Loading...
Πρώτη ΎληΠρωτοσέλιδο

Παυλίνα Παμπούδη: Σχεδόν αυτόπτης μάρτυς

Έχω μελετήσει το ανθρώπινο γένος με προσοχή και ενδιαφέρον, μέσα από το άτομό μου. Σε μένα βρίσκω, σε μεγαλύτερη ή μικρότερη αναλογία, κάθε προτέρημα και ελάττωμα που υπάρχει στο σύνολο του γένους των ανθρώπων.

 Αυτά δήλωνε ο Mark Twain, ο μεγάλος χιουμορίστας, τον προπερασμένο αιώνα – την εποχή που δημοσίευσε το «Τι είναι ο άνθρωπος», έναν εκτεταμένο διάλογο μεταξύ ενός νεαρού και ενός ηλικιωμένου. Το θέμα τον απασχολούσε σοβαρά (αυτόν, έναν χιουμορίστα). Γι αυτό έγραψε και πάμπολλα άλλα κείμενα / άρθρα, που όλα  αναφέρονται στο κωμικοτραγικό της ύπαρξής μας, της  παγιδευμένης στο ακατανόητο  πλέγμα των  κοινωνικοοικονομικοπολιτικοθρησκευτικών θεσμών που ορίσαμε να μας ορίζουν.

Προχθές, ψάχνοντας ως συνήθως για κάτι άλλο, βρήκα λίγες σελίδες του πρόχειρου μιας μετάφρασής μου ενός από αυτά τα κείμενα: 

 

Η ΜΙΚΡΗ ΜΠΕΣΙ

και η Θεία Πρόνοια

 

Η μικρή Μπέσι ήταν περίπου τριών ετών. Δεν θα τη χαρακτήριζες επιπόλαιο παιδί, αλλά σκεπτόμενο και στοχαστικό. Της άρεσε πολύ να μελετά προσεκτικά τις αιτίες των πραγμάτων και να προσπαθεί να τις συνταιριάξει με τα επακόλουθά τους.

Μια μέρα είπε:

«Μαμά, γιατί υπάρχουν ο πόνος, η θλίψη, τα βάσανα; Σε τι χρησιμεύουν;»

Ήταν μια εύκολη ερώτηση και η μαμά δεν δυσκολεύτηκε να απαντήσει:

«Είναι για το καλό μας, παιδί μου. Ο Κύριος, με τη σοφία και το έλεός του, μας στέλνει αυτές τις δοκιμασίες για να μας επιβάλλει πειθαρχία και να μας κάνει καλύτερους».

«Εκείνος μας τα στέλνει όλα αυτά, μαμά;»

«Ναι, αγάπη μου, όλα. Τίποτα δεν έρχεται τυχαία. Εκείνος τα στέλνει – και πάντα από αγάπη για μας, για να μας κάνει καλύτερους».

«Δεν είναι παράξενη η συμπεριφορά Του;»

«Παράξενη; Για ποιο λόγο; Όχι, εγώ δεν σκέφτηκα ποτέ μ’ αυτόν τον τρόπο. Πάντα μου φαινόταν φυσική και σωστή. Και σοφή. Και γενναιόδωρη και φιλεύσπλαχνη. Κανέναν δεν ξανάκουσα να την αποκαλεί παράξενη».

«Ποιος πρωτοσκέφτηκε έτσι το θέμα, μαμά; Εσύ;»

«Όχι, όχι, παιδί μου, εγώ το διδάχτηκα».

«Ποιος σου το δίδαξε έτσι, μαμά;»

«Χμ, ειλικρινά, δεν ξέρω – δεν μπορώ να θυμηθώ. Η μητέρα μου, υποθέτω. Ή ο κατηχητής. Αλλά αυτά είναι πράγματα που όλοι τα γνωρίζουν».

«Καλώς… Πάντως, μοιάζουν παράξενα. Δηλ. ο Κύριος έστειλε τον τύφο στον Μπίλι Νόρις;»

«Ναι».

«Για ποιο λόγο;»

«Για να τον υποβάλει σε δοκιμασία και να τον κάνει καλό άνθρωπο».

«Μα ο Μπίλι πέθανε, μαμά. Οπότε, αυτή η μέθοδος δεν κατόρθωσε να τον κάνει καλό άνθρωπο».

«Χμ, τότε, υποθέτω ότι θα το έκανε για κάποιο άλλο λόγο. Σίγουρα υπήρχε ένας καλός λόγος – όποιος κι αν ήταν αυτός».

«Εσύ, μαμά, ποιος νομίζεις πως ήταν;»

«Ω, κάνεις τόσο πολλές ερωτήσεις! Μπορεί να το έκανε για να υποβάλει σε δοκιμασία τους γονείς του».

«Λοιπόν, αυτό ήταν άδικο, μαμά. Γιατί έπρεπε ο Μπίλι να χάσει τη δική του ζωή για χάρη τους, αφού αυτός δεν έκανε τίποτα κακό;»

«Α, δεν το γνωρίζω αυτό. Ξέρω μόνο πως ό, τι έγινε, έγινε για κάποιον  καλό, σοφό και ευσπλαχνικό λόγο!»

«Για ποιο λόγο, μαμά;»

«Νομίζω… νομίζω… Λοιπόν: ήταν μια δικαιοκρισία: έγινε ως τιμωρία για κάποια αμαρτία που είχαν διαπράξει».

«Ο Μπίλι όμως ήταν αυτός που τιμωρήθηκε, μαμά. Ήταν σωστό αυτό;»

«Βεβαίως, βεβαίως. Ο Κύριος δεν προβαίνει σε καμιά ενέργεια που να μην είναι σωστή, σοφή και ευσπλαχνική. Τώρα δεν μπορείς να τα καταλάβεις αυτά τα πράγματα, όταν όμως μεγαλώσεις, θα τα κατανοήσεις και θα παραδεχτείς πως είναι δίκαια και σοφά».

Η Μπέσι σώπασε για λίγο.

«Και, ο Κύριος έκανε τη στέγη να πέσει πάνω στον ξένο που προσπαθούσε να σώσει την ανάπηρη γριούλα;» ρώτησε μετά.

«Ναι, παιδί μου. Σταμάτα! Μη με ρωτήσεις για ποιο λόγο, γιατί δεν ξέρω. Σίγουρα όμως ήταν ή για να υποβάλει κάποιον σε δοκιμασία ή για να τιμωρήσει κάποιον ή για να δείξει τη δύναμή Του!» 

«Κι όταν  εκείνος ο μεθυσμένος κάρφωσε ένα δίκρανο στο μωρό της κ. Γουέλς;»

«Μη σε απασχολεί αυτό, δεν χρειάζεται να εμβαθύνεις σε λεπτομέρειες…» (…)

 «Είναι τρομερά σκληρό, μαμά. Και ανόητο! Αν εγώ –«

«Πάψε, αχ, πάψε! Θέλεις να πέσει αστροπελέκι να μας κάψει;»

«Ξέρεις, μαμά πως έπεσε αστροπελέκι την περασμένη βδομάδα, και έκαψε την καινούργια εκκλησία; Ήταν για να υποβάλει σε δοκιμασία την εκκλησία;»

«Αχ, ναι… Δεν ξέρω… Μάλλον….»

«Μα σκότωσε κι ένα γουρούνι που δεν είχε κάνει τίποτα… Ήταν για να υποβάλει σε δοκιμασία και το γουρούνι, μαμά;»

«Αγαπημένο μου παιδί, δεν θέλεις να βγεις έξω, να παίξεις λίγο; Αν θα ’θελες να -»

«Μαμά, σκέψου μόνο! Ο κ. Χόλλιστερ λέει πως δεν υπάρχει ούτε πουλί ούτε ψάρι, ούτε ερπετό ούτε οποιοδήποτε άλλο ζώο που να μην έχει κάποιον εχθρό… Κι αυτόν τον εχθρό του τον στέλνει η Θεία Πρόνοια για να το κυνηγήσει, να το βασανίσει, να το σκοτώσει, να του ρουφήξει το αίμα… Γιατί; Για να το υποβάλει σε δοκιμασία και να το κάνει καλό και θεοσεβούμενο; Είναι αλήθεια αυτό, μαμά; Και αν είναι αλήθεια, γιατί ο κ. Χόλλιστερ το αμφισβητεί;»

«Αυτός ο κ. Χόλλιστερ είναι ένα υποκείμενο με σκανδαλώδη συμπεριφορά και δεν θέλω να ακούς τίποτα απ’ όσα λέει».

«Γιατί, μαμά; Είναι πολύ ενδιαφέρων άνθρωπος και πιστεύω ότι προσπαθεί να είναι καλός. (…) Λέει ακόμα ότι η επινόηση της Θείας Πρόνοιας για την πειθαρχία τη δικιά μας και των ζώων είναι η φαεινότερη ιδέα που υπήρξε ποτέ και κανένας ηλίθιος δεν θα μπορούσε να μηχανευτεί κάτι λαμπρότερο (…)

 

Τι θα έλεγε η μικρή Μπέσι σήμερα, σχεδόν δυο αιώνες μετά, που έχει τόσο προοδεύσει ο πολιτισμός μας; Θα είχε σίγουρα ακόμα περισσότερα τέτοια αφελή ερωτήματα, η μαμά της, όμως, θα την καθησύχαζε πάντα. Θα της εξηγούσε, σίγουρα, ότι οι παράλογοι πόλεμοι, οι βίαιες μετακινήσεις των λαών, η καταστροφή του περιβάλλοντος κ.τ.τ., είναι πέραν κάθε αμφιβολίας συνέχεια του έργου της Θείας Πρόνοιας και ότι οι άνθρωποι εξακολουθούν να υποφέρουν βάσει κάποιου ασύλληπτου, αλλά σοφού και ευσπλαχνικού σχεδίου.

Οπότε, ο διάλογος της Μπέσι με τη μαμά της θα εξελισσόταν, μάλλον, κάπως έτσι:

 

«Μαμά, άκουσα πως αποκαλούν τη γη μπλε πορτοκάλι. Τι όμορφο!»

«Ναι, αγάπη μου… Ένα όμορφο μπλε πορτοκάλι… Έτσι φαίνεται από ψηλά.»

«Όμως, αν το έβλεπες από λιγότερο ψηλά θα φαίνονταν λιγότερο όμορφο: πρέπει να είναι  γεμάτο αρρώστιες… Ο κ. Χόλλιστερ λέει πως ο πλανήτης μας υποφέρει από τοξικά απόβλητα, περιβαλλοντική ρύπανση, όξινη βροχή, αποδάσωση, ερημοποίηση, επικράτηση παρασιτικών ή μεταλλαγμένων ειδών…»

«Πάλι αυτός ο κ. Χόλλιστερ; Τι σου έχω πει γι αυτό το υποκείμενο; Πάλι στάθηκες και μιλούσες μαζί του;»

«Ναι, μαμά. Τον λυπήθηκα. Ήταν πολύ στενοχωρημένος με τους πολιτικούς».

«Τι ανοησία! Οι πολιτικοί κάνουν ό, τι μπορούν…»

«Αυτό λέει και ο κ. Χόλλιστερ: κάνουν ό, τι μπορούν για να μην ενοχλήσουν τις πολυεθνικές».

«Είναι ένας άθλιος αναρχικός, θα τον τιμωρήσει ο Κύριος!»

«Μαμά, εγώ πιστεύω πως έχει δίκιο… »

«Αγάπη μου, είσαι πολύ μικρή για να πιστεύεις οτιδήποτε άλλο εκτός από τον Θεό και τα διδάγματα της εκκλησίας!»

«Κι εσύ, μαμά, που είσαι πολύ μεγάλη, γιατί δεν πιστεύεις και τίποτα άλλο;»

«Γιατί δεν υπάρχει τίποτα άλλο».

«Μαμά, λειτουργούν σύμφωνα με τα διδάγματα της εκκλησίας ο Παγκόσμιος Οργανισμός Ελέγχου Τροφίμων, το διεθνές εμπόριο όπλων, οι παντοδύναμες Φαρμακοβιομηχανίες;»

«Αχ, παιδί μου! Σου έχω πει ότι είναι θανάσιμο αμάρτημα να κουτσομπολεύεις και να διαδίδεις φήμες».

«Μαμά, είσαι σίγουρη πως τα ξέρει ο Θεός όλα αυτά που γίνονται;»

«Και βέβαια! Δεν γίνεται τίποτα χωρίς να το ξέρει ο Θεός. Τι ερώτηση είναι αυτή;»

«Ξέρει και για τις φάρμες με τα κλωνοποιημένα όντα κρεατοπαραγωγής, ξέρει και για τους στείρους σπόρους της Μονσάντο;»

«Πού άκουσες πάλι αυτές τις βλασφημίες; Από τον κ. Χόλλιστερ;

«Όχι, τα διάβασα στο διαδίκτυο…»

«Αχ, τι θα κάνω πια μ’ αυτό το παιδί… Έμαθε και να διαβάζει στο διαδίκτυο… Αυτά τα τάμπλετ δεν είναι πράματα του Θεού…»

«Ξέρεις, μαμά, δεν θέλω να Τον προσβάλω, νομίζω όμως πως επειδή ο Θεός είναι πολύ παππούς πια… Όπως ο κ. Ντάλτον που έχει λίγο αλτσχάιμερ και ξεχνά να – …» 

«Ω, Μπέσι, δες! Το σύρμα έπεσε… Θα γίνει χαμός αν περάσουν τα κουνέλια στο κοτέτσι! Πάψε μια στιγμή να μιλάς και πήγαινε φτιαξ’ το!» 

 Η Μπέσι πάει υπάκουα και στερεώνει πάλι το σύρμα. Αυτό, όμως, φαίνεται πως την κάνει να σκεφτεί κάτι άλλο. 

 «Μαμά, το ξέρεις πως στο μπλε πορτοκάλι μας έχουμε, λέει, πάνω από 250 χιλιάδες χλμ. συνοριακών γραμμών; Χωρίς να μετράμε τις γραμμές «διπλής όψης»… Τι εξυπηρετούν, μαμά, αυτές οι συνοριακές γραμμές;»

«Τι παράξενη ερώτηση είναι πάλι αυτή; Κι εδώ, στο κτήμα, δεν έχουμε φράχτες για να μην ανακατεύονται τα διάφορα ζώα κι ενοχλούν το ένα το άλλο;»

«Μα οι συνοριακές γραμμές χωρίζουν ζώα του ίδιου είδους… Ανθρώπους».

 «Όχι… Χωρίζουν τις χώρες».

«Γιατί;»

«Γιατί έτσι πρέπει. Κάθε άνθρωπος πρέπει να είναι στη χώρα του.» 

«Τότε γιατί τους αναγκάζουν όλους αυτούς να φύγουν απ’ τις χώρες τους; Εγώ δεν θα έβαζα καθόλου συνοριακές γραμμές-»

«Μα τι παράλογα πράγματα είναι αυτά που λες, μωρό μου;»

«Δεν θα έπρεπε να πηγαινοέρχονται όλοι όπου θέλουν; Δεν είναι κουνέλια ούτε κότες, άνθρωποι είναι. Γιατί δεν μπορούν;»

«Γιατί είναι πολλοί, αγάπη μου…»

«Όχι, μαμά. Όλοι όλοι είμαστε κάπου 7,5 δισεκατομμύρια… Δεν είμαι πολύ καλή ακόμα στα μαθηματικά, αλλά νομίζω πως αν θα διαιρούσαμε τα 510 εκατομμύρια τετραγωνικά χιλιόμετρα που έχει εμβαδόν ο  πλανήτης, με τον αριθμό των κατοίκων του, θα περίσσευε πολλή γη.»

«Μα τι λες τώρα; Δεν σε παρακολουθώ…»

«Λέω πως η γη φτάνει για όλους. Εγώ λοιπόν δεν θα έδιωχνα κανέναν. Θα τους έδινα χωραφάκια, κάπου που να τους αρέσει, λίγους σπόρους και μια τσάπα. Γιατί δεν κάνει κάτι τέτοιο η Θεία Πρόνοια; Προτιμά να τους δίνει φιλανθρωπικά συσσίτια για να έχουν δουλειά τα κέτερινγκ;»

«Δεν φτάνει η γη! Δεν ξέρεις, παιδί μου, πως το 70% του πλανήτη είναι θάλασσα;»

«Ε, ωραία! Θα τους έδινα και σύνεργα ψαρικής…»

 «Μπέσι! Η υπομονή μου εξαντλήθηκε. Πάω στην εκκλησία ν’ ανάψω ένα κεράκι, να σε φωτίσει ο Θεός! Τάμα θα κάνω…»

«Μαμά, το ξέρεις πως εκατομμύρια «τάματα» των πιστών στην Ελλάδα εκποιούνται κάθε χρόνο – και γίνονται ράβδοι χρυσού;» 

…………………………………………………………………….

 Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Αίτιον
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.