να της υποσχεθώ ότι δεν θα ξαναεκφραστώ έτσι, εγώ της απαντώ ότι μπορώ με απόλυτη υπευθυνότητα να της υποσχεθώ ότι αν κάποιος από τους ανθρώπους με τους οποίους βρίσκομαι σε ψυχοθεραπευτική σχέση μου εκφράσει ένα τέτοιο συναίσθημα, το μόνο απολύτως σίγουρο είναι ότι θα το ανταποδώσω – χώρια αν επιπλέον έχει και προηγούμενα με θεραπείες ηλεκτροσόκ, χώρια αν επιπλέον βρίσκεται και σε τελευταία στάδια ζωής. Κι αν της αρέσει, κι άμα δεν της αρέσει ας πάρει τα μέτρα της, να πάρω κι εγώ τα δικά μου και να τους τρέχω (σε δικαστήρια και όπου αλλού, αυτό υπονοήθηκε).

Στην ωραία και ψύχραιμη αυτή φάση, παρεμβαίνει η Ειδική. Η οποία, αν και ψυχολόγος το ανάγνωσμα, δεν είχε την βασική επίγνωση του υποφώσκοντος αμαρτήματος του ρατσισμού στο οποίο πήγε και υπέπεσε (τι υπέπεσε, με τα μούτρα χώθηκε). Ο οποίος ρατσισμός εκφράστηκε ως εξής – ρωτώντας με αν έχει κάποια σχέση το γεγονός της Ελληνικότητάς μου, με το που εκφράζομαι έτσι. Και, ναι μεν η ελληνική γλώσσα έχει διάφορες λέξεις να περιγράφουν το αγαπητικό συναίσθημα, ενώ στη γλώσσα τη δική τους ένα love πρέπει να απλώσει τα φτερά του να εκφράσει τα Ανέκφραστα, τα Άρρητα Μυστήρια, αλλά εν συνεχεία, από τη θέση Υψηλότητας που πίστευε ότι βρισκόταν η Ειδική, ρώτησε σε ποια χώρα είχα κάνει τις σπουδές μου, στο οποίο εγώ (με το αίμα στο κεφάλι ανεβασμένο) απάντησα ότι είχα αποκτήσει και τη βασική εκπαίδευσή μου, και όλα τα άλλα τα μετέπειτα, στη χώρα της, και ότι όχι, δεν είναι “because I’s Greek” και λόγω διαφορών κουλτουρισμού δεν μ’ εννοεί, αλλά επειδή προερχόμαστε από δυο διαφορετικές υποκουλτούρες εκπαιδεύσεων, και να ανατρέξει στη δική μου βιβλιογραφία αν θέλει να καταλάβει τη φιλοσοφία που εμπνέει τη δική μου πρακτική – και ήμουνα διατεθειμένη να της υποδείξω που, αν την ενδιέφερε. Και έληξε εκεί άδοξα η συνάντηση, και τις επόμενες ημέρες είχανε υποχρεωθεί να τα μαζέψουν τα βρεμένα τους κι οι δύο, γιατί βεβαίως είχανε υπάρξει άλλοι προϊστάμενοι και επίτροποι και διάφοροι λοιποί, που έσπευσαν να τους διαβεβαιώσουν για την ημέτερη σαφήνεια, αξία και συνέπεια πρακτικής.

Αυτή ήταν η πρώτη μου εμπειρία ρατσισμού (που παρέμεινε μη-κατανοημένη, ως τέτοια, και από τις δύο κυρίες με τις οποίες είχα την “συνάντηση”), η οποία όμως δεν δυνήθηκε να με απασφαλίσει, γιατί είχα την τύχη να έχω υπάρξει (ως διαπλάθομαι, νεαρή ύπαρξη) μέλος της κυρίαρχης κουλτούρας. Αυτό βοηθάει πολύ στη διαπραγμάτευση της νέας μου κατάστασης, γιατί η θέση απ’ την οποία διαπραγματεύομαι την καθημερινότητα της ετερότητάς μου, είναι θέση που δεν χαρακτηρίζεται από κάποιο ευάλωτο στοιχείο ενδοψυχικά, δεν έχω υποστεί στη διάπλασή μου την πίεση του ρατσισμού, έτσι δεν αντιδρώ ούτε επιθετικά, ούτε αμυντικά. Επιπλέον, το γεγονός πως είμαι εκτός του πλαισίου μου (σε πολιτισμικό επίπεδο), μου επιτρέπει να μην είμαι άμεσα ταξινομίσιμη από τον άνθρωπο που επιθυμεί να μου απευθύνει ρατσισμό, χαρίζοντάς μου ένα αναντίρρητο ατού.”

(συνεχίζεται)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.