Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠοίηση

Σπύρος Κιοσσές: ένα ποίημα

Νέκυια ή κατάβασις

 

Ι

Σήμερα το πρωί φυτέψαμε τη μάνα μου, μάρμαρο δε βάλαμε, σκέτο χώμα ρίξαμε από πάνω της και λίγα βότσαλα γύρω γύρω, να την ποτίζει η βροχή, να πεταχτούν από το σώμα της ριζούλες, να σκάσουν φυντάνια, να ξεμυτίσει βλαστός, φύλλα κι ανθάκια να βγουν, να μυρίσει ο τόπος σπιτικό φαγητό και πίτα στο φούρνο και ζέστη ξυλόσομπας και χλωρίνη και χάδια και αχ μητρικά.

 

ΙΙ

Στο χάδι σου πάντα ένα αχ κρυβόταν, εσύ είχες φροντίσει να το γυρίσεις μέσα έξω, άσος στη ραπτική, αγνώριστο το ’κανες, όταν το πρόσφερες καθόλου δεν νιώθαμε τον φόβο και τον πόνο που ’χει στη φόδρα του το νοιάξιμο. Και την υποταγή.

 

ΙΙΙ

Τρίτη Λυκείου πήγαινα, εσύ απόφοιτη δημοτικού, σου ’δινα να κρατήσεις το βιβλίο της ιστορίας δέσμης, να σου πω απ’ έξω την ύλη που είχα αποστηθίσει, άκουγες εσύ για ευρωπαϊκούς και νεοελληνικούς διαφωτισμούς, αιτήματα για ελευθερία κι Εγκυκλοπαιδιστές, Ευγένιο Βούλγαρη, Ιώσηπο Μοισιόδακα, διπλωματικές κινήσεις και πρωτόκολλα, διόρθωνες κανένα «γιατί», που σου έλεγα, σε «επειδή», που έγραφε στο βιβλίο, έτσι για να μου δείξεις ότι ήσουν εκεί, ότι με βοηθούσες, κι ας έτρεχε το μυαλό σου στο φαγητό που θα μας μαγείρευες το μεσημέρι, στο γλυκό που θα μας έφτιαχνες, στα πορτοκάλια που θα αγόραζες για να μου στύψεις χυμό, βιταμίνες πρέπει να παίρνεις, το άκουσα στην τηλεόραση, έλεγες με το ποτήρι στο χέρι, έπινα μονορούφι τον χυμό, χαμογελούσες ικανοποιημένη, υπέτασσες την ελευθερία σου στις ανάγκες μας, το αντιλαμβανόμουν, πίναμε την υποταγή σου μέχρι την τελευταία σταγόνα, ένιωθα την αδικία αλλά τίποτε δεν έκανα, «η  ελευθερία κάποιου σταματάει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου», καλά τα λέω; ρωτούσα κοιτώντας σε στα μάτια, απέφευγες το βλέμμα μου εσύ, προσπαθούσες να βρεις σε ποιο σημείο της σελίδας ήμουν, «η ελευθερία του ενός», με διόρθωνες, «τα υπόλοιπα καλά τα είπες».

 

IV

Μου’λεγε η μάνα μου

μες στην κούπα τη χρυσή

πίνει το μωρό κρασί.

Το τάγιζεν η μάνα του

ψωμί με την κανέλα,

να μεγαλώση γρήγορα

να γίνη μια κοπέλα.

Το τάγιζεν η μάνα του

ψωμί με το μπαχάρι,

να μεγαλώση γλήγορα

να γίνη παλικάρι.              

 

[…]

 

Αποπάνω τηγανάκι

Αποκάτω μπαμπακάκι

Κι αποπίσω ψαλιδάκι.

                        Τι είναι;

 

                         [Ανθολόγιο για τα παιδιά του δημοτικού, μέρος πρώτο, ΟΕΔΒ, 1975]

 

 

V

Ούτε κρασί

ούτε ψωμί

ούτε κανέλες και

μπαχάρια.

Κόλλυβα, πρόσφορα ζυμωτά

λάδι, κρασί, θυμίαμα

αυτά σε μεγαλώνουν

από παιδί

σε κάνουν

μη παιδί.

 

[…]

 

Μόνο στον ουρανό

σε βλέπω πια.

Αποπάνω μαγειρέματα

αποκάτω φροντίσματα

αποπίσω μανταρίσματα.

Αποδημητική

επιτέλους

πετάς.

 Ο Σπύρος Κιοσσές Μ.Α., Μ.Sc., Δ.φ. ζει στην Κομοτηνή και διδάσκει στο
Ε.ΔΙ.Π. Νεοελληνικής Λογοτεχνίας – Δημιουργικής γραφής / Τμήμα Ελληνικής Φιλολογίας / Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.