Loading...
ΑΝΤ' ΑΥΤΟΥΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΗ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ

ΡΟΝΤΙ ΝΤΟΫΛ: Το βαν (απόσπασμα), Μετάφρ: ΠΑΥΛΙΝΑ ΠΑΜΠΟΥΔΗ

 1

Ο Τζίμι Ράμπιτ ο πρεσβύτερος είχε την κουζίνα όλη δική του. Ένιωσε ένα ρευματάκι και κοίταξε. Ο Ντάρρεν, ένας απ’ τους γιους του, στεκόταν στην πόρτα αναζητώντας κάποιο μέρος για να διαβάσει τα μαθήματά του.

—Ω, είπε ο Ντάρρεν και στράφηκε να γυρίσει στο χολ.

—Χρειάζεσαι το τραπέζι, Ντάρρεν; είπε ο Τζίμι ο πρεσβύτερος.

—Εεε

—Έλα… Μπρος.

Ο Τζίμι ο πρεσβύτερος σηκώθηκε. Ο πισινός του είχε πιαστεί.

—Τον Χριστό μου!

Ίσιωσε και χαμογέλασε μορφάζοντας στον Ντάρρεν.

—Θα πάω κάπου αλλού, είπε.

—Ευχαριστώ, είπε ο Ντάρρεν.

—Παρακαλώ, είπε ο Τζίμι ο πρεσβύτερος.

Ο Τζίμι ο πρεσβύτερος, άφησε τον Ντάρρεν στην κουζίνα, βγήκε έξω και κάθισε στο κεφαλόσκαλο. Τον Χριστό του, το σκαλοπάτι ήταν παγωμένο. Θα κατέληγε με αιμορροΐδες ή συνάχι ή κάτι τέτοιο. Δεν υπήρχε όμως άλλο μέρος να πάει μέχρι μετά το δείπνο. Όλα τα δωμάτια στο σπίτι ήταν κατειλημμένα. Έτριψε τα χέρια του. Ε, δεν ήταν και τόσο άσχημη η κατάσταση. Προσπάθησε να τελειώσει το άρθρο που διάβαζε στην Πρεςς. Έγραφε για το πώς υπέφεραν οι άνθρωποι μετά την αποφυλάκιση τους, κι είχε φωτογραφίες του Γκίλτφορντ Φορ.

Πέρασε ένα αυτοκίνητο. Ο Τζίμι ο πρεσβύτερος δεν γνώριζε τον οδηγό. Ο ήλιος έφευγε τώρα απ’ τον δρόμο, προχωρώντας προς το προαύλιο του σχολείου. Έβαλε την εφημερίδα στο σκαλί από κάτω του και μετά έχωσε τα χέρια του μέσα στα μανίκια της μπλούζας του. Ένιωσε τον πειρασμό να καταπιαστεί λίγο με τον κήπο, αλλά το γρασίδι ήταν όλο σχεδόν φευγάτο γιατί το κούρευε πολύ συχνά. Θα φαινόταν και πολύ χοντρομαλάκας, φέρνοντας βόλτες τη μηχανή του γκαζόν σ’ ένα καραφλό κήπο,  στα μέσα του Νοέμβρη. Υπήρχαν αγριόχορτα στις άκρες, αλλά μπορούσαν να μείνουν εκεί που ήταν. Έτσι κι αλλιώς, του άρεσαν· έκαναν τον κήπο να φαίνεται πιο φυσικός. Είχε βάψει την αυλόπορτα και τα κάγκελα πριν από μερικούς μήνες· κόκκινο, με μια ιδέα άσπρο — τα χρώματα του Λίβερπουλ. Ο Ντάρρεν όμως, δεν φαινόταν να σκοτίζεται για τέτοια πράγματα πια.

—Κοίτα, Ντάρρεν. Τα χρώματά σου.

—Α, ναι.

Ο Τζίμι ο πρεσβύτερος πρόσεξε ότι σε μερικά σημεία, λίγη σκόνη και λίγα σκουπιδάκια είχαν κολλήσει πάνω στη νωπή μπογιά. Θα το περνούσε πάλι ένα χέρι, αλλά όχι σήμερα. Ήταν κάπως αργά. Το αυτοκίνητο πέρασε πάλι, αλλά προς την αντίθετη κατεύθυνση. Τώρα έβλεπε καλύτερα τον οδηγό· και πάλι όμως, δεν τον αναγνώριζε. Έμοιαζε σα να έψαχνε για κάποιο σπίτι που δεν ήξερε. Κοίταζε απλώς τα νούμερα των σπιτιών κατά μήκος του δρόμου. Μπορεί να ήταν της αστυνομίας. Καλά θα ’ταν να έβλεπε τους μπάτσους να μπαίνουν και να συλλαμβάνουν τον Φράνο Τρέινορ ξανά. Είχε γίνει μεγάλη φάση την τελευταία φορά που το ’χαν κάνει, ειδικά όταν η Κρίσσι, το γκομενάκι του Φράνο, άρχισε να τους πετάει από το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας παιχνίδια, και χτύπησε τον Φράνο με την Φερράρι της Μπάρμπι.

—Χριστέ μου! Συγνώμη αγάπη μου!

—Εντάξει, είπε ο Φράνο, ψάχνοντας τα μαλλιά του για αίματα.

Κάτι τέτοιο, θα σκότωνε την ώρα μέχρι το δείπνο. Το αυτοκίνητο όμως έφυγε. Δεν συνέβαινε τίποτα άλλο, ούτε καν παιδιά δεν υπήρχαν στο δρόμο. Μπορούσε πάντως ν’ ακούσει κάτι από την γωνία· κι ένα βαν του Μίστερ Γουΐππι. Αυτό όμως  ακουγόταν πολύ μακριά, μπορεί να μην ήταν καν στη Μπάρριτάουν. Έβγαλε τα ψιλά του από την τσέπη και τα μέτρησε: μια λίρα και εφτά πέννες. Κοίταξε το ρολόι του· σε λίγο, το δείπνο θα ήταν έτοιμο.

………………………….

 Ο Ντάρρεν διάβασε το ζήτημα που μόλις είχε γράψει πάνω πάνω στη σελίδα.

—Η περιπλοκότητα στην σκέψη και οι νεολογισμοί στην χρήση της γλώσσας, μερικές φορές δημιουργούν μια φαινομενική στρυφνότητα στην ποίηση του Τζέραλντ Μάνλεϊ Χόπκινς. Συζητήστε αυτή την άποψη, υποστηρίζοντας τις παρατηρήσεις σας με εδάφια ή με παραπομπές στα υπό μελέτη ποιήματα του Χόπκινς.

Μετά, έσκισε τη σελίδα και ξανάγραψε το θέμα με κόκκινο. Το διάβασε πάλι. Το δύσκολο ήταν ν’ αρχίσει. Έφερε πιο κοντά του το ποιητικό βιβλίο. Έγραψε Περιπλοκότητα, Γλώσσα και Στρυφνότητα στο περιθώριο. Ποτέ δεν κατάφερνε ν’ αρχίσει, ούτε καν στα διαγωνίσματα· θα καθόταν εκεί μέχρι να πει ο δάσκαλος, Σας μένουν δέκα λεπτά. Και τότε, θα πετούσε. Και πάντα έγραφε καλά. Ήταν μόνο αυτό το μικρό γαμημένο μπλοκάρισμα στην αρχή. Διάβασε το θέμα πάλι. Η μαμά θα ερχόταν σ’ ένα λεπτό να ετοιμάσει το δείπνο και τότε θα έπρεπε να πάει κάπου αλλού.

Διάβασε ένα από τα ποιήματα, Αυτή η Φύση, ένα Ηράκλειο Πυρ. Ο Ντάρρεν δεν ήξερε πότε είχε ανακαλυφτεί το Τίππεξ, πάντως ο Τζέραλντ Μάνλεϊ Χόπκινς σίγουρα μαστούρωνε με κάτι. Δεν μπορούσε όμως να το γράψει αυτό στην εργασία του. Πίσω στην μελέτη.

—Λοιπόν, ψιθύρισε. Πάμε. Περιπλοκότητα.

Άρχισε:

—Κατά την γνώμη μου, η δουλειά του ποιητή και παπά—

Διέγραψε το Και Παπά.

—Του Τζέραλντ Μάνλεϊ Χόπκινς, είναι—

Και μετά σταμάτησε.

—Γαμώτο. 

Μόλις είχε θυμηθεί· δεν έπρεπε να είχε γράψει Κατά την Γνώμη μου. Απαγορευόταν. Ο Κρόσμπι, ο δάσκαλος των Αγγλικών δεν τους άφηνε να το χρησιμοποιούν. Έσκισε την σελίδα.

…………………………………………………………………………….

 —Δεν ρουφάς όπως πρέπει, είπε η Λίντα.

—Άει γαμήσου Λίντα· ρουφάω.

Η Τρέισι τράβηξε άλλη μια ρουφηξιά, κράτησε για λίγο στο στόμα της τον καπνό, και μετά τον φύσηξε κάτω από το κρεβάτι. Δεν μπορούσε να τον φυσήξει απ’ το παράθυρο, γιατί ο μπαμπάς της βρισκόταν έξω, καθισμένος στο σκαλί. Η Λίντα της άρπαξε το Μέιτζορ, τράβηξε μια ρουφηξιά, μια αληθινή ρουφηξιά και την κράτησε πολύ περισσότερο απ’ όσο την είχε κρατήσει η Τρέισι—και την άφησε να βγει όταν άκουσαν τη σκάλα να τρίζει. Έχωσε τη γόπα μέσα στο τενεκεδάκι του Ζυμπ της και το έκλεισε και σχεδόν έγδαρε τα δάχτυλά της. Κάναν αέρα με τα τετράδια τους. Περίμεναν. Κοίταξαν προς την πόρτα. Αλλά δεν άνοιξε.

—Βγάλ’ το πριν βγει, ψιθύρισε η Τρέισι.

Η Λίντα χαχάνισε, το ίδιο έκανε κι η Τρέισι. Κάναν σσσς η μια στην άλλη. Η Λίντα άνοιξε το τενεκεδάκι. 

—Τον Χριστό μου, είπε. Το έσπασα.

—Για να δω.

Ήταν το τελευταίο τους.

—Θεέ μου, είπε η Λίντα. Λαχανιάζω!

—Κι εγώ, είπε η Τρέισι.

—Εσύ, δεν μπορεί. Ούτε που ρουφάς.

—Ρουφάω, Λίντα.

—Όχι δεν ξέρεις. Ο καπνός σου βγαίνει πολύ φυσητός.

—Αυτός είναι ο τρόπος μου. Αυτός ακριβώς. Θεέ μου, λαχανιάζω.

—Ναι, είπε η Λίντα. Δεν μοιάζει με το γραφικό χαρακτήρα της Μαμάς;

Η Τρέισι κοίταξε κάτι που ήταν γραμμένο στο εσώφυλλο ενός απ’ τα τετράδια της Λίντας.

—Ναι, είπε. Κάπως

—Για δες, είπε η Λίντα.

Πήρε το τετράδιο απ’ την Τρέισι και της έδειξε το άλλο εσώφυλλο.

—Έτσι ήταν όταν έκανα την πρώτη δοκιμή, είπε. Γύρισε πάλι στο μπροστινό εσώφυλλο.

—Είναι πολύ καλύτερο, δεν είναι;

—Ναι, είπε η Τρέισι και το εννοούσε.

Το διάβασε· Παρακαλώ Συγχωρέστε, γραμμένο δέκα φορές περίπου με πιο μικρά και πιο στριμωγμένα γράμματα προς το τέλος της σελίδας, γράμματα που δεν έμοιαζαν ούτε στον γραφικό χαρακτήρα της μαμάς αλλά ούτε και στον συνηθισμένο της Λίντας. Ήταν πολύ μικρότερα και σχεδόν χωρίς διάκενα ανάμεσα στα γράμματα.

—Θα σε σκοτώσει, είπε η Τρέισι στη Λίντα.

—Γιατί; είπε η Λίντα. Δεν έχω κάνει τίποτα. Απλώς, πειραματίζομαι.

Έγραψε Παρακαλώ.

—Σ’ αρέσει;

—Ναι, είπε η Τρέισι.

Είχαν ξεχάσει πως λαχάνιαζαν. Η Τρέισι διέγραψε την Ιστορία από τα μαθήματα που είχε να μελετήσει. Την είχε μόλις τελειώσει, πέντε ερωτήσεις για τις πυραμίδες.

—Τον Χριστό μου, είπε, διαβάζοντας το επόμενο στη λίστα.

—Τι Ιστορία της Ιρλανδίας κάνεις εσύ, Λίντα;

—Καμιά, είπε η Λίντα.

Έδειξε στην Τρέισι άλλο ένα Παρακαλώ, κι ένα καινούργιο Συγχωρέστε.

—Σ’ αρέσουν;

 

…………………………………………………………………………………

 

Ο Ρόντι Ντόυλ γεννήθηκε στο Δουβλίνο το 1958.  Έγραψε πολλά, πολύ επιτυχημένα μυθιστορήματα, από τα οποία αρκετά έγιναν ταινίες ή μιούζικαλ ( Commitments, The snapper κ.ά. ), καθώς και Το Βαν, για το οποίο έγραψε η Guardian: «Σπάνια διαβάζει κανείς μυθιστόρημα τόσο αστείο, που να κατανοεί τόσο καλά την αγάπη αλλά και την απόγνωση του οικογενειακού δράματος ή να μπορεί ν’ αγγίζει με τόση γενναιότητα τα πιο τρωτά σημεία του ανδρικού ψυχισμού.» Το 1993 τιμήθηκε με το βραβείο Μπούκερ για το βιβλίο του, Πάντυ Κλαρκ χα χα χα.
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *