Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΜεταφρασμένη ποίησηΠρωτοσέλιδο

Σύλβια Πλαθ. Ο κολοσσός / το φάντασμα του πατέρα. μτφρ. Έφη Φρυδά

Ο κολοσσός

Ποτέ δεν θα καταφέρω να σε συναρμολογήσω απόλυτα,
Να σε συνδέσω, να σε κολλήσω, όπως πρέπει να σε ενώσω.
Γκάρισμα μουλαριού, γρύλισμα γουρουνιού, χυδαία κακαρίσματα
Απ’ τα παχιά σου τα χείλη βγαίνουν.
Χειρότερα κι από στάβλο είναι.

Προφήτη ίσως τον εαυτό σου θεωρείς,
Των νεκρών εκφραστή, κάτι σαν θεό τέλος πάντων.
Τριάντα χρόνια τώρα με ωδίνες τοκετού μοχθώ
Τη λάσπη απ’ το λαρύγγι σου, απ’ τα βάθη, να ξεκολλήσω.
Σοφότερη δεν έγινα.

Σε ανεμόσκαλες ετοιμόρροπες με δοχεία τσιμέντο και κουβάδες απολυμαντικών σκαρφαλώνω
Σέρνομαι σαν μυρμήγκι πένθιμο
Στου μετώπου σου τις χορταριασμένες εκτάσεις
Τις απέραντες πλάκες του κρανίου σου να επισκευάσω, να καθαρίσω
Τον χέρσο, λευκό τύμβο των ματιών σου.

Γαλάζιος ουρανός βγαλμένος απ’ την Ορέστεια
Πάνω μας καμπυλώνεται. Ω πατέρα, ολομόναχος εκεί
Περιεκτικός και αρχαίος είσαι σαν Ρωμαϊκή Αγορά.
Ανοίγω το γεύμα μου πάνω σε λόφο με μαύρα κυπαρίσσια.
Τα αυλακωτά οστά σου, των μαλλιών σου οι άκανθοι, σκόρπια εδώ κι εκεί.

Με τη γνωστή αναρχία τους ως τη γραμμή του ορίζοντα.
Κάτι περισσότερο απ’ το χτύπημα μιας αστραπής χρειάζεται
Μια τέτοια καταστροφή για να φέρει.
Τις νύχτες, στο κέρας της αμάλθειας φωλιάζω
Στ’ αριστερού σου αυτιού τ’ απάγκιο,

Τους ερυθρούς αστέρες μετρώντας και τους άλλους στο χρώμα του δαμάσκηνου.
Ο ήλιος ανατέλλει πίσω από τον κίονα της γλώσσας σου.
Οι ώρες μου παντρεύονται τους ίσκιους.
Το ξύσιμο της καρίνας δεν ακούω πια
Στα βράχια τα γυμνά της αποβάθρας.

#”Ο κολοσσιαίος πατέρας μου

Η Σύλβια Πλαθ ήταν οκτώ χρονών όταν πέθανε ο πατέρας της, αλλά οι σπόροι της νεύρωσης είχαν ήδη φυτευτεί. Εκείνος ήταν κυρίαρχη μορφή στην οικογένεια, και η Σύλβια αγαπούσε τον επαινετικό λόγο του. Η μητέρα της θυμάται την εποχή όπου ξεκινούσε μαθήματα πιάνου. «Έπαιζε για ‘κείνον. Και εκείνος της χάιδευε το κεφάλι και την επαινούσε».

Εκείνη (η μητέρα της) έφταιγε που η Σύλβια έπρεπε να ζήσει χωρίς «τον μοναδικό άνδρα που θα με αγαπούσε σταθερά για όλη μου τη ζωή». Αυτό έκανε τη Σύλβια να μισήσει τους άνδρες που δεν μπορούσαν να της χαρίσουν σταθερότητα και αγάπη. Έπαιρνε την εκδίκησή της κάνοντάς τους διάτρητους. Τους κατηγορούσε ότι δεν θα ήταν άξιοι πατέρες, τους ενθάρρυνε να της κάνουν πρόταση γάμου, κι ύστερα έκανε τα όνειρά τους κομμάτια.

Εδώ (στον Κολοσσό) η κατασκευή του μύθου είναι πιο προσεκτική, πιο συστηματική. Ο νεκρός πατέρας διογκώνεται – όπως σε ένα όνειρό της – και φθάνει σε μέγεθος γίγαντα. Στο ποίημα, η Σύλβια προσπαθεί να ανακατασκευάσει το θραύσμα ενός πέτρινου κολοσσού από σκόρπια σπαράγματα που τα αποκαλεί Πατέρα. Το σώμα του γεμίζει το τοπίο, τα κόκαλα και τα μαλλιά του είναι σκόρπια στη γραμμή του ορίζοντα, και ο ήλιος ανατέλλει κάτω από τον κίονα της γλώσσας του. Εκείνη σκέφτεται πάλι την Ηλέκτρα. Ο θόλος είναι, ίσως, από Τα ταξίδια του Γκάλιβερ. Η Πλαθ, λες και προσπαθεί να αναστήσει τον γίγαντα του Μπροντμπιντίγκαγκιαν, έρπει στη χορταριασμένη έκταση του μετώπου του για να επισκευάσει τις απέραντες πλάκες του κρανίου του, και καθαρίζει με αποστειρωτικό τους γυμνούς, λευκούς τύμβους των ματιών του. Όμως, το έργο της συγκόλλησης είναι πολύ δύσκολο για εκείνην. Τριάντα χρόνια προσπαθεί να τραβήξει τη λάσπη απ’ το λαιμό του. Τη νύχτα, βρίσκει καταφύγιο στο απάγκιο του αριστερού του αυτιού.

Σε τούτα τα τελευταία ποιήματα δείχνει να έχει πεισθεί ότι η ρίζα της δυστυχίας της ήταν ο θάνατός του πατέρα της· τον υπεραγαπούσε, κι εκείνος την εγκατέλειψε και την έσυρε μαζί του στο θάνατο. (Α. Αλβάρεζ)

το ποίημα της Σ.Π. ακολουθούν ανάλυση και αποσπάσματα από τη βιογραφία  Ο θάνατος και η ζωή της Σύλβιας Πλαθ,  του Ronald Hayman,  που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μελάνι, σε μτφρση Έφης Φρυδά.
Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.