Loading...
Πρώτη Ύλη

Παυλίνα Παμπούδη: 13 Σπονδές  

(Δεν είχα συνειδητοποιήσει πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσο πολλούς… Τ. Σ. Έλιοτ)

 

Αυτή τη φορά, (και λόγω των Ψυχοσαββάτων), αντλώ πρώτη ύλη από το κοινό κενοτάφιο των χαμένων ποιητών. Ιδού  μια μικρή ανθολόγηση από τα έπεα πτερόεντα των τεθνεώτων τής, ας πούμε,  γενιάς του 70 – που γνώρισα. Δεν έχω διαλέξει οπωσδήποτε τα καλύτερά τους – λειτούργησα κι εγώ τυχαία, όπως διάλεξαν και οι δυνάμεις της φύσης…

Κατά σειράν αποχωρήσεως:

 

1 Αλέξης Τραϊανός (1942 -1980)

ΚΑΠΟΙΟΣ ΕΦΥΓΕ

[Ενότητα Θανάτοψις]

Κάποιος έφυγε από μέσα μας
Ξεκλείδωσε κάποτε τους αρμούς μας
Φόρεσε τα πιο ωραία μας ρούχα
Και κάνοντας μια ραγισματιά αιφνίδια
Πετάχτηκε
Όπως απ’ το νεκρό πετιέται η στερνή πνοή
Πετάχτηκε με τους πολλούς καθρέφτες
Τους αμέτρητους ήλιους

Έφυγε
Δεν ήθελε να ζει μαζί μας
Σφίγγοντας νεκρά πουλιά
Κλείνοντας τον παγωμένο αέρα στα γόνατα
Έριξε το κορμί του στη νύχτα
Στην άλλη υπόσταση των πραγμάτων
Έφυγε αφήνοντάς μας μια ραγισματιά αιφνίδια
Τις μικρές λυπημένες φωνές των πραγμάτων
Κάτι σωπασμένους αδύνατους ήχους
Ανέκφραστα πενιχρά πράγματα
Που τον βαστάζουν και τον θυμούνται
Όπως η άνοιξη κάθε φορά που έρχεται τον θυμάται
Κι η γυρισμένη ζωή
Και τ’ ανοιγμένο μας στήθος

Εμείς τον κλαίμε ακόμη

2 Νανά Ησαΐα, 1934- 2003

 ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ

 

Και τώρα ούτε ξέρω πια
γιατί δόθηκε η χαμένη μάχη.
Για ποιο καλοκαίρι σκοτεινού φωτός.
Ποια σκληρή αντίληψη λάμψης.
Από τα χέρια μου περνούν σύννεφα.
Από τα μαλλιά μου στάζουν βροχές.
Λες κι έρχομαι από κάποια
αστείρευτη εποχή δακρύων.
Σε ιερογλυφικούς ήχους
θα σε άκουγα να μου μιλάς.
Επιτύμβια σχεδόν.
Ή σχεδόν σαν Σφίγγα.
Αν και χωρίς τη λύση του αινίγματος.
Της μάχης που δόθηκε για να χαθεί.
Γιατί στ’ αλήθεια;

 

3 Βασίλης Στεριάδης (1947-2003)

ΣΤΑΜΑΤΗΣΑ ΝΑ ΓΡΑΦΩ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

  

Αυτό το παλιό ξυπνητήρι μου θύμισε άξαφνα την ώρα

Αν ήξερες τη μοντέρνα ποίηση στους διαδρόμους του εγκεφάλου μας

θα μου έλεγες είναι μια μακαρίτισσα ιστορία.

Κοίταξα πάλι τα ρούχα μου:

Φορούσα ένα σακάκι από παλιό πετσί, από πετσί ανθρώπου.

Είναι και μερικά σημεία απροσδιόριστα

υποσκάπτουν τη σκέψη μου με βασανίζουν.

 

 Ένα γράμμα σύννεφο

τ’ ανοίγω λέει φοβάμαι

το χθεσινό μου όνειρο εκεί η φωτιά από το χθεσινό μου όνειρο

κι αυτό ή το άλλο δωμάτιο που καίγεται.

Σκέφτηκα τότε την ποιότητα εκείνου του δωματίου

με σωρούς βιβλία, διαγράμματα και σχέδια για το μέλλον.

Φοβάμαι την κατάληξη

της προτεινόμενης ηθικής προστασίας

και την οδυνηρή εξίσωση πάνω στο αδιατάρακτο κενό.

 

 Μια μέρα

θα βγω στην ακατάπαυστη βροχή με το σακάκι μου
θα προχωρήσω καταπάνω της

ο σίγουρα ένοχος σε θετικά σημεία

με κάποιο παραλογισμό στη σκέψη, στην εμφάνιση

θ’ αρχίσω να βγάζω από μέσα μου ένα προς ένα

τα παλιά στίγματα του ονείρου

θα ξεχάσω τα πάντα

το σπίτι κάποτε με τα κλειστά παράθυρα

την υγρασία

και το κορίτσι με το φαγωμένο πρόσωπο

που με περίμενε στη σκάλα.

Ύστερα θα σηκωθώ απ’ το σκοτάδι

και θα πω στον πατέρα μου: μην εκνευρίζεσαι

σταμάτησα να γράφω ποιήματα.

 

 

4 Στέφανος Μπεκατώρος (1947-2006)

 

 ΖΩΝΤΑΝΟΣ

 

Μαζεύει το κορμί του, γίνεται κρέας σκληρό.
Κατεβαίνει στο υπόγειο κλείνει την καταπαχτή
σωπαίνει.
Δε θέλει ν’ ακούσει τις φωνές. Μέσα στην
υποψία λιώνει αυτός μέσα στη στέρηση.
Έξω περνούν τα τεντωμένα πανιά, δυνατές
κραυγές χτυπιούνται στα μεγάφωνα, τρίζουν
τα βήματα στους δρόμους.
Αυτός εκεί στην κάμαρη χτυπιέται με τα έπιπλα –
ζωντανός μονάχα για τον εαυτό του.

 

5 Αργύρης Χιόνης (1943-2011)

Έρχονται αθόρυβα οι μέρες μου – γάτες με πέλματα βελούδινα, ταχύτητα αστραπής – τρίβονται μια στιγμή στα πόδια μου. Σκύβω να τις χαϊδέψω, Έχουν κιόλας φύγει.

 

 Ούτε τ’ αηδόνια

Ούτε οι ποιητές πλάστηκαν

Για τις ξόβεργες.


Οι ξόβεργες, ωστόσο,
Είναι γι αυτούς πλασμένες.

(Τάνκα)

 

Η ποίηση ήταν γι αυτόν

Ό, τι για τον Περσέα ο καθρέφτης.

Μόνο μες απ’ αυτήν μπορούσε να κοιτάζει

Την φριχτή πραγματικότητα.

 

 

6 Γιάννης Βαρβέρης (1956 -2011)

 

ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

 

Η πόλη με οβελίες αλλού γιορτάζει.
Σταθμός Πελοποννήσου
κι απομεσήμερο του Πάσχα σε παγκάκι
μόνον εσύ κι εγώ καθόμαστε, μητέρα.
Είμαστε γέροι πια κι οι δυο
κι εγώ αφού γράφω ποιήματα
πιο γέρος.
Αλλά πού πήγανε τόσοι δικοί μας;
Μέσα σε μια βδομάδα
δεν απόμεινε κανείς.
Ήταν Μεγάλη βέβαια
γεμάτη πάθη, προδοσίες, σταυρώσεις-
θέλουν πολύ για να υποκύψουν οι κοινοί θνητοί;
Έτσι ακριβώς, από τα Βάγια μέχρι σήμερα
θα ‘πρεπε κάπως να ‘χαμε κι εμείς χωρέσει.
Όμως το Πάσχα τέλειωσε, μητέρα.
Κι εμείς τι θ’ απογίνουμε
σ’ ένα παγκάκι
αθάνατοι
καθώς νυχτώνει;

 

 

7 Μίμης Σουλιώτης, 1949-2012

 ΠΡΕΣΠΕΣ

 

Είναι ώρες-ώρες θάλασσα κι οι Πρέσπες,
μεγάλη, πρασινο-γάλαζη και γκρίζα,
δεν την περνάς με καντιλλάκ ούτε με βέσπες∙
εδώ λόγια πολύγλωσσα και τ’ άλογο πειθήνιο
σέρνει το κάρο με γκούμια από αλουμίνιο
σύρριζα στων βράχων την ξέξασπρη μαρκίζα.

Τόπος τερματικός. Παλιές σκιές
από φως πλάγιο και πιωμένο
περιπολούν άοπλες. Βαραίνουν οι φασολιές,
το νερό αραίωσε, γδέρνεται η βάρκα
στην περιττή ακρογιαλιά∙ τα βράχια πέτρινες μασέλες,
τα οστά του Σαμουήλ γδυτά χωρίς τη σάρκα.

Γελάδια βόσκει στ’ αναδυμένα μέρη
το παιδόπουλο∙ προσεχής Έλλην από χέρι,
αξύριστος, λιγνός, 
λείψανο αχνό στ’ αγέρι
τα σαλαγάει σφυρίζοντας με το στόμα και το χέρι.

 

  

8 Γιάννης Κοντός (1943-2015)

 

ΜΙΑ ΠΑΓΩΝΙΑ ΕΡΧΕΤΑΙ

 

Η μουσική σταμάτησε. Το μάτι είδε

την πραγματικότητα κι έγινε περισσότερο γυάλινο

-υπάρχουν περιθώρια τρόμου-

Εντάξει με το κορμί. Περνάμε μια χαρά.

Το τρώμε, μας τρώει και λιγοστεύει η ζωή.

Ή αλλιώς το πολύ σκοτάδι φέρνει φως.

Ξερός αέρας κάνει μεγάλες καταστροφές

στη φαντασία μας. Ξηρός οίνος φέρνει

πίσω τα ποτάμια. Η μνήμη μένει

στην άμμο κάτω από πέτρες.

Το παρόν εξαερούται.

Ο κόσμος υγροποιείται.

Το ποίημα είναι η μόνη πραγματικότητα

και οι λύκοι τρέχουν στους δρόμους

για κρέας.

 

  

9 Μαρία Κυρτζάκη (1948-2016)

 ΣΚΟΤΑΔΙ ΣΩΜΑ

 

 Γνωρίζει στο κορμί της και με το σώμα της
τις σκοτεινές διαδρομές που αλώνουν την ψυχή.
Ο έρωτας είναι νυκτώος ξέρει.
Παιδί της νύχτας που ερωτεύτηκε το έρεβος.
Μαζί του επλάγιασε
και μες στη λάβα των αισθήσεων
βασίλισσα σαν Δύση ανατέλλει η Τυφώ
πλημμυρισμένη ευωδιές του έρωτα
μανίες αρσενικό και θηλυκό
η γνώση όλη υψώνεται στο σώμα
εκεί στα χέρια και στα δάχτυλα της ακοής
και τον μικρούλη τον τριγμό πώς τον ακούει
και την οσφραίνεται την απειλή
και γεύεται την ηδονή ως το μεδούλι

 

  

10 Χριστόφορος Λιοντάκης (1945- 2017)

 

ΜΕΤ’ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΕΩΣ

 

Κρυμμένο στο μαύρο

πρόβαλε το πρόσωπό της

καθώς άνοιξε η ξύλινη μεσόπορτα

που με ασβέστη την είχαν καλύψει

και τρόμαξαν οι φιλέσπερες σαλαμάντρες.

Με το βλέμμα κάτω, προχώρησε στο τραπέζι

με τα φαγητά, το χυμένο κρασί

τα χαρτιά και τις σφραγίδες.

Τη ρώτησαν κι είπε πως δεν ξέρει να γράφει.

Την ξαναρώτησαν αν συναινεί

να πωληθεί ο ελαιώνας για τις σπουδές του…

«Μετ’ ευχαριστήσεως», και φωτός ανάσες

γέμισαν τα βαθουλώματα στο πρόσωπό της.

 

11 Νατάσα Χατζηδάκι (1946-2017)

ΜΑΓΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ

 

Μωβ μαραίνεται πράσινο πασχαλιές πού
πάλι Πάσχα είναι. Κόβει τις κύστεις των
ματιών, ρήξη Μαΐου έρχεται με λύσσα –
υγρές γεννήτριες τα μάτια του
πυρκαϊάς χρήσιμο φόντο, συστάδες τα
πουλιά μετακινούνται πάνω από στέγες
ενσκήπτουν βλοσυρά στα φυτώρια από τουλίπες
χαμηλού βολτάζ, ποταμών ψάρια ψάλλουν
μασάει το λεμόνι της οι εξατμίσεις
την στεφανώνουν, τα μάλλινα της βρέχονται
του εαυτού της μοιάζει ομολογούν πλήρη απάθεια
θα πιει παλαιωμένο τούλι αφέψημα φτύνει
το νυφικό πού θαύμασε το ηλεκτρικό της
σίδερο την γαύγισε
– «πρόσεξε», τότε μου είπε
«μην κάνεις αυτούς τους φρικτούς μορφασμούς.
Αν αλλάξει ο άνεμος
το πρόσωπο σου θα μείνει έτσι για πάντα. Και
μην καταπίνεις αυτούς τους σπόρους. Μηλιές θα φυ­τρώσουν
στο στομάχι σου και θα σε πνίξουν» –
άρτιγέννητα θαλασσίων λεόντων
με λυγμικό κλάμμα βγαίνουν στους βράχους των ποιημάτων
του Τέννυσον.
Βγαίνω πίσω τους
κρατώντας ζεστό ν’ αχνίζει πλαδαρό τον πλακούντα.

  

12 Μιχαήλ Μήτρας 1944-2019

 ΑΣΤΙΚΟ ΤΟΠΙΟ 3

 

τα αυτοκίνητα στη λεωφόρο
οι πεζοί που αργοπορούν
καθώς τα φώτα εναλλάσσονται
τα αυτοκίνητα αργοπορούν
οι πεζοί καθώς εναλλάσσονται
τα φώτα στη λεωφόρο
τα αυτοκίνητα εναλλάσσονται
οι πεζοί καθώς αργοπορούν
και τα φώτα εναλλάσσονται
τα αυτοκίνητα στη λεωφόρο
οι πεζοί καθώς αργοπορούν
τα φώτα στη λεωφόρο καθώς
ΕΝΑΛΛΑΣΣΟΝΤΑΙ
αυτοκίνητα πεζοί φώτα

 

 13  Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ  (1937-2020)

ΕΥΓΝΩΜΟΝΩ

  

Ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου
ό, τι μου λείπει με προστατεύει
από κείνο που θα χάσω
όλες οι ικανότητές μου
που ξεράθηκαν στο αφρόντιστο χωράφι της ζωής
με προφυλάσσουν από κινήσεις στο κενό
άχρηστες, ανούσιες.
Ό, τι μου λείπει με διδάσκει
ό, τι μου ‘χει απομείνει
μ’ αποπροσανατολίζει
γιατί μου προβάλλει εικόνες απ’ το παρελθόν
σαν να ‘ταν υποσχέσεις για το μέλλον.
Δεν μπορώ, δεν τολμώ
ούτ’ έναν άγγελο περαστικό
να φανταστώ γιατί εγώ
σ’ άλλον πλανήτη, χωρίς αγγέλους
κατεβαίνω.
Η αγάπη, από λαχτάρα που ήταν
έγινε φίλη καλή
μαζί γευόμαστε τη μελαγχολία του Χρόνου.
Στέρησέ με –παρακαλώ το Άγνωστο–
στέρησέ με κι άλλο
για να επιζήσω.

 

 

 

 

One comment
  1. Κ.Π

    Αγαπημένοι ποιητές…”Οι ποιητές μετεωρίζονται/κι αναχωρούν θλιμμένοι/αμετάβλητα μένουν τα πάθη” Και να που παρήγοροι είναι ακόμα οι στίχοι τους κι ας μας μελαγχολούν.
    Ευχαριστούμε Παυλίνα. Ευχαριστούμε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.