Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Φάνης Κωστόπουλος: ένα αφήγημα

     ΚΟΝΚΙΣΤΑΔΟΡΟΙ

          Παιδί αγαπούσα πολύ τη θάλασσα. Το λένε με κεφαλαία γράμματα οι παιδικές μου αταξίες. Δεν ήμουν πάνω από εφτά ή οχτώ χρονών που ένα όμορφο πρωινό του Ιούλη το ‘σκασα απ’ το σπίτι μου και μαζί με δυο αλάνια της Αθήνας πήγαμε καβάλα στον προφυλακτήρα του τραμ στις Τζιτζιφιές για μπάνιο. Ήμασταν μες στη θάλασσα ως το σούρουπο. Κι η μάνα μου, τρελή κι αλλοπαρμένη, έτρεχε στις αστυνομίες για να με βρουν. Στο Γυμνάσιο, που αρχίζει ο μαθητής να κάνει όνειρα, ήθελα να γίνω αξιωματικός  του Πολεμικού Ναυτικού. Ο Οράτιος Νέλσων ήταν ο θεός μου. Το όνειρο όμως έσβησε γρήγορα, όταν κατάλαβα πως η όρασή μου δεν ήταν τόσο καλή, για να γίνω δεκτός στη Σχολή Δοκίμων. Ρίχτηκα τότε στη φιλολογία και στα βιβλία με θαλασσινές περιπέτειες, ενώ ακόμη θυμάμαι στα γυμνασιακά μου χρόνια εκείνο το χαρτί με τη «θαλασσινή μου προσευχή», που είχα κολλήσει, μ’ ευλάβεια,  στον τοίχο, πάνω απ’ το κρεβάτι μου και δίπλα απ’ την εικόνα του Χριστού:

                                   Θάλασσα, συ που στάθηκες του ναυτικού η μάνα

                                  και του κουρσάρου τ’ άγριου πρόστυχη φιλενάδα,

                                  ρίξε και μένα μια ματιά, έστω και θυμωμένη,

                                  να την κρατήσω φυλαχτό σ’ ό,τι κακό μου μέλλει.

               

                                                                    

       Όταν διαβάζω μια θαλασσινή περιπέτεια ή το ταξίδι ενός θαλασσοπόρου, έχω πάντα κοντά μου ένα χάρτη. Από το βιβλίο στο χάρτη και από το χάρτη στο βιβλίο ξανά. Έτσι το διάβασμα γίνεται τότε παιχνίδι, γίνεται διασκέδαση, γίνεται και ταξίδι. Με την περιγραφή που δίνει ο συγγραφέας του βιβλίου και με την επισήμανση του νησιού ή της ακτής στο χάρτη, η φαντασία γίνεται μαγικό χαλί και σε πηγαίνει επί τόπου να βλέπεις και ν’ ακούς τους ήρωες του βιβλίου. Για τον άνθρωπο όμως που δεν διαβάζει είναι όπως και το ποτό για εκείνον που δεν πίνει. Ό,τι και να του πεις δεν τον πείθεις. Δεν θέλω βέβαια να πω με όλα αυτά ότι το ταξίδι με τα βιβλία είναι το ίδιο με το πραγματικό. Ωστόσο, υπάρχουν δυο πράγματα που γίνονται με το πρώτο και είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να συμβούν και με το δεύτερο: Δεν έχει καθόλου έξοδα και γίνεται την εποχή που αναφέρεται στο βιβλίο. Και μάλιστα αν υπάρχει μέσα σου αυτό που οι Άγγλοι λένε «the love of make-believe», η αγάπη δηλαδή να τα βλέπεις και να τα ζεις όλα όπως ένα παιδί, τότε αργότερα, αν ο Θεός σου δώσει χρόνια και φτάσεις σε βαθιά γερατειά, ίσως – ίσως, λέω – απ’ αυτά που γνωρίζεις να μη θυμάσαι ποια έζησες και ποια διάβασες∙ και να έχεις τότε την ψεύτικη, αλλά ωραία εντύπωση, ότι συνταξίδεψες με τον Κολόμβο, τον Μαγγελάνο ή τον Μόργκαν τον Πειρατή. Αλλά κι αν δε συμβεί αυτό, θα συμβεί τότε το άλλο: οι γνώσεις μιας άλλης εποχής (όλοι το παραδέχονται) είναι ακόμη μια ζωή γι’ αυτούς που τις έχουν. Ακόμη και τώρα που γράφω θυμάμαι τους Κονκισταδόρους  του Ερεντιά και νομίζω ( καθόλου παράξενο για μένα) πως ήμουν κι εγώ μαζί τους. Οι στίχοι σε δική μου απόδοση λένε:

                                    Σκυμμένοι απά στην κουπαστή, στις άσπρες καραβέλες,

                                    Κοιτούσαν που ανεβαίνανε απ’ τα ωκεάνια βάθη,

                                    Σε έναν άγνωστο ουρανό, πρωτόφαντοι αστέρες. 

                                                                          ——–

                                     ( Ρenchés ὰ l’ avant des blanches caravelles,

                                        Ils regardaient monter en un ciel ignoré

                                       Du fond de l’ Océan des étoiles  nouvelles ).

                                                                           *

 

         Τον 16ο αιώνα, στα χρόνια της Βασίλισσας Ελισάβετ της Αγγλίας και σε μια εποχή που η ναυτική παροιμία: «Να ταξιδεύεις στη θάλασσα είναι απαραίτητο∙ να ζεις όμως όχι» κυριαρχούσε στις ψυχές των ναυτικών και γινόταν πράξη ,ο Francis Drake ήταν ο κακός δαίμονας των Ισπανών κατακτητών. Και το λέω αυτό γιατί, όταν άραξαν τα πλοία του Drake στον ισθμό του Darien, στον Παναμά – όπου ο Νουνιέθ ντε Μπαλμπόα, πολύ πιο πριν, είχε δει και ανακαλύψει από ένα ύψωμα ότι υπήρχε και άλλος ωκεανός, ο Ειρηνικός ή Ισπανικός ωκεανός, όπως τον λένε οι ναυτικοί – οι Ισπανοί κατακτητές μετέφεραν το χρυσάφι του Περού με μουλάρια από τον ένα ωκεανό στον άλλο. Mε μια ξαφνική επίθεση ο Άγγλος πειρατής (τον Drake εννοώ , που για χάρη του η πειρατεία στην Αγγλία μετονομάστηκε « πατριωτισμός») εξουδετέρωσε την ένοπλη συνοδεία και πήρε το χρυσάφι στα καράβια του. Σε αυτή την περιοχή ο ληστής αυτός της θάλασσας αλώνιζε κυριολεκτικά με τα πλοία του και κάθε φορά που  ο ισπανικός στόλος τον έπαιρνε στο κυνήγι, αυτός έπλεε προς τα νότια και κατά μήκος των ακτών του Περού και της Χιλής, για να βρει καταφύγιο στον πορθμό του Μαγγελάνου. Εκεί ο ισπανικός στόλος δεν τολμούσε να τον καταδιώξει, γιατί το πέρασμα του Πορθμού ήταν πολύ επικίνδυνο και τα ναυάγια συχνά. Αυτό δείχνει καθαρά πόσο καλοί κυβερνήτες πλοίων ήταν ο Μαγγελάνος που πέρασε πρώτος τον Πορθμό χωρίς απώλεια πλοίου και ο Drake που τον είχε για καταφύγιο. Αξίζει εδώ να θυμηθούμε την ώρα που τα πλοία του Μαγγελάνου πλησίασαν τη δυτική έξοδο του πορθμού και οι ναύτες του Πορτογάλου θαλασσοπόρου αντίκρισαν, πρώτοι απ’ όλους τους Ευρωπαίους, τον Μέγα Ειρηνικό. Όπως οι στρατιώτες του Ξενοφώντα φώναξαν με χαρά: «Θάλαττα, θάλαττα!» όταν την είδαν από το όρος Θήχη, έτσι και οι ναύτες του Μαγγελάνου φώναξαν, με την ίδια ψυχική έκρηξη στη φωνή τους, την ίδια λέξη, αλλά σε άλλη γλώσσα, μόλις  πρωτοαντίκρισαν τον ωκεανό. Ήταν μια από τις μεγάλες στιγμές στην ιστορία της ανθρωπότητας.

    H λύπη μου είναι μεγάλη, όταν σκέπτομαι ότι ποτέ δεν θα ταξιδέψω να δω αυτά τα μέρη. Γίνεται όμως ακόμη πιο μεγάλη, αν αναλογιστώ ότι θα μπορούσα να μην τα γνωρίζω, αν δεν τα είχα διαβάσει. Ωστόσο, είμαι, νομίζω, σε καλύτερη μοίρα από εκείνους που ζουν εκεί και βλέπουν τον Μέγα Ειρηνικό, αλλά δεν έχουν συνείδηση τι βλέπουν… Με τους ωραίους αυτούς στίχους του Κώστα Ουράνη, που είναι γεμάτοι αισιοδοξία, θα πω το «αμήν» για τούτο το κείμενο :

                        Σημαία υψώστε την ψυχή στο πιο αψηλό κατάρτι:

                        δεν είναι αλήθεια ότι ήρθαμε αργά στην εποχή μας!

                        Μπορούμε ακόμα μια ζωή να ζήσουμε καινούρια,

                        αντίς να μαραζώνουμε σαν τον κομμένο δυόσμο:

                        φτάνει να κάνουμε πανιά  σαν τους Θαλασσοπόρους

                         που, μια πατρίδα αφήνοντας – έβρισκαν έναν κόσμο!

 

                                                                

                                                                               

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.