Loading...
ViewmasterΠρωτοσέλιδοΤΕΧΝΗ

Τσαρλς Γιομπλόνσκι, κατά κόσμον Κώστας Ξ.  Γιαννόπουλος: Ο Αλμπέρτο Τζακομέτι και τα μοντέλα του: Τζαίημς Λορντ, Ζαν Ζενέ, Ανέτ,  Ντιέγκο  

    Πίσω από την γυάλινη προθήκη, πάνω στο κρεβάτι πεταμένο επιδέξια το παλτό του, πεταμένο τόσο επιδέξια, ώστε να ανοίγει στο κάτω μέρος, η γόπα από το τελευταίο του τσιγάρο στο τασάκι, όλα όπως τ’ άφησε, αλλά αυτός δεν είναι εκεί. Κρέμονται όμως στους τοίχους τα σχέδια που καρφίτσωνε καθόλου επιδέξια, πρόχειρα τα καρφίτσωνε, σαν μια ατραξιόν. Το ατελιέ του στο Μονπαρνάς στην οδό Ιππολίτ Μεντρόν στο Παρίσι όπου εγκαταστάθηκε οριστικά το 1922, όταν μαθήτευσε κοντά στον Εμίλ-Αντουάν Μπουρντέλ. Νωρίτερα διδάχτηκε το κιαροσκούρο του Τιντορέτο στην Ιταλία κι αργότερα επηρεάστηκε από την τέχνη των νέγρων.

    Ο Τζακομέτι πέθανε 65 ετών, το 1966 στο Κουρ της Ελβετίας, στις 12 Ιανουαρίου. Πίσω από το προστατευτικό τζάμι έτσι που κανείς να μην μπορεί ν’ αγγίξει ό,τι άγγιζε αυτός με τα χέρια του: ξεραμένα χρώματα, αμέτρητα πινέλα, γύψινα προπλάσματα μακρουλών λεπτών μορφών. Τριακόσια γλυπτά, ενενήντα πίνακες, πέντε χιλιάδες σχέδια σε τριακόσια πενήντα τετραγωνικά μέτρα.  Το παλτό λοιπόν, που λέγαμε πριν, είναι εκείνο που είχε σηκώσει πάνω από το κεφάλι του για να προφυλαχτεί από μια ξαφνική νεροποντή. Μια λιγνή φιγούρα με τα χέρια του να προσπαθούν να την προστατέψουν. Τα χέρια με τα μακριά δάχτυλα πιανίστα ή κηπουρού που δεν έπαιζαν ούτε πιάνο ούτε κλάδευαν, αλλά έπλαθαν το γύψο, σφυρηλατούσαν τον μπρούντζο, σχεδίαζαν με την ακρίβεια μιας φανταστικής περιγραφής.

        Η Ελβετία, μια χώρα ουδέτερη, παράδεισος των τραπεζών και των επενδύσεων, παράδεισος του τυριού με τρύπες κατάλληλες για να εστιάσεις πάνω σ’ ένα κομμάτι μπρούντζο που είχε σμιλέψει ο Τζακομέτι. Η Ελβετία η χώρα των ρολογιών με ελατήρια. Αυτή τον γέννησε. Αυτή, αυτόν, τον γιό ιμπρεσιονιστή ζωγράφου και τον Ρόμπερτ Βάλζερ. Και οι δυο τους δεν απέκτησαν ποτέ σχέση με τα χρήματα, τις τράπεζες, την ουδετερότητα, το τυρί με τρύπες, τα ρολόγια με ελατήρια. Ο Βάλζερ, νοσηλευόταν σε μια ψυχιατρική κλινική για πολλά  χρόνια, στο Χερισάου και πέθανε εκεί μια χιονισμένη νύχτα.   

        Ο Αλμπέρτο Τζακομέτι, αυτός ο λιγνός κατσαρομάλλης με το δυσανάλογα μεγάλο κεφάλι σε σχέση με το σώμα του- γι’ αυτό ζωγράφιζε μικρά κεφάλια- μπορούσαν άραγε αυτά τα μικρά κεφάλια να χωρέσουν ένα ευφυή εγκέφαλο; Ποιος ξέρει;

      Αυτός ο σγουρομάλλης λοιπόν είχε καταλήξει τα τελευταία χρόνια τόσο αδύνατος, ίδιος με τα γλυπτά του. Το μόνο που δεν μπορούσε να καταφέρει ήταν να μικρύνει και το δικό του κεφάλι. Παρέμεινε ιδιοφυής, δύσκολος, τζαναμπέτης, ανικανοποίητος, σχεδόν κακομοίρης μερικές φορές, σαδιστής απέναντι στα μοντέλα του, επειδή τ’ αγαπούσε υπερβολικά. Αυτός ο σγουρομάλλης, λοιπόν, που προσπαθούσε να εκφράσει τα αισθήματά του κάνοντας κάτι και όχι μιλώντας γι αυτό,- όπως λέει ο Τζέημς Λορντ, συγγραφέας και φιλότεχνος που παρέμεινε τόσο μαζοχιστικά υπομονετικός στη θέση του μοντέλου που ο Τζακομέτι δεν είχε κανένα σκοπό να τελειώσει, γιατί όπως έλεγε: Όσο πιο πολύ δουλεύω πάνω σε μια ζωγραφιά, τόσο πιο πολύ δυσκολεύομαι να την τελειώσω. Ο Σεζάν που εκτιμούσε απεριόριστα και τον ανέφερε πολύ τακτικά, πίστευε πως δεν μπορείς να αναπαραστήσεις τη φύση ούτε να την αντιγράψεις. Ωστόσο, έλεγε ο Τζακομέτι: πρέπει κανείς να προσπαθήσει. Αυτό θυμίζει το φίλο του Σάμιουελ Μπέκετ, που έλεγε το τέλος βρίσκεται μες στην αρχή και όμως συνεχίζουμε. Τι άλλο να κάνει κανείς;”, πως να συνεχίσει; μέσα σ’ εκείνο το φτωχικό στούντιο προάγγελο  θαρρείς της Arte Povera;

 Εγώ: Πρέπει να ζωγραφίσεις κάτι, ένα πρόσωπο για παράδειγμα το πρόσωπο του Ντιέγκο του αδελφού σου, ή της Αννέτ της γυναίκας σου, ή του Τζέημς Λορντ ή του Ζενέ

Εκείνος: Για να μπορέσω να το καταστρέψω. Αυτό δεν ήθελες να πεις;

Εγώ: Ναι, βέβαια…

Εκείνος: Μου φαίνεται- μάλλον μου φαινόταν- στο έκτο ποζάρισμα του Λορντ, αυτού του πολύ υπομονετικού ανθρώπου που όχι μόνο τον καθυστερούσα κι ανέβαλλε συνεχώς το ταξίδι της επιστροφής του στην Νέα Υόρκη ακυρώνοντας τα εισιτήρια και χάνοντας το αντίτιμο κάθε φορά που εγώ έσβηνα ολόκληρο το πορτραίτο που είχα φτιάξει την προηγουμένη. Γι αυτό τον διασκέδαζα πηγαίνοντάς τον στα νάιτ κλαμπ και στο Dome και την Coupole τα διάσημα καφέ.

Εγώ: Δηλαδή αν τελείωνες ένα πορτραίτο και μετά του έκανες ένα δεύτερο και μετά ένα τρίτο δεν θα- ταν καλύτερα;

Εκείνος: Δεν νομίζω. Γιατί αν τελείωνα ένα πορτραίτο και ήταν τόσο τέλειο όσο θα ήθελα, τότε δεν θα μπορούσα να ξαναζωγραφίσω.

Εγώ: Αυτό που λες μου θυμίζει τον Γιαννούλη Χαλεπά, ένα δικό μας σπουδαίο γλύπτη, ίσως τον σπουδαιότερο Έλληνα γλύπτη που (μαζί με τον Θανάση Απάρτη), πέταγε αντικείμενα στο σάτυρο που είχε φιλοτεχνήσει, γιατί πίστευε ότι ήταν τόσο τέλειος ώστε θα τον εμπόδιζε να κάνει ένα καινούργιο τέλειο γλυπτό.

Εκείνος: Είναι το ίδιο σαν αυτό που γράφει ο Μπαλζάκ στο Άγνωστο Αριστούργημα, αυτή την αριστουργηματική νουβέλα, στο οποίο ο ζωγράφος Frenhofer κατέστρεψε το αριστούργημα που δημιούργησε και πέθανε.

Εγώ: Αντίθετα ο Πικάσο νοίκιασε ένα χώρο σε μια πολύ παλιά πολυκατοικία όπου έζησε και δημιούργησε ο Φρενχόφερ, για να ζωγραφίσει την Γκουέρνικα, το αριστούργημά του.

Εκείνος: Καλά τώρα: ο Πικάσο μαζί με τον Μπρακ είναι που ευθύνονται γιατί πήραν κατά γράμμα αυτά που είπε ο Σεζάν και έκαναν τον κυβισμό σαν τα μούτρα τους. Και μετά ο Πικάσο το γύρισε στο στυλ Ένγκρ, μετά στο στυλ Βαν Γκογκ και στο τέλος ήθελε να βρει κάποιον να φτιάξει για λογαριασμό του ένα μπούστο όπως ακριβώς το ήθελε εκείνος…

        Κάποια μέρα όταν μέσα στο ατελιέ τριγύριζε ο Ζαν Ζενέ, εντελώς ενσωματωμένος στο χώρο, γιατί μετά από τόσα χρόνια στη φυλακή μπορούσε  πολύ καλά να προσαρμόζεται σε οποιοδήποτε περιβάλλον όσο στενάχωρο κι αν ήταν, ο Τζακομέτι του είπε το εξής: Όταν περπατώ στο δρόμο και βλέπω από μακριά μια κοκότα σενιαρισμένη, βλέπω μια κοκότα. Όταν την έχω στο δωμάτιο, ολόγυμνη μπροστά μου, βλέπω μια θεά.
    Και ο Ζαν Ζενέ του απάντησε, πως ήταν εντελώς αδύνατον να δει σαν θεά μια κοκότα, τσίτσιδη, ωστόσο μπορούσε να δει τα αγάλματά του, όπως ακριβώς έβλεπε εκείνος τις τσίτσιδες κοκότες. Και έπειτα το επόμενο πράγμα που ο Τζακομέτι είπε στον Ζενέ, ήταν: Μια μέρα, στην κάμαρά μου, κοιτούσα μια πετσέτα που ήταν πάνω σε μια καρέκλα, και τότε μου γεννήθηκε στ’ αλήθεια η εντύπωση ότι, όχι μόνο κάθε αντικείμενο ήταν μόνο του, αλλά ότι είχε ένα βάρος – ή μάλλον, μια έλλειψη βάρους που το απέτρεπε να επιβαρύνει το άλλο αντικείμενο. Η πετσέτα ήταν μόνη – τόσο μόνη που είχα την εντύπωση πως, αν έπαιρνα από κει την καρέκλα, η πετσέτα θα ‘μενε στη θέση της. Γιατί είχε τη δική της θέση, το δικό της βάρος, τη δική της σιωπή. Πόσο ανάλαφρος ήταν ο κόσμος. Πόσο ανάλαφρος…

        Ο Ζενέ σ’ αυτό το εκπληκτικό κείμενο, με τίτλο το Εργαστήρι του Αλμπέρτο Τζακομέτι γράφει: Η ομορφιά δεν εκπορεύεται από πουθενά αλλού, παρά από κείνη την μοναδική, τη διαφορετική σε κάθε άνθρωπο, την κρυμμένη ή ορατή πληγή, που φυλάει καθένας μας εντός του, που την περιφρουρεί και που σ’ αυτήν προστρέχει όταν θέλει να εγκαταλείψει τον κόσμο για μια πρόσκαιρη αλλά βαθιά μοναξιά. Τούτη λοιπόν η τέχνη πόρρω απέχει απ’ αυτό που λέγεται miserabilisme. Έχω την εντύπωση ότι η τέχνη του Τζακομέτι επιχειρεί να ανακαλύψει αυτή τη μυστική πληγή κάθε όντος, ακόμα και κάθε πράγματος, προκειμένου να το φωτίσει.
    Ενώ ο ίδιος ισχυρίζεται ότι βυθίζει τα δάχτυλά του στο γύψο αναζητώντας κάτω από το δέρμα τα οστά, το κρανίο, τους σπονδύλους, το ανθρώπινο σώμα αποφλοιωμένο.
   Αλλά για να φτάσει στο βυθό, στην ουσία, στα σπλάχνα του ανθρώπου χρειάστηκε να γίνει σαράντα τεσσάρων χρονών. (Είχε γεννηθεί το 1901). Αυτός που από τα δεκατρία του φιλοτεχνούσε τη μία μετά την άλλη προτομή του αδελφού του Ντιέγκο, του πιο πιστού του μοντέλου, φίλου και συντρόφου. Τότε λοιπόν ήταν που έγινε μάρτυρας μιας εσωτερικής αποκάλυψης. Πρώτα τον φώτισε ένα εσωτερικό φως, που δεν τον είχε φωτίσει πριν, τότε που πέρναγε από τον κυβισμό και τον σουρεαλισμό. Από τότε που συνέβη αυτή η επιφοίτηση που τον έκανε ικανό να μπορεί να χαρτογραφήσει όλο το ψυχικό βάθος ενός ανθρώπου σ’ ένα πορτραίτο βρήκε το δρόμο του και δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Αυτή η μανία καταστροφής που με τόλμη και  γενναιότητα  διενεργούσε δεν ήταν ένας μηδενισμός μπροστά στο τελάρο αλλά ούτε και στη μορφή, ήταν μόνο ότι καθετί τέλειο ακυρώνει μια επομένη προσπάθεια  ή τουλάχιστον την δυσκολεύει.

    Με την ίδια γενναιότητα στεκόταν απέναντι στα χρήματα. Έκρυψε, κάποτε, ένα πολύ μεγάλο ποσόν στο πατάρι και το έκαψε κατά λάθος μαζί με κάποια σχέδια του που θεωρούσε αποτυχημένα.

   Ο Σαρτρ στο: Άγιος Ζενέ, κωμωδός ή μάρτυρας, λέει πως ο Ζενέ έγραφε για να αγαπηθεί, για να είναι ο ποιητής, για να μπορεί να ερωτευθεί και να τον ερωτευθούν. Ο Τζακομέτι φιλοτεχνούσε τα γλυπτά του στο γύψο ή στον μπρούντζο για να υπάρξει, για να δημιουργήσει, για να αγαπήσει, για να συμφιλιωθεί με τον κόσμο, για να τον δει μόνο με τα δικά του μάτια και να τον δημιουργήσει ξανά και ξανά και να τον καταστρέψει για να μπορέσει να συνεχίσει.

 Info:
James Lord, Ένα πορτραίτο του Τζακομέτι, μτφρ.: Έφη Μάνου, Σμίλη, 1991
Ζαν Ζενέ, Το εργαστήρι του Αλμπέρτο Τζακομέτι, μτφρ.: Αχιλλέα Κυριακίδη, Ύψιλον/ βιβλία, 1989                   

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.