Loading...
ΔΟΚΙΜΟΙ, ΔΟΚΙΜΑΣΜΕΝΟΙ, ΔΟΚΙΜΑΖΟΜΕΝΟΙΚΕΙΜΕΝΑΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ: Συγκριτικές, θεματικές αναγνώσεις

Στην πρεμιέρα της στήλης (η οποία, υπενθυμίζω, εστιάζει στους διαφορετικούς τρόπους με τους οποίους πραγματεύονται ποιητές διαφορετικών εποχών τις  ίδιες έννοιες), εξετάσαμε την έννοια «Ποίηση». Τώρα, θα ασχοληθούμε με άλλη μια έννοια της ίδιας ευρύτητας – μάλλον πλατυτέρας, θα έλεγαν οι περισσότεροι: την έννοια Θεός, με την οποία, επίσης έχουν ασχοληθεί, ασχολούνται και θα ασχολούνται ΟΛΟΙ οι ποιητές, ανεξαιρέτως.

Βεβαίως, πολλοί ισχυρίστηκαν /ισχυρίζονται πως είναι «άθεοι»  – αν και δεν υπάρχει τέτοιο είδος, κατά τη γνώμη μου: οι ποιητές είναι όλοι ένθεοι και το ξέρουν. Νομίζω πως απλώς αντιδρούν στην ύπαρξη μεσαζόντων και προτιμούν μια απ’ ευθείας σύνδεση. Όπως λέει ο Σικελιανός, Αλλού οι ναοί κι αλλού οι θεοί – γι αυτό και οι περισσότεροι ποιητές συνομιλούν απευθείας, χωρίς μεσάζοντες – και στον χώρο τους.

  • Ο «άθεος» Κώστας Βάρναλης, ας πούμε, έγραψε μεγάλα ποιήματα για την Παναγία και τον Χριστό: (…) Καθώς κλαίει σαν της παίρνουν το τέκνο η αμνάδα / ξεφωνίζω, και νόημα δεν έχουν τα λόγια / Στύλωσέ μου τα δυο σου τα μάτια, μεγάλα: / τρέχουν αίμα τα στήθη που βύζαξες γάλα (…)  ή: Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν; Κι ακόμα / σαν ρωτήσαν «Ποιος ο Χριστός;» τι είπες: «Να ‘μαι»; / Αχ δεν ξέρει τι λέει το πικρό μου το στόμα / τριάντα χρόνια, παιδί μου, δεν σ’ έμαθ’ ακόμα…

  • Ο «κομμουνιστής» Γιάννης Ρίτσος γράφει: Μετά τη βροχή τα σαλιγκάρια. / Μετά τον τοίχο, πάλι ο τοίχος. / Βγαίνουν οι γυναίκες με καλάθια. / Κάθονται οι άντρες και κοιτάνε. / Πιο μόνος απ’ όλους ο Θεός. Ή: (…) ένα πουλί του κλείνει το μάτι, κι αυτός αποκρίνεται, / ένα αδέσποτο σκυλί του κουνάει την ουρά, / ένα πράσινο φύλλο του δείχνει όλες τις φλέβες του – κι αυτός χαμογελάει/ γι’ αυτή την ιδιαίτερη προτίμηση που του δείχνουν/ ετούτα τ’ αγαθά, λησμονημένα πλάσματα του Θεού – ζούδια και πρόσωπα και πράγματα…)

  • Ο «αριστερός» Τάσος Λειβαδίτης γράφει: (…) Ήμουν τόσο φοβισμένος που αν μ’ άγγιζες θα ράγιζα, αφήνοντας να φανεί ο Θεός (…) ή: (…) Τώρα ανεβαίνω σε μιαν άμαξα απ’ αυτές που διασχίζουν τον ύπνο μου / και δραπετεύω. Θα με ξαναβρείτε στα ωραιότερα ποιήματα του άλλου αιώνα / να νοσταλγώ τον Θεό. (…) ή : Κι όταν ο Θεός τέλειωσε την δημιουργία του κόσμου, ήρθε ο βαφέας να πάρει τα φορέματα των γυναικών για το πένθος. (…) ή το ποίημα ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ: 

Θεέ μου, γιατί δεν μπορώ να σε καταλάβω; Ίσως όμως αν σε καταλάβαινα να μην μπορούσα ν’ αντέξω το βάρος σου / Θεέ μου, μ’ αυτή την ευτελή πραγματικότητα γύρω μας κινδυνεύεις. / Πώς να σε σώσω;

  • Ο επίσης «άθεος» Νικηφόρος Βρεττάκος, είχε επίσης συχνές συνομιλίες: Αν δε μου ‘δινες την ποίηση, Κύριε /δεν θα ‘χα τίποτα για να ζήσω / αυτά τα χωράφια δε θα ‘ταν δικά μου./ Ενώ τώρα ευτύχησα να ‘χω μηλιές/ να πετάξουνε κλώνους οι πέτρες μου/
    να γιομίσουνε οι φούχτες μου ήλιο / η έρημος μου λαό / τα περιβόλια μου αηδόνια. / Λοιπόν πώς σου φαίνονται; Είδες / τα στάχυα μου, Κύριε; Είδες τ’ αμπέλια μου; / Είδες τι όμορφα που πέφτει το φως / στις γαλήνιες κοιλάδες μου; / Κι έχω ακόμη καιρό! / Δεν ξεχέρσωσα όλο το χώρο μου, Κύριε. / Μ’ ανασκάφτει ο πόνος μου κι ο κλήρος μου μεγαλώνει./ Ασωτεύω το γέλιο μου σαν ψωμί που μοιράζεται / Ωστόσο / Δεν ξοδεύω τον ήλιο σου άδικα. / Δεν πετώ ούτε ψίχουλο απ’ ό, τι μου δίνεις / γιατί σκέφτομαι την ερμιά και τις κατεβασιές του χειμώνα. / Γιατί θα ‘ρθει το βράδυ μου. / Γιατί φτάνει όπου να ‘ναι το βράδυ μου, Κύριε / και πρέπει / να ‘χω κάμει πριν φύγω την καλύβα μου εκκλησιά / για τους τσοπάνηδες της αγάπης.

Όλοι αυτοί οι «άθεοι» ποιητές, στην πραγματικότητα, συμφιλιώνουν στους στίχους τους την θεία φύση του ανθρώπου με την ανθρώπινη φύση του Θεού – ο οποίος, ω του θαύματος, είναι Πανταχού Παρών! (Και φυσικά, οι άγιοι περιπολούν συχνά στους στίχους τους, ξωκλήσια και εκκλησίες βρίσκονται πάντα ξαφνικά σε κάποια στροφή τους, οι χριστιανικές εορτές είναι πολλές φορές σημεία αναφοράς… )

Ας δούμε λοιπόν και μερικά άλλα ποιήματα – άλλων, μη «χαρακτηρισμένων» ποιητών,  Δόκιμων, Δοκιμασμένων και Δοκιμαζόμενων, που και σ’ αυτά συναντάμε την έννοια του Θεού.

 

ΔΟΚΙΜΟΙ

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ

Ο Γιώργος Σεφέρης, ερμηνεύοντας, κατά τον τρόπο του, το μυστήριο της ζωής γράφει με θεϊκή απλότητα και αμεροληψία:

Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Θεός είναι η αγάπη

Έπειτα έρχεται το αίμα

Κι η δίψα για το αίμα

Που την κεντρίζει

Το σπέρμα του κορμιού καθώς τ’ αλάτι.

Το πρώτο πράγμα που έκανε ο Θεός είναι το μακρινό ταξίδι (….)

 

(Από το Ο Στρατής Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους)

 

 

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, ως ένας «φτωχούλης του Θεού» κι εκείνος, γράφει αυτούς τους συντετριμμένους από το μεγαλείο της ταπείνωσης στίχους:

Κύριε, σαν ήρθεν η βραδιά, σου λέω την προσευχή μου:

Άλλη ψυχή δεν έβλαψα στον κόσμο απ’ την δική μου.

Εκείνοι που με πλήγωσαν ήταν αγαπημένοι

Την πίκρα μου την βάστηξα- μου δίνεις και την ξένη.

 

Μ’ απαρνηθήκαν οι χαρές. Δεν τις γυρεύω πίσω.

Προσμένω τα χειρότερα. Είν’ αμαρτία να ελπίσω.

Σαν ευτυχία αγαπώ της νύχτας την φοβέρα.

Στην πόρτα μου άλλος δεν χτυπά κανείς απ’ τον αγέρα.

 

Δεν έχω δόξα. Είν’ ήσυχα τα έργα που έχω πράξει.

Άκουσα την γλυκιά βροχή, την δύση έχω κοιτάξει

Έδωκα στα παιδιά χαρές, σε σκύλους λίγο χάδι

Ζευγάδες καλησπέρισα που γύριζαν το βράδυ…

 

Τώρα δεν έχω τίποτα να διώξω ή να κρατήσω.

Δεν περιμένω ανταμοιβή, πολύ’ ναι τέτοια ελπίδα

Ευδόκησε ν’ αφανιστώ, χωρίς να ξαναζήσω…

Σ’ ευχαριστώ για τα βουνά και για τους κάμπους που είδα.

 

( Η προσευχή του ταπεινού)

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ

Ο Κώστας Ουράνης απευθύνει επίσης προσευχή στον Θεό, αλλά αυτός παίρνει κατά κάποιο τρόπο μόνος του την ευθύνη να εκπροσωπεί άλλους, καθώς και το θάρρος να προτείνει κάποια άλλη προσέγγιση των ανθρώπινων στον Θεό:

(…) Θεέ μου, πάρε ανθρώπινη καρδιά και σκέψου απόψε

Τους γερασμένους ποιητές που ζούνε πικραμένοι

Γιατί ποτέ την πόρτα τους δεν χτύπησε η Δόξα

Σκέψου όσους, που ότι υψώνουνε μ’ αγάπη και με μόχτο

Η μοίρα τους σαν άνεμος κακός τους το γκρεμίζει

Εκείνους που αποστάσανε να ζουν και να προσμένουν

Ένα αύριο, στ’ άλλα ξέχωρο, και που ποτέ δεν θάρθει

(…)

Σκέψου Θεέ μου όλους αυτούς που δυστυχούν αναίτια

Και μην τους στείλεις για αμοιβή την ευτυχία τώρα

-αχ, έτσι που πονέσανε δε φτάνει αυτή!- μα κάνε

Απόψε που όλοι κλείσανε τα μάτια τους στον ύπνο

Να μπει αγάλια στο φτωχό το σπίτι τους ο Χάρος

(…)

Θεέ μου ετούτη τη νυχτιά του πένθιμου χειμώνα

Που απ’ τους αιώνια εαρινούς τόπους οι άγγελοί σου

Σκυμμένοι στους παντέρημους εξώστες τους κοιτάνε

Τη γης κι αργά τη ραίνουνε με ανθοπέταλα άσπρα

Κοντά σου, στον Παράδεισο που παν οι εκλεκτοί σου

Μην πάρεις τους νεκρούς αυτούς, μα βάλε να τους θάψουν

Μες στα κατάβαθα της γης, έτσι που να μην φτάνει

Του κόσμου ο αχός στον ύπνο τους – κι εκεί, λησμόνησέ τους!

 

(Από το Προσευχή στον Θεό για όλους τους δυστυχισμένους)

 

ΡΕΝΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΙΔΗΣ

Ο Ρένος Αποστολίδης είναι πραγματικά τραγικός: απευθύνεται σε ανύπαρκτο παραλήπτη της ευχής του (όχι της προσευχής του) – πάντως, δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, απευθύνεται:

Συ που δεν υπάρχεις μες σ’ αυτά τα στάχια

Τα χρυσά απ’ τον ήλιο που ανεμίζουν

Συ που δεν υπάρχεις, πέρα ως πέρα

Μέσα στον πλατύ, γαλανό ουρανό

Συ που δεν υπάρχεις μέσα στην καρδιά μου

Άκουσέ με!

(…)

Στέκει ακόμα εκεί πέρα

Στο περβάζι του παραθυριού

Και με κοιτάει να φεύγω…

Διώξε την, Κύριε από εκεί

Ξεκόλλα από πάνω μου τα μάτια της

Αν πρέπει να πεθάνω.

(….)

Κάνε το αυτό, Κύριε

Κάνε το αυτό.

 

Και τα μάτια της

Τα καρφωμένα στην πλάτη μου

Κάνε τα να κοιμηθούν

Και να με ξεχάσουν…

Και τότε

Αν είναι θέλημά σου

Πάρε με Κύριε, ανύπαρχτε.

 

(Από το Τα μάτια της)

 

 

ΔΟΚΙΜΑΣΜΕΝΟΙ

 

ΓΙΑΝΝΗΣ ΥΦΑΝΤΗΣ

Ο Γιάννης Υφαντής, επιμελής παρατηρητής των καθημερινών σημείων και θαυμάτων, εμβαπτίζει τους στίχους του στην ουσία των επουσιωδών και  ομογενοποιεί τα όντα. Το θείο είναι πάντα συνεκτικό στοιχείο της ολότητας:

Τρεις μέρες πριν πεθάνει ο γείτονας

Ούρλιαζε το σκυλί του, βλέποντας

Τις φάσεις του θανάτου μες στο μέλλον.

Τι θάμα, ένα σκυλί

Σαν τον Θεό του Εκκλησιαστή

Που βλέπει παρελθόντα όλα τα πράματα

Σ’ απόσταση τριών ημερών ένα σκυλί

Διάκρινε την πράξη ενός θανάτου!

 

Εγώ όμως βρίσκω πως δεν είμαι

Ούτε Θεός ούτε σκυλί, μα έχω

Κάτι από την πλήξη του Θεού

Και κάτι απ’ του σκυλιού τη θλίψη.

 

(Χωροχρόνος)

 

ΑΡΓΥΡΗΣ ΧΙΟΝΗΣ

Ο Αργύρης Χιόνης απευθύνεται στο είδος μας αποστασιοποιημένος,  με θεία σοφία και ανθρώπινη περηφάνια: παίζει με την ιδέα της αμφίδρομης σχέσης δημιουργού – δημιουργήματος:

(…) Είσαστε ανυποψίαστοι κι ωραίοι σαν παιδιά

Γνήσια παιδιά ενός Θεού που πλάσατε κάποτε

Κι από τότε σας πλάθει

Κατ’ εικόνα και ομοίωσή σας.

Κι είσαστε δίκαιοι:

Αγαπάτε μόνον όταν πρέπει

Σκοτώνετε μόνον όταν πρέπει,

Εγώ, ένας του είδους σας αλλά εκφυλισμένος

Ένας ανεπίδεκτος δικαιοσύνης

Πάντα σας αγαπώ

Και πάντα σας σκοτώνω.

 

(Από το Τα τέρατα)

 

ΔΗΜΗΤΡΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ

Η Δήμητρα Χριστοδούλου αντιμετωπίζει ισότιμα τον Θεό. Τον θεωρεί εξίσου υπαρκτό και ανύπαρκτο. Του υπενθυμίζει τις προθέσεις του και, με σεβασμό αλλά ευθαρσώς, του ζητάει λογαριασμό:

Ήταν κάποτε ένα μεγάλο δάσος

Το διέσχιζε ένα ποτάμι.

Το κατοικούσαν σε μυριάδες μυριάδων

Του καλού Νώε τα πουλιά και τα ζώα.

‘Ησουν κι εσύ εκεί, Θεέ μου, ορατός

Μ’ ένα φλάουτο κι ένα ραβδάκι.

(…)

Ήταν κάποτε η θάλασσα

Τη διέσχιζαν σε βουβή φλυαρία

Τα πάμφωτα κοπάδια των ψαριών.

Ήσουν εκεί, Θεέ μου, ήσουν εκεί

Και μες στου ναυαγού το σκάφανδρο

Ένα καβούρι τον παρηγορούσε.

(…)

Αχ, πλατεία… πλατεία…

Ένα κουμπί απ’ το σακάκι

Ανθρώπου που τον σύραν και τον ξέσκισαν

Και πια το σπίτι του δεν τον ξανάδε.

Εσύ, Κύριε δεν ήσουν εκεί.

(….)

(Από το Η προσευχή του αναιδούς)

 

 

ΔΟΚΙΜΑΖΟΜΕΝΟΙ

 

ΑΝΝΑ ΓΡΙΒΑ

Η Άννα Γρίβα έχει μια άλλη οπτική. Το ανήλικο ποίημα της εκθέτει την θειότητα του ανυπεράσπιστου όντος που μπορεί και ατενίζει την ακατάληπτη μοίρα του ταυτόχρονα και από βαθιά και από ψηλά:

Πατούσα επί των υδάτων.

Κύριε εσύ με κράταγες

Να περπατώ στο κύμα;

Ή τα πουλιά με νήματα

Μου δέναν τους αγκώνες

Και με τραβούσαν απαλά

Δίχως τα κόκαλα να σπάζουν;

(…)

Κύριε μήπως ακόμα με κρατάς

Σ’ ένα βυθό βαθύτερο

Αληθινά δικό σου;

Εδώ αλάτι ο ουρανός

Κι άμμος ο κάθε δρόμος

Ναυάγια εδώ οι φίλοι μου

Και ψάρια τα παιδιά μου.

Κι αν θέλω πάλι να πνιγώ

Δεν έχει άλλο πιο κάτω

Της γης το αίμα μόνο μένει

Εσύ, αιώνια πληγή, Κύριέ μου.

 

(Από το Η πνιγμένη)

 

 

ΙΣΜΗΝΗ ΛΙΟΣΗ

Η πολύ γόνιμη Ισμήνη Λιόση αντιμετωπίζει τον αρσενικό Θεό, πώς αλλιώς; Ως θηλυκός και μαζοχιζόμενος άνθρωπος. Με αρχαίο παθητικό πάθος – σχεδόν όπως οι χριστιανοί τα λιοντάρια:

Θέλω να πεθάνω

χορεύοντας με τον μοιραίο

σε ένα αγκάλιασμα ταγκό

(….)

Κρέας ανθρώπινο εγώ

Να φαγωθώ από Θεό

Τα αντρικά σαγόνια να λατρέψω

(Από το ΓΚΡΙ)

 

ΣΤΑΜΑΤΗΣ ΠΟΛΕΝΑΚΗΣ

Ο οραματιστής Σταμάτης Πολενάκης συλλαμβάνει μια φοβερή ιδέα για την κληρονομιά μας, τον κόσμο, το ημίεργο ενός φευγάτου Θεού:

Αυτό το άστρο που φλέγεται είναι ο κόσμος

Ο κόσμος είναι το μεγάλο δυσανάγνωστο ποίημα

Που άφησε ο Θεός φεύγοντας

Κανείς δεν εξήγησε ποτέ αυτή την ακατανόητη γραφή

Τίποτα άλλο δεν μας παραδόθηκε

Καμιά παρηγοριά εκτός από τον κόσμο τον ίδιο

Απ’ το μεγάλο δυσανάγνωστο ποίημα του Θεού

Αλλά κι αυτό είναι γραμμένο με λέξεις

Που δεν υπάρχουν ακόμα.

(Από το ΑΕΡΟΛΙΘΟΣ)

 

Παυλίνα Παμπούδη

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *