Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜετάφραση αρχαίας ποίησηςΠρωτοσέλιδο

ΟΜΗΡΟΥ Οδύσσεια ι, στ. 375-414, Μετάφραση Γεωργία Παπαδάκη (Βλ.σχ. 1)

  Kαι τότε εγώ τον πάσσαλο κάτω από την πολλή τη στάχτη έχωσα,

   μέχρι να ζεσταθεί· συγχρόνως σ’ όλους τους συντρόφους μου

   με λόγια έδινα κουράγιο, μήπως κανείς μού φοβηθεί

   και τότε κάνει πίσω. Μα σαν ο πάσσαλος ο από λιόκλαρο φτιαγμένος

   για λίγο κόντευε μες στη φωτιά ν’ ανάψει, μόλο που ήτανε χλωρός,

   και κατακόκκινος απ’ την πυράκτωση λαμποκοπούσε πια,

   τότε εγώ απ’ τη φωτιά τον τράβηξα και πιο κοντά τον έφερα,

   ενώ οι σύντροφοί μου τριγύρω μου στεκόντουσαν· κι εκείνη τη στιγμή,

   μεγάλο θάρρος μέσα μας κάποιος θεός μάς έβαλε.

   ΄Ετσι, λοιπόν, αυτοί επιάσανε τον πάσσαλο τον από λιόκλαρο φτιαγμένο,

   τον μυτερό στην άκρη, και μες στο μάτι του τον έμπηξαν·

   και από πάνω εγώ, αφού καλά στα πόδια μου στηρίχτηκα, τον έστριβα,

   έτσι, σαν όταν κάποιος άντρας τρυπάει με το τρυπάνι2 καραβόξυλο

   και άλλοι από κάτω το στρέφουνε με το λουρί

   που κι απ’ τις δυο του άκρες το κρατούν, κι όλο γυρίζει αυτό συνέχεια.

   ΄Ετσι κι εμείς, με το που πιάσαμε τον πάσσαλο

   με την πυρακτωμένη άκρη, μέσα στο μάτι του τον στρίβαμε,

   και όπως ήτανε καυτός, ολόγυρά του αίμα έτρεχε.

   Και του βολβού που καίγονταν η πυρωμένη η πνοή

   όλα τα γύρω τα τσουρούφλιζε, ματόφυλλα και φρύδια,

   κι οι ρίζες του ματιού τριζοβολούσανε απ’ τη φωτιά.

   Πώς όταν άντρας χαλκουργός βυθίζει σε κρύο νερό

   τρανό πελέκι ή σκεπάρνι που τσιτσιρίζουν δυνατά

   για να τα κάνει αυτός σκληρά κι ανθεκτικά

   − γιατί αυτό είν’ η μεγάλη δύναμη του σίδερου−

   έτσι το μάτι του τσιτσίριζε γύρω απ’ τον πάσσαλο

   τον από λιόκλαρο φτιαγμένο.

   Κι έσκουξε μ’ άγρια, με  δυνατή φωνή,

   κι αντιλαλούσε ολόγυρα ο βράχος, κι εμείς καθώς τρομάξαμε,

   τρέχοντας με ορμή από κοντά του φύγαμε·

   κι εκείνος, στη συνέχεια, τράβηξ’ από το μάτι του τον πάσσαλο

   που μέσα σ’ αίματα πολλά ήτανε βουτηγμένος.

   ΄Υστερα με τα χέρια του τον πέταξε μαινόμενος μακριά

  και φώναζε με όλη του τη δύναμη τους Κύκλωπες,

  που ολόγυρά του κατοικούσαν βέβαια,

  μες σε σπηλιές στις ανεμόδαρτες κορφές.

  Κι ως άκουσαν ετούτοι την κραυγή του, έρχονταν τρέχοντας

  ο ένας από δω κι ο άλλος από κει, στέκονταν γύρω στη σπηλιά

  και τον ρωτούσανε τι τονε τυραννούσε:

  « Πολύφημε, τι άραγε σε βασανίζει τόσο και τέτοιες έβαλες φωνές

  μέσα στη θεϊκή νυχτιά κι εμάς μας έκανες να ’μαστε δίχως ύπνο;

  Μήπως αθέλητά σου κάποιος από τους θνητούς

  τα γιδοπρόβατά σου αρπάζει;

  Μήπως εσένανε τον ίδιο κάποιος μ’ απάτη ή με βία

  γυρεύει να σου πάρει τη ζωή;»

  Σ’ ετούτους πάλι είπε απ’ τη σπηλιά ο δυνατός Πολύφημος:

  « Φίλοι μου, ο Κανένας με σκοτώνει, μ’ απάτη κι όχι με τη βία».

  Κι αυτοί αποκρινόμενοι λόγια τού λέγαν φτερωτά:

  «Αφού λοιπόν κανένας δεν ασκεί βία επάνω σου και είσαι μέσα μοναχός,

  τότε, λοιπόν, περίπτωση καμία δεν υπάρχει

  απ’ του μεγάλου Δία την αρρώστια3 να ξεφύγεις,

  μόνο δεήσου στον πατέρα σου, τον Ποσειδώνα 4 τον κυρίαρχο,

  [για να σε βοηθήσει]».

 ΄Ετσι λοιπόν μιλούσαν φεύγοντας, κι εμένα γέλασε η καρδούλα μου,

 γιατί τους εξαπάτησε το όνομά μου κι η εξυπνάδα μου η κοφτερή.

 

 

 

 

 Σχόλια

 

1) Στη ραψωδία ι, όπως έχουμε ξαναπεί, ο Οδυσσέας ιστορεί στους Φαίακες τις  περιπέτειές του και των συντρόφων του αφότου άφησαν την Τροία· στην αρχή, προσέγγισαν τη χώρα των Κικόνων, των Λωτοφάγων και των Κυκλώπων. Στο παρατιθέμενο απόσπασμα περιγράφεται η τύφλωση του Κύκλωπα Πολύφημου.
Ο Οδυσσέας έχει αφήσει στην ακρογιαλιά τον στόλο του και με δώδεκα επιλεγμένους συντρόφους του έχει βρεθεί μέσα στην έρημη σπηλιά του Κύκλωπα. Αργότερα, κατά το σούρουπο, φτάνει ο θεόρατος Πολύφημος με τα κοπάδια του· μπαίνει στη σπηλιά, κλείνει το άνοιγμά της με έναν θεόρατο βράχο, βλέπει τους ξένους, αρπάζει δύο και τους τρώει, και βυθίζεται στον ύπνο.Το άλλο πρωί φεύγει με τα κοπάδια του, αφού τρώει άλλους δύο από τους συντρόφους του Οδυσσέα, κλείνοντας πάλι το άνοιγμα με τον βράχο. Ο Οδυσσέας καταφεύγει σε δόλο. Βρίσκει μέσα στη σπηλιά έναν μεγάλο κορμό ελιάς, κόβει ένα κλαδί, το μυτερώνει μπροστά και το σκληραίνει βάζοντάς το στη φωτιά. Το βράδυ ο Κύκλωπας επιστρέφει και τρώει άλλους δύο άντρες. Ο Οδυσσέας τον ποτίζει με το δυνατό κρασί που είχε φέρει μαζί του, τον ζαλίζει και του αποκρίνεται πως το όνομά του είναι Κανένας. Ο Πολύφημος μεθυσμένος βυθίζεται στον ύπνο. (Βλ. τους στ. 371-374 στο κείμενό μας με θέμα τις λέξεις « ψωμί-άρτος»  [27/7/2020] ). 
Στη συνέχεια ακολουθούν οι παραπάνω στίχοι με τις θαυμάσιες παρομοιώσεις, που δίνουν συναρπαστική ζωντάνια στην πράξη της τύφλωσης.
2) Πρόκειται για μεγάλο τρυπάνι ξυλουργών που το κινούσαν με λουρί.
3) Kαθώς τα λόγια του Πολύφημου δεν βγάζουν νόημα, οι Κύκλωπες θεωρούν ότι ο Πολύφημος χτυπήθηκε από τρέλα που του έστειλε ο Δίας.
4) Ο Ποσειδώνας ήταν ο πατέρας του Πολύφημου, γι’ αυτό αργότερα θα καταδιώξει τον Οδυσσέα.
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.