Loading...
ΑφιερώματαΜεταφρασμένη πεζογραφία

Ρόντυ Ντόυλ: Το Βαν, Μτφρ: Παυλίνα Παμπούδη, εκδ. Νεφέλη (απόσπασμα)  

……………………………………………………………………………………………..

Παραμέρισε και άφησε τον Ντάρρεν να πάει πρώτος στην κουζίνα. Μετά, ξεκλείδωσε την πίσω πόρτα για να μπει ο Λάρριγκόγκαν. Το μαλακισμένο το σκυλί είχε σχεδόν σκάψει τρύπα στην πόρτα, έτσι που την έξυνε κάθε πρωί κλαψουρίζοντας και προσπαθώντας να μπει. Η Βερόνικα όμως ποτέ δεν τον άφηνε· δεν φαινόταν να τον ακούει. Ο Τζίμμι ο πρεσβύτερος την παρατηρούσε μερικές φορές, όταν το σκυλί θρηνούσε και κλαψούριζε απ’ έξω —ήταν τρομερό, έκανε σα μωρό που το βασανίζουν, ή κάτι τέτοιο— αλλά η Βερόνικα δεν του έδινε σημασία. Την είχε παρατηρήσει.

Μόλις άνοιξε την πόρτα, το σκυλί όρμησε πάνω του κι άρχισε να χοροπηδά γύρω του. Του έλεγε Ευχαριστώ, σκεφτόταν μερικές φορές ο Τζίμμι ο πρεσβύτερος. Το σκυλί δεν ήταν βλάκας. Σχεδόν μιλούσε καμιά φορά, με τα γαβγίσματά του, όταν ήθελε ένα μπισκότο ή ένα τσιπ. Δεν γρύλιζε απλώς· χρησιμοποιούσε πολλά διαφορετικά γρυλίσματα, ανάλογα με το πόσο πολύ ήθελε κάτι· και κλαψουρίσματα, κι ένα σωρό άλλους τέτοιους θορύβους. Και μερικές φορές σε κοίταζε μόνο —μόνο σε κοίταζε— και δεν μπορούσες να μη σκεφτείς κάποιο απ’ τα πεινασμένα παιδιά στην Αφρική. Ήταν ένα υπέροχο παλιόσκυλο. Ήταν ο Λάρριγκόγκαν.

—Τον Χριστό μου!

Οι γαμημένες οι πατούσες του ήταν βρεμένες και βρώμικες. Πήδηξε πάλι πάνω στον Τζίμμι τον πρεσβύτερο. Αυτός πρόφτασε και του άρπαξε τα πόδια πριν προσγειωθούν στο παντελόνι του.

—Φέρε την πετσέτα του, Ντάρρεν!

—Εντάξει, είπε ο Ντάρρεν.

Ο Τζίμμι ο πρεσβύτερος κοίταζε από την ανοιχτή πόρτα καθώς ο Ντάρρεν του έφερνε την πετσέτα του σκύλου κάτω απ’ τον νεροχύτη. Ο καιρός έξω ήταν κατρουλιάρης, κι έκανε κρύο. Δεν ήταν πραγματικό χειμωνιάτικο κρύο, ήταν όμως κρύο που σε διαπερνούσε και έκανε όλα τα δωμάτια του σπιτιού να φαίνονται μίζερα, όλα εκτός από την κουζίνα που ήταν γεμάτη.

Το φτωχό το σκυλί συστρεφόταν σαν αρουραίος που πνίγεται. Ήταν το μισό σε μέγεθος γιατί το τρίχωμα του είχε κολλήσει πάνω του. Γάβγισε. Μετά, τινάχτηκε. Τα πίσω του πόδια άρχισαν να γλιστράνε στο λινόλεουμ, κι έτσι ο Τζίμμι ο πρεσβύτερος του άφησε τα μπροστινά.

—Πιάσε.

Ο Ντάρρεν του πέταξε την πετσέτα.

—Μεγάλε, είπε ο Τζίμμι ο πρεσβύτερος.

Ξεδίπλωσε την πετσέτα —ήταν βρώμικη αλλά στεγνή—κι ετοιμάστηκε να στεγνώσει την πλάτη του σκύλου. Κι αυτό ήταν κάτι που δεν άρεσε και πολύ στον σκύλο. Η πετσέτα έπεσε κι ο Λάρριγκόγκαν του ξέφυγε μακριά και γλίστρησε κάτω απ’ το τραπέζι της κουζίνας γαβγίζοντας.

—Έλα έξω μέχρι να σε στεγνώσω!

Ο Λάρριγκόγκαν έβαλε το πηγούνι του στο πάτωμα και γάβγισε στον Τζίμμι τον πρεσβύτερο.

Ο Τζίμμι ο πρεσβύτερος πάντα σκεφτόταν πως αυτό το γάβγισμα, το πραγματικά αναιδές, ακουγόταν σαν Άει γαμήσου· κι ήταν κι ο τρόπος με τον οποίο τα αυτιά του αναπηδούσαν καθώς το έλεγε αυτό, —καλά, δεν το έλεγε στην πραγματικότητα, το γάβγιζε μόνο—. Έμοιαζε όμως σα να το έλεγε, σα να έβριζε τον Τζίμμι τον πρεσβύτερο, το αφεντικό του. Είχε πλάκα.

—Έλα εδώ, λιποτάκτη!

Ο σκύλος ξαναγάβγισε.

—Ντάρρεν, πήγαινε από κει και σπρώξ’ τον προς το μέρος μου.

Ο Τζίμμι ο πρεσβύτερος κοίταξε επίμονα τον Λάρριγκόγκαν.

—Άντε και γαμήσου, του είπε.

—Πάψε, είπε η Βερόνικα.

Ο Τζίμμι ο πρεσβύτερος πολύ το γούσταρε αυτό.

Ο Ντάρρεν βρισκόταν στην άλλη άκρη του τραπεζιού. Γονάτισε, τεντώθηκε κάτω απ’ το τραπέζι κι έσπρωξε τον Λάρριγκόγκαν —τον Λάρριγκόγκαν με το πηγούνι κάτω και τον πισινό πάνω. Ο Λάρριγκόγκαν όμως έφερνε αντίσταση στα χέρια του Ντάρρεν. Τα πόδια του σκύλου γλιστρούσαν λίγο αλλά έμενε ασάλευτος κι ο Ντάρρεν έπρεπε να σκαρφαλώσει πάνω του κάτω απ’ το τραπέζι. Τώρα κατουριόταν απ’ τα γέλια, το ίδιο κι ο Τζίμμι ο πρεσβύτερος.

—Πρόσεχε μην κλάσει στα μούτρα σου, είπε στον Ντάρρεν.

—Τον Χριστό του! είπε ο Ντάρρεν. Δεν μπορούσε πια να σπρώξει καλά γιατί ξεκαρδιζόταν.

Ο Λάρριγκόγκαν νίκησε.

—Ε, άφησε τον, είπε ο Τζίμμι ο πρεσβύτερος.

Σηκώθηκε.

—Άσε τον να ψοφολογήσει. Του αξίζει να πεθάνει, ο γελοίος σκύλος.

Ο Ντάρρεν βγήκε κάτω απ’ το τραπέζι. Χαμογέλασαν ο ένας στον άλλο, αλλά μετά ο Ντάρρεν κάθησε κι άρχισε να διαβάζει το βιβλίο του. Ο Τζίμμι ο πρεσβύτερος έκλεισε την πόρτα. Ο Λάρριγκόγκαν όρμησε στο χολ.

 

………………………………………………………………………………………………….

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.