Loading...
ΚείμεναΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

  Φάνης Κωστόπουλος: Νέα στοιχεία στην ποίηση του Κώστα Ουράνη – Η Βεστάλη στο ποίημα  DAMNATIO MEMORIAE

                    

    Εκείνο το καλοκαίρι του 2003, την πρώτη μέρα του Αυγούστου, ο Κώστας Στεργιόπουλος, ένας από τους πιο έγκριτους μελετητές τού Μεσοπολέμου, δημοσίευσε στη Βιβλιοθήκη,το ένθετο περιοδικό για τη λογοτεχνία που είχε κάθε Παρασκευή η εφημερίδα Ελευθεροτυπία, ένα άρθρο με θέμα  το ποιητικό και πεζογραφικό έργο του Κώστα Ουράνη  και με αφορμή τα πενήντα χρόνια που πέρασαν από τον θάνατό του. Αρχίζοντας το άρθρο αυτό ο Κώστας Στεργίοπουλος λέει: «Το μοτίβο της φυγής και ο κσμοπολιτισμός εκφράστηκαν κι από άλλους,βέβαια, κατά τη μεσοπολεμική προ πάντων περίοδο, αλλά το σύνθημα έδωσε πρώτος – τουλάχιστον σε μας εδώ – ο Κώστας Ουράνης ( 1890 – 1953 )». Δεν είναι, βέβαια, η πρώτη φορά που επισημαίνονται αυτά τα στοιχεία και διατυπώνεται αυτή η γνώμη για την ποίηση του Κώστα Ουράνη. Είναι αρκετά τα άρθρα, οι μελέτες ή ακόμη και οι ιστορίες της λογοτεχνίας όπου γίνεται λόγος γι’ αυτά τα στοιχεία που εισήγαγε ο Ουράνης στην ελληνική ποίηση. Θα είναι όμως άδικο για τον Ποιητή, αν αποσιωπήσουμε ακόμη ένα στοιχείο που εισάγεται με την ποίησή του στα ελληνικά γράμματα και το οποίο πρώτος ο Γ. Π. Σαββίδης επισημαίνει  στο βιβλίο που έγραψε για τον Καρυωτάκη. Λέει εκεί σε μια υποσημείωση για τον Ουράνη τα εξής: «Στη νεοελληνική ποίηση, εισηγητής του ‘’spleen’’ θεωρείται ο Κώστας Ουράνης, με την ομώνυμη συλλογή του (1912 )».1

Στο ίδιο άρθρο που ανέφερα πιο πάνω, ο Κώστας Στεργιόπουλος λέει ακόμη για τον Ουράνη ότι είναι «ένας από τους πρώτους χρονολογικά και τους πιο χαρακτηριστικούς εκπροσώπους της σχολής του νεορομαντισμού και του νεοσυμβολισμού στον τόπο μας». Και αυτή η γνώμη του Κώστα Στεριόπουλου πάλι δεν είναι η πρώτη φορά που λέγεται για τον ποιητή των Νοσταλγιών. Ιδιαίτερα για την επίδραση που είχε ο γαλλικός συμβολισμός στην ποίηση του Ουράνη ο Μιχ. Δ. Στασινόπουλος φτάνει στο σημείο να πεί το εξής: «Ο γαλλικός συμβολισμός, περνώντας από τη ζεστή καρδιά του Ουράνη, πήρε τόσο καινούριο και πλούσιο νόημα,ώστε πολλές φορές σκέπτεται κανείς πόσο πιο ανθρώπινοι και πιο τρυφεροί θα ήταν οι γάλλοι συμβολιστές, αν ήταν δυνατό να είχαν διαβάσει τον Κώστα Ουράνη»2.Με όλα τούτα θέλω να τονίσω ότι, ενώ πρόκειται για μια ποίηση που έφερε καινούργια στοιχεία στην ελληνική ποίηση, πολλοί, για πολιτικούς και μόνο λόγους, την παραβλέπουν και προσπαθούν, με κάθε τρόπο, να ξεχαστεί τελείως. Σήμερα ο Κώστας Ουράνης είναι, χωρίς καμία υπερβολή, ο πιο παραγνωρισμένος  και παραγκωνισμένος  ποιητής του Μεσοπολέμου. Ακόμη και σε σχολικό εγχειρίδιο της Β΄ Λυκείου, όπου γίνεται λόγος για τους ποιητές του Μεσοπολέμου, έφτασαν στο σημείο να αποσιωπήσουν  το έργο του. Όταν κατήγγειλα,  σε κείμενο που δημοσίευσα στη Φιλολογική (τεύχος107, σ. 16-18 ), αυτή την αποσιώπηση, η συγγραφική ομάδα του σχολικού βιβλίου ετήρησε σιγήν ιχθύος. Όλα αυτά δείχνουν ότι σ’ αυτό τον τόπο, επειδή οι νεκροί δεν έχουν φωνή, μερικοί τους ξαναθάβουν…

     Είναι αλήθεια ότι ο Ουράνης δεν είναι ερμητικός ποιητής. Σκοτεινά σημεία στην ποίησή του δεν υπάρχουν. Έτσι δημιουργείται σήμερα η εντύπωση πως το ποιητικό έργο του Ουράνη, ένα έργο  στο οποίο ο Ποιητής  εκφράζει  με λέξεις ό,τι οι ιμπρεσιονιστές ζωγράφοι με το χρώμα,3 δεν έχει δυσκολίες, επομένως και ενδιαφέρον για τους ερευνητές. Κι όμως,  θα μπορούσε εδώ να παρατηρήσει κανείς ότι όσοι προσπάθησαν να προσεγγίσουν, με ευαισθησία και γνώση, το ποιητικό του έργο πρόσεξαν μόνο τα ποιήματα στα οποία εκφράζεται ο συναισθηματικός κόσμος του ποιητή. Υπάρχουν όμως και κάμποσα ποιήματα που εμπνεύστηκε ο ποιητής από τα διαβάσματά του. Σε αυτά τα ποιήματα πρέπει ο ερευνητής να διαθέτει τον εγκυκλοπαιδικό εξοπλισμό του ποιητή διαφορετικά δεν θα μπορέσει να καταλάβει ή να εξηγήσει κάποια πράγματα.

    Ο Θεόδωρος Ξύδης – ο οποίος, απ΄όσο γνωρίζω, είναι ο μόνος που πρόσεξε και μελέτησε τα εμπνευσμένα ποιήματα από τα βιβλία που διάβασε ο ποιητής – παρατηρεί σε ένα άρθρο του πάνω σε αυτό το θέμα ότι σε αυτά τα ποιήματα «σημαντική θέση έχουν η ιστορία και ο μύθος». Τα ποιήματα αυτής της κατηγορίας είναι τα μόνα που παρουσιάζουν, όπως είπα και πιο πάνω, κάποιες δυσκολίες από νοηματικής πλευράς μέσα στο ποιητικό corpus του ποιητή των Αποδημιών. Με άλλα λόγια ο Ουράνης, εκτός από νεορομαντικός και νεοσυμβολιστής, ήταν και poeta doctus, όπως θα έλεγαν οι παλαιοί φιλόλογοι. Και το έργο τέτοιων ποιητών έχει πάντα ανάγκη από κάποια ιστορικά σχόλια για την πλήρη κατανόησή του.

      Από όσους έσκυψαν, με ευαισθησία και γνώση, στο ποιητικό του έργο, κανείς δεν πρόσεξε ως τώρα ότι σε μερικά ποιήματα δείχνει καθαρά επηρεασμένος από τα λατινικά και τη ρωμαϊκή ιστορία που διδάχτηκε μαθητής στο σχολείο. Τη  λατρεία του για τη Ρώμη την εκφράζει ξεκάθαρα στο υπέροχο βιβλίο του για την Ιταλία. Το κεφάλαιο που επιγράφεται «Η ειρήνη στη Ρώμη» αρχίζει έτσι: « Κάθε φορά που αναθυμόμουν τη Ρώμη, όπου είχα μείνει κάποτε στα νιάτα μου, ένιωθα μια άπειρη γλυκύτητα ν’ απαλύνει την ψυχή μου. Για μένα η Ρώμη ήταν ένας πράος φθινοπωρινός ήλιος πάνω από τα μαρμάρινα ερείπια του Φόρουμ». Δεν πρέπει, λοιπόν, να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι το πρώτο ποίημα στις Νοσταλγίες , την καλύτερη συλλογή του, ο  τίτλος είναι στα λατινικά: In memoriam. Επίσης το πρώτο μέρος αυτής της συλλογής επιγράφεται Vixit (έζησε),ενώ τον ίδιο τίτλο έχει και ένα ποίημα από εκείνα που δεν πρόλαβε  να δημοσιεύσει ο ίδιος. Πρέπει να πούμε εδώ ότι η επιλογή  της λέξης ‘’vixit’’ δεν είναι τόσο τυχαία όσο φαίνεται. Ένας που είναι γνώστης της ρωμαϊκής ιστορίας  και λογοτεχνίας , μπορεί να καταλάβει από αυτή τη λέξη πόσο βαθιές είναι οι γνώσεις του Ποιητή πάνω στη ζωή και την ιστορία των Ρωμαίων. Πράγματι, ο Πλούταρχος στον Βίο του Κικέρωνα   λέει για τη λέξη vixit τα εξής : «Ούτω δε Ρωμαίων οι δυσφημείν μη βουλόμενοι το τεθνάναι σημαίνουσιν» (με τη λέξη αυτή οι Ρωμαίοι, που δεν θέλουν να χρησιμοποιήσουν λέξεις φριχτές, εννοούν το πέθανε).4 Στη συλλογή Spleen και συγκεκριμένα στο ποίημα Μια δύση στη βόρεια θάλασσα, βρίσκουμε απροσδόκητα μια παρομοίωση που δείχνει, με ανάγλυφο τρόπο, την έντονη επίδραση της ρωμαϊκής ιστορίας και της λατινικής γλώσσας συνάμα στο ποιητικό του πνεύμα.

                         Σαν νέος Ρωμαίος ιμπεράτορας ο ήλιος

                        επέθανε, κυλώντας κάτου απ’ τον ορίζοντα

                       καθώς αυτός απ’ το τραπέζι του το έκδοτο.

                       Κι ως να ‘πεσε στο πέσιμο κι κούπα του—

                      η κούπα του ξανθού κρασιού που ρούφαγε-

                      χύθηκαν μεσ’ στη θάλασσα οι αχτίδες του,

                      το γαλανό βελούδινο χαλί της βάφοντας.

Αν και θα μπορούσε ο ποιητής εδώ να πει: «Σαν νέος Ρωμαίος Αυτοκράτορας», χωρίς να χαλάσει το μέτρο του στίχου, προτίμησε να χρησιμοποιήσει τη λατινική λέξη “imperator’,’προσθέτοντάς της μια ελληνική κατάληξη, για να λειτουργήσει απρόσκοπτα η λέξη στη γλώσσα του. Σε ένα άλλο ποίημα με τίτλο Κυρία…– που βρέθηκε στο συρτάρι  του ποιητή και, σύμφωνα με την Ελένη Ουράνη, πρέπει να γράφτηκε σύγχρονα με τις Νοσταλγίες ή λίγο μετά – βρίσκουμε ακόμη μια παρομοίωση που την εμπνέεται, θα ‘λεγε  κανείς, μέσα από τις σελίδες του Σουητώνιου:

                  Σαν τις Αυτοκρατόρισσες της Ρώμης εκυλιόσουν

                  στων νέων τα στήθια κ’ ύστερα μακριά σου τους πετούσες  

                                                             *

    Ήταν, νομίζω, απαραίτητο να ειπωθούν όλα αυτά, για να καταλάβει καλύτερα ο αναγνώστης το κλίμα μέσα στο οποίο γράφτηκε το ποίημα Damnatio Memoriae, που θα μας απασχολήσει σ΄ αυτό το σημείωμα και που είναι ένα από τα πιο γνωστά ποιήματα των Νοσταλγιών, τη συλλογή δηλαδή που καθιέρωσε τον Ουράνη στην ελληνική ποίηση. Κάτι ανάλογο με αυτό που είπαμε πιο πάνω για το λατινικό ρήμα vixit, θα μπορούσαμε να πούμε και για τον λατινικό τίτλο του ποιήματος. Πράγματι, ο τίτλος Damnatio Memoriae, που σημαίνει Καταδίκη της μνήμης, δεν είναι φράση που επίτηδες έγραψε ο ποιητής στα λατινικά για να τραβήξει την προσοχή μας είναι ορολογία διατάγματος με την οποία οι αυτοκράτορες της Ρώμης εκφράζανε την καταδικαστική τους απόφαση να σβήσουν από τη μνήμη των ανθρώπων το όνομα επιφανούς πολιτικού τους αντιπάλου ή ακόμη και προσώπου που ανήκε στην αυτοκρατορική οικογένεια και έπεσε σε δυσμένεια. Ο Σουητώνιος, επί παραδείγματι,  λέει πως «ο Τιβέριος» όταν πέθανε η νύφη του Αγριππίνα, «πρόσβαλε βαρύτατα τη μνήμη της με το να πείσει τη Σύγκλητο να συμπεριλάβει τη μέρα των γενεθλίων της στις αποφράδες ημέρες»5, ημέρες, δηλαδή, που κανείς δεν του ήταν ευχάριστο να θυμάται. Αν πάλι επρόκειτο για άνθρωπο του πνεύματος, με το διάταγμα αυτό (damnatio memoriae ) δινόταν εντολή να καούν τα βιβλία του, για να ξεχαστεί τελείως το όνομά του.

    Στην περίπτωση του ποιήματος έχουμε μια Εστιάδα ( Βεστάλη, όπως λέει ο Ποιητής, φτιάχνοντας μια δική του λέξη από τη λατινική λέξη Vestalis, που σημαίνει Εστιάδα ), η οποία δεν τήρησε την ιερή υπόσχεση που είχε δώσει και η τιμωρία της, σύμφωνα με τον ρωμαϊκό νόμο, δεν ήταν μόνο ο θάνατος, να τη θάψουν, δηλαδή,  ζωντανή, αλλά και να διαγραφεί το όνομά της (εφαρμογή του διατάγματος Damnatio memoriae ) από το βάθρο του αγάλματός της, για να ξεχαστεί τελείως από τους ανθρώπους. Όλη, λοιπόν, αυτή η φιλολογία κρύβεται πίσω από  τον λατινικό τίτλο που έβαλε στο ερωτικό αυτό ποίημα ο Κώστας Ουράνης, για την οποία κανείς δεν έχει μιλήσει ως τώρα. Και φυσικά ούτε ο Θεόδωρος Ξύδης , τον οποίο απασχόλησε αυτό το ποίημα.

     Το ποίημα Damnatio memoriae είναι σε μορφή δεκατετράστιχου, όπως τα περισσότερα ποιήματα της συλλογής. Στα ιστορικά του ποιήματα ο Ουράνης συνήθιζε να βάζει και ένα μότο. Και τούτο για να διευκολύνει τον αναγνώστη στην κατανόηση του ποιήματος ή για να του αποκαλύψει την πηγή της έμπνευσης. Σ’ αυτό το ποίημα, το μότο που έβαλε ο ποιητής είναι το ακόλουθο: «C…». Και ακριβώς από κάτω : VIRGINI VESTALI MAXIMAE». Το λατινικό γράμμα C είναι, όπως καταλαβαίνει κανείς, το αρχικό γράμμα του ονόματος της Εστιάδας, η οποία –  όπως δείχνουν οι άλλες λατινικές λέξεις – δεν ήταν μια απλή Εστιάδα, αλλά η επικεφαλής των Εστιάδων στον ναό της Εστίας. Παραθέτω τώρα το ποίημα μαζί με το μότο, για να μπορεί ο αναγνώστης να καταλαβαίνει καλύτερα όσα θα πούμε στη συνέχεια.

                                  Damnatio Memoriae

                                                       C…. VIRGINI VESTALI MAXIMAE

                  Λευκό το Φόρουμ κι έρημο απ’ το φεγγάρι κάτου.

                 Στην ησυχία, ένα σκυλί θρηνητικά  αλυχτάει

                 κάπου μακριά. Κατάμονη στο ιερό η Βεστάλη,

                 το φως της Ρώμης ζωντανό μες στη νυχτιά φυλάει.

                                                       *

                 Άξαφνα, σ’ ένα θόρυβο που ακούστηκε, πετιέται,

                σωριάζει ξύλα στη φωτιά κι αθόρυβα έξω βγαίνει:

                δεν ξέρει πως είναι στιγμές οι ώρες της Αγάπης

                και σε μια πλάναν αγκαλιά -πρώτη φορά – ξεχνιέται.

                                                     *

                Τι κι αν εσβήστηκε η φωτιά στο Ιερό, Βεστάλη,

             τι κι αν σε θάψουν ζωντανή κι από το άγαλμά σου

            το βέβηλο θα σβήσουνε, Ποντίφισσα, όνομά σου;

                                                *

           Μια τέτοια νύχτα τη ζωή ολάκερη αξίζει…

           Τη γλύκα που απ’ την ηδονή στα χείλια σου έχει ανθίσει,

           αν και νεκρή, μια μέλισσα θα’ ρθει να την τρυγήσει.

Ό,τι έχει ειπωθεί ως τώρα γι’ αυτό το ποίημα είναι τα λίγα που αναφέρει ο Θεόδωρος Ξύδης στο άρθρο του που δημοσιεύτηκε στο αφιέρωμα της Νέας Εστίας, λίγους μήνες μετά το θάνατο του Ποιητή. Εκεί  μεταξύ άλλων λέει γι’ αυτό το ποίημα τα εξής: «Το ποίημα Damnatio memoriae είναι αφιερωμένο στη Βεστάλη. Αναφέρεται σε μια Εστιάδα, από εκείνες που υπηρέτησαν στο ναό που ίδρυσε ο Νουμάς στην Ρώμη, κι όπου φυλαγόταν από τις ιέρειες αυτές της θεάς, τις Εστιάδες, η άσβηστη φωτιά. Η Εστιάδα για την οποία μας μιλάει το ποίημα παρέβη την υπόσχεση της παρθενίας της. (Μια τέτοια Εστιάδα, τη Ρέα, έριξε ο Αμούλιος, ως ανόσια, στον Τίβερη)».

    Αυτά είναι όσα έχουν ειπωθεί μέχρι σήμερα γι’ αυτό το ποίημα. Παρ’ όλο που το ποίημα δεν έχει δυσκολίες στην κατανόησή του, ο Θεόδωρος Ξύδης, ύστερα από όσα διαβάσαμε, φαίνεται να μην πρόσεξε δυο πράγματα: Το πρώτο είναι ότι δεν πρόκειται για απλή Εστιάδα, αλλά για την επικεφαλής στις ιέρειες που υπηρετούσαν στον ναό της Εστιάς, την «Ποντίφισσα», όπως λέει ο Ποιητής στο ποίημα. Το δεύτερο -και αυτό νομίζω είναι το σπουδαιότερο- είναι ότι δεν πρόκειται για οποιαδήποτε Εστιάδα από αυτές που είχαν παραβεί την υπόσχεση της παρθενίας τους, άλλα για μια συγκεκριμένη ιέρεια της θεάς Εστίας, της οποίας το όνομα – όπως δείχνει το μότο- ο ποιητής το γνωρίζει. Δεν μας το λέει βέβαια, αλλά μας δίνει το αρχικό γράμμα του ονόματός της Και αυτό το στοιχείο δείχνει ότι είναι αρκετό για να την εντοπίσει κανείς μέσα στις ιστορικές πηγές. ‘Εχοντας, λοιπόν,  τα δυο  αυτά σημαντικά στοιχεία, το ιερό της αξίωμα και το αρχικό γράμμα του ονόματός της, αρχίζω, με τη σκέψη πάντα στο μότο του ποιήματος,  αργά και προσεκτικά την έρευνα από τον Σαλλούστιο στον Τάκιτο και από τον Τάκιτο στον Σουητώνιο, για να φτάσω, κάποια στιγμή, σε ένα απόσπασμα του τελευταίου που βρίσκεται στον Βίο του Δομιτιανού και στο οποίο διαβάζουμε τα εξής: « Έπειτα από λίγο καιρό  έδωσε διαταγή να θάψουν τη Μεγίστη Εστιάδα (Virginem Vestalem Maximam, όπως λέγεται στα λατινικά και αναφέρεται και στο μότο) Κορνηλία, που είχε αθωωθεί παλαιότερα, αλλά ύστερα από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα καταγγέλθηκε εκ νέου και αποδείχτηκε ένοχη και διέταξε ακόμη να μαστιγωθούν μέχρι θανάτου και οι εραστές της στο χώρο του εκκλησιαστηρίου».6

    Είναι λοιπόν φανερό ότι σύμφωνα με αυτό το απόσπασμα του Σουητώνιου, το όνομα της Εστιάδας στο ποίημα ήταν Κορνηλία (Cornelia, στα λατινικά). Και αυτό γιατί το αρχικό γράμμα αυτού του γυναικείου ονόματος συμφωνεί με εκείνο που βλέπουμε στο μότο του ποιήματος. Επιπλέον η Κορνηλία ήταν «Μεγίστη Εστιάδα»,λέει ο Ρωμαίος ιστορικός, « Ποντίφισσα», όπως την αναφέρει στο ποίημα ο ποιητής. Χωρίς αμφιβολία, λοιπόν, σ’ αυτό το χωρίο του Σουητώνιου έχουμε τη «Βεστάλη» του ποιήματος. Επομένως με την έρευνα αυτή αποδεικνύεται ότι η  έμπνευση του Ποιητή στηρίζεται σε ιστορικό γεγονός και ότι η «Βεστάλη» του ποιήματος δεν είναι μια οποιαδήποτε Εστιάδα που αθέτησε τον όρκο της, αλλά αυτή που αναφέρεται στο απόσπασμα του Λατίνου ιστορικού. Αν υπάρχει τώρα κάτι που μας το έκρυψε ο Ουράνης, για να γίνει η Εστιάδα πιο συμπαθής στα μάτια μας, είναι ότι δεν ήταν «η πρώτη φορά» που υπέκυπτε στο ερωτικό της πάθος. Όσο γι’ αυτό νομίζω πως είχε το δικαίωμα να το κάνει: ποίημα έγραψε ο άνθρωπος, όχι ιστορία.

                                                                 

               ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  • Γ. Π. Σαββίδης, Καρυωτάκης: Ποιήματα και πεζά, εκδ. ΕΡΜΗΣ, Αθήνα, 1972, σ. 134.
  • Μιχ. Στασινόπουλος, Ζεστή καρδιά, Περ. Νέα Εστία, 1\11\1953,τευχ. 632.
  • Δες σχετικά στο βιβλίο του Πάνου Καραβία Οκτώ μορφές, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1979,σ.239.
  • Πλούταρχος, Κικέρων,
  • Σουητώνιος , ( μετάφρ. Ν. Πετρόχειλος), Τιβέριος, LIII, 2, εκδ. «Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης», Αθήνα, 1997.
  • Σουητώνιος,,;o. π. Δομιτιανός, VIII, 4.
 
             

 

                          

               

                                                           

                          

 

 

                                          

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.