Loading...
ΚείμεναΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

 Φάνης Κωστόπουλος: ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ ( κείμενο για την Αθήνα )

             

         « Άφθονα ίχνη γλαυκού μέσα στο αίμα», που, ενώ  για τον Ελύτη αυτό  σημαίνει  ουρανό  και θάλασσα, για μένα, το κάποτε αλάνι της Αθήνας, δεν είναι παρά το χρώμα της παιδικής ηλικίας, το χρώμα που τα δείχνει όλα γελαστά και άδολα, σαν τον αττικό ουρανό.                   

                                                                                                                                      

      Πολύ συγκινητικό και ασυνήθιστο συνάμα, για να μην πει κανείς εξωπραγματικό, να δέχεσαι, στην εποχή των δορυφορικών μεταδόσεων και της κινητής τηλεφωνίας, μακροσκελή επιστολή από έναν παιδικό φίλο η οποία σε γυρίζει εβδομήντα και πλέον χρόνια πίσω, τότε που η παιδική ηλικία τα έκανε να φαίνονται όλα όμορφα και χαρούμενα σαν παιχνίδι, μολονότι οι μνήμες από τον Εμφύλιο πόλεμο ήταν ακόμα νωπές και η φτώχεια έμπαινε ή έβγαινε από όλες σχεδόν τις πόρτες της Αθήνας. Έχω πάντως την εντύπωση — και ελπίζω να μην κάνω λάθος – ότι τέτοιες επιστολές που αναφέρονται στη ζωή μιας άλλης εποχής και σε παιδικές αταξίες που δείχνουν αυτή την εποχή ακόμη πιο ανάγλυφα, δεν πρέπει ν΄ απευθύνονται μόνο σε ένα πρόσωπο, αλλά σε όλο τον κόσμο. Είναι κι αυτές ενδιαφέρουσες, θα μπορούσε να πει κανείς, όπως εκείνη η περίφημη επιστολή για την οποία η Emily Dickinson, με τον υψηλό σε νοήματα ποιητικό της λόγο, έλεγε:

                                        Είναι το γράμμα μου προς τον Κόσμο

                                        Ο οποίος δεν έγραψε ποτέ σε Μένα.

       Δε σου γράφω τόσο για να  θυμηθείς, μου λέει αρχίζοντας την επιστολή ο φίλος μου, όσο πιο πολύ για να δεις και να γνωρίσεις την άλλη πλευρά της παιδικής μας ζωής, εκείνη που εσύ δεν έζησες. Είναι αλήθεια πως ούτε συ ούτε κι ο Παύλος είχατε μια τόσο ελεύθερη και εκτροχιασμένη ( αν δε θέλετε να πω ευτυχισμένη ) παιδική ζωή όσο εγώ. Παίξατε όσο παίξατε μέσα στα όρια της γειτονιάς μας, στο τετράγωνο που σχηματίζουν και σήμερα οι αθηναϊκοί δρόμοι Προύσσης, Αλκαμένους, Εϋνάρδου και Αριστομένους. Έπειτα είχατε και μια σχολική υπόληψη που για να τη διατηρήσετε αλώβητη, δηλητηριάζατε πολλές από τις χαρούμενες στιγμές που μας έδινε το παιχνίδι. Ο αθηναϊκός χωματόδρομος, παιδικός παράδεισος της εποχής μας και άπιαστο όνειρο σήμερα, δεν είχε ποτέ καλές σχέσεις με τη σχολική μελέτη. Όσο φως έριχνε ο πρώτος στην παιδική ψυχή, το ΄σβηνε πάντα η δεύτερη. Παρ΄όλα αυτά κάτι έμεινε να θυμάστε.

       Από τη δική μου πλευρά – καλώς ή κακώς —  τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά. Είχα την πολυτέλεια, αν και πήγαινα σχολείο, να μην έχω καθόλου σχολικές σκοτούρες. Στον παιδικό μας παράδεισο, κακά τα ψέματα, τα βιβλία και το σχολείο ήταν το δέντρο της γνώσεως. Αυτό το είχα καλά χωνέψει και έμενα πιστός στην εντολή Εκείνου, του Θεού ή του Εωσφόρου, δεν έχει σημασιά. Άφηνα λοιπόν τη σουρτούκα την καρδιά μου να με πηγαίνει όπου θέλει. Γι΄ αυτό, όταν δεν έπαιζα μαζί σας, πήγαινα με τα παιδιά του δρόμου, αυτούς τους άγγελους του Σατανά, όπως τα έλεγε μια θρήσκα γριά της γειτονιάς μας.

Όπως είχατε εσείς τη σοφία των βιβλίων, έτσι είχαν και αυτά τη σοφία των δρόμων. Κάτι είχαν λοιπόν να μου πουν, κάτι και να μου διδάξουν. Και πιο πολύ απ΄ όλα να ταξιδεύω χωρίς χρήματα πίσω στον προφυλακτήρα του τραμ: στα Σεπόλια, στην Καλλιθέα, στα Πετράλωνα , στο Ρουφ, παντού όπου πηγαίνανε οι γραμμές. Τα μέρη αυτά, εκείνη την εποχή και για ένα παιδί οχτώ ή δέκα ετών, δεν ήταν αθηναϊκές  συνοικίες∙ ήταν ένας ολόκληρος κόσμος. Έφευγες με το τραμ γι΄ αυτά τα μέρη παιδί και γύριζες Μάρκο Πόλο. Και αυτό γιατί «το παιδί» λέει ο Μπωντλαίρ «βλέπει τα πάντα καινούργια… είναι διαρκώς μεθυσμένο». Αυτά τα μικρά ταξίδια τα παιδιά  των καλών οικογενειών, εσύ, δηλαδή, ο Παύλος και τα άλλα σκολιαρόπαιδα    που ήταν όμοια με σας, τα  λέγατε, με την πιο χτυπητή περιφρόνηση, αλητεία. Και όλα αυτά γιατί έτσι ακούγατε να τα λένε οι μεγάλοι. Πόση όμως υποκρισία και ζήλια κρυβόταν μέσα σ΄αυτή την κοινωνικά στιγματισμένη λέξη! 

       Η πρώτη μέρα που σε γνώρισα είναι, νομίζω, αρκετά εύγλωττη. Ήταν φθινόπωρο ή άνοιξη; Δε θυμάμαι. Εκείνο που θυμάμαι — και το θυμάμαι καλά – είναι ότι δεν πήγαινα ακόμη σχολείο. Το ίδιο ίσχυε και για σένα αφού είχαμε την ίδια ηλικία. Ήταν πάντως ένα ηλιόλουστο πρωινό που είχα ξεπορτίσει κρυφά απ’ τη μάνα  μου ( και αυτό δεν πρέπει να ήταν η πρώτη φορά που γινόταν ) και είχα αρχίσει να κατηφορίζω τον πρώτο χωματόδρομο που βρήκα μπροστά μου, την Προύσσης.  Στην πρώτη γωνία που έφτασα, συνάντησα την Αλκαμένους και έστριψα αριστερά. Δυο πόρτες πιο πέρα ήταν το σπίτι σου. Ένα δίπατο νεοκλασικό κτίσμα με υπέροχα στη σκεπή του ακροκέραμα. Στην πόρτα, στην εξώπορτα για την ακρίβεια, στεκόταν ένα μικρό αγόρι στην ίδια ηλικία με μένα. Είχε τα μαλλιά του ξανθά και ήταν όμορφο σαν αγγελούδι. Είναι όμως αλήθεια ότι δεν μου έκανε τόσο εντύπωση η σεραφική σου ομορφιά, όσο η κατάσταση που σε βρήκα. Ήσουν-  ποιος θα το πίστευε; – δεμένος στη μέση με το σκοινί της μπουγάδας. Και να ήθελες να κατέβεις στο πεζοδρόμιο, δεν μπορούσες. Είχαν υπολογίσει το σκοινί να φτάνει ως το κατώφλι της εξώπορτας. Εκεί τέλειωνε ο κόσμος για σένα. Εκεί ακριβώς που άρχιζε ο κόσμος για μένα και απλωνόταν σε όλη την πόλη. Τα μέτρα που είχαν λάβει είχαν πράγματι μια ασφάλεια. Ήταν όμως θλιβερά για σένα. Ακόμα πιο θλιβερά βέβαια ήταν τα πρώτα λόγια που μου απεύθυνες. Με ρώτησες αν υπήρχαν άλλα παιδιά στο δρόμο που άφησα, στρίβοντας τη γωνία λίγα μέτρα από το σπίτι σου.  Ήμουν πολύ μικρός για να δώσω όνομα σ΄αυτό που εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα. Το λέει όμως ξεκάθαρα η πράξη μου: Χωρίς να σου δώσω απάντηση, έφυγα αστραπή και αστραπή γύρισα με το πιο κοφτερό τραπεζομάχαιρο της μάνας μου. Έκοψα το σκοινί – πρέπει να το θυμάσαι ! – με τα μικρά και τρυφερά ακόμη παιδικά μου χέρια. Κρύψαμε ύστερα το μαχαίρι κάτω απ΄ την ξύλινη  σκάλα που οδηγούσε στο επάνω πάτωμα, στο σπίτι σου. Βρήκες τότε την κίνηση που σου έλειπε, και φύγαμε για να γνωρίσουμε τον κόσμο… Ήταν η πρώτη και τελευταία αλητεία της ζωής σου. Ποτέ ως τώρα δεν είδα πάλι το πρόσωπό σου έτσι να λάμπει. Ήταν σαν ένα βάζο από αλάβαστρο που φωτιζόταν από μέσα. Κι αυτό το φως που έτσι πηγαία έβγαινε απ΄ τα σπλάχνα σου και σε φώτιζε δεν ήταν τίποτε άλλο απ΄ το φως της αλητείας και της ελευθερίας που τόσο σου έλειπαν.

        Τα καλοκαίρια, που άρχιζε η θερινή περίοδος των σχολικών διακοπών, τα παιδιά, ακόμη και τα πιο φτωχά, δεν είχαν ανάγκη από θάλασσα. Υπήρχαν οι λίμνες, όπως τις έλεγαν, και, αν θυμάμαι καλά, με θαλασσινό νερό, λόγω της λειψυδρίας που υπήρχε τότε στην Αθήνα τα καλοκαίρια. Οι λίμνες της πλατείας Αιγύπτου, της πλατείας Κουμουνδούρου και του Αγίου Παντελεήμονα Αχαρνών ήταν γεμάτες παιδιά. Οι ασημένιες φωνές τους και τα χαρούμενα πλατσουρίσματά τους έκαναν, εκείνα τα καλοκαιρινά πρωινά, την ατμόσφαιρα  ευχάριστη, γιορταστική.

Κάτι ανάλογο, θυμάμαι, γινόταν και στα  Σεπόλια, γεμάτα περιβόλια τότε. Τα μεσημέρια,  με τις μεγάλες ζέστες, πέφταμε να δροσιστούμε στο κρύο, πηγαδίσιο  νερό της στέρνας. Και δεν το κάναμε αυτό με την άδεια του περιβολάρη, αλλά με το δικαίωμα που μας έδινε η ηλικία στην οποία όλα σχεδόν συγχωρούνται. Αυτά τα αθηναϊκά νερά, τα τρυφερά εκείνα χρόνια, για μας που ζούσαμε σαν τα υδρόχαρα φυτά, ήταν πιο ιερά κι από τον Ιορδάνη. Βούταγες παιδί και έβγαινες άγγελος. Εποχή θαυμάτων θα έγραφε το δικό μας συναξάρι. 

       Ωστόσο, στα δεκαπέντε μου χρόνια, θα ΄λεγε κανείς πως η  Αθήνα στένεψε ξαφνικά και έπαψε να με χωράει. Όπως θυμάσαι, η πόλη των παιδικών μας χρόνων, μέρα με τη μέρα, άλλαζε πολύ. Οι χωματόδρομοι άρχισαν να σκεπάζονται με άσφαλτο, τα αυτοκίνητα — που γίνονταν όλο και περισσότερα —  έδιωξαν το παιδί, τη χαρούμενη αυτή νότα των πόλεων, από τους αθηναϊκούς δρόμους και οι πρώτοι σηματοδότες έκαναν την εμφάνισή τους στους πιο κεντρικούς δρόμους της πρωτεύουσας, ενώ οι Αθηναίοι, απρόθυμοι να υπακούσουν στον νέο κώδικα κυκλοφορίας, μίλαγαν ειρωνικά για Σταμάτη και Γρηγόρη. Το πιο τρομερό όμως χτύπημα αυτής της αλλαγής ήταν η κατάργηση του τραμ. Αυτό το μεταφορικό μέσο, που μαζί με το μόνιππο, είναι ό,τι πιο γραφικό και ρομαντικό μπορεί να έχει μια πρωτεύουσα, η Αθήνα θέλησε να το ξεφορτωθεί όσο το δυνατό πιο γρήγορα.

Έτσι έβαλε τελεία και παύλα και στην παιδική μου αλητεία. Πράγματι,  το παιδί που ήμουν τότε έφυγε με το τελευταίο τραμ απ΄ αυτή την πρωτεύουσα. Από τη στιγμή αυτή και ύστερα δεν με ξαναείδαν οι αθηναϊκοί δρόμοι . Γύρισα οριστικά και αμετάκλητα εκεί που σε είχα αφήσει: στα βιβλία. Ήταν, βέβαια, μεγάλη η πνευματική απόσταση που μας χώριζε. Δεν άργησα όμως να την καλύψω. Και λέω έτσι γιατί αυτά που λίγο πριν μου έδιναν οι αθηναϊκοί δρόμοι, το ταξίδι και την περιπέτεια, τώρα μονάχα τα βιβλία μπορούσαν  να μου τα δώσουν. Αν λοιπόν εσύ διάβαζες τότε γιατί έπρεπε να μορφωθείς, εγώ διάβαζα γιατί μόνο έτσι μπορούσα να επιβιώσω. Και είναι αλήθεια πως όσο περισσότερο άλλαζε η Αθήνα, τόσο πιο πολύ άλλαζα κι  εγώ με τα βιβλία. Έτσι έφτασε, μέσα σε πολύ λίγο χρόνο, εγώ και η γενέθλια πόλη να είμαστε τελείως αποξενωμένοι. Μάλιστα τώρα που το λέω μου ΄ρχεται στη σκέψη ο περίφημος στίχος του Μπωντλαίρ :

               Αλίμονο! αλλάζει η πόλη πιο γρήγορα κι απ΄την καρδιά  τ΄ανθρώπου.

Να, λοιπόν, γιατί , ενώ ήμουν ακόμη στην εφηβεία, «γέρασα γύρω στα δεκαοχτώ», όπως λέει ο Ελύτης, και άρχισα να ζω όπως οι ηλικιωμένοι: με τη μνήμη και τη νοσταλγία. Και άλλαζε η Αθήνα γιατί ρήμαξαν τα νεοκλασικά της σπίτια στο όνομα του εκσυγχρονισμού και των μεγάλων συμφερόντων. Νιώθω ακόμη να τη ρημάζουν μέσα μου. Αναρωτιέμαι τι θα μου βρουν , αν με ανοίξουν οι γιατροί τώρα…

      Πλήρωσα , βέβαια , ακριβά αυτή την όμορφη παιδική ζωή. Έχασα, όπως θυμάσαι, δυο σχολικές χρονιές. Για τίποτα όμως δε μετάνιωσα γιατί τα κέρδισα στο τέλος όλα: τις επίσημες περγαμηνές δυο φιλολογιών, χωρίς να στερηθώ τίποτα από την αλητεία της εποχής μου. Ήμουν όμως τυχερός, πολύ τυχερός στην αλητεία μου. Οι δρόμοι και οι χωματόδρομοι της Αθήνας, αυτά τα τακίμια της παιδικής μας ζωής, δεν είχαν χάσει ακόμη την ιερή τους δύναμη να μπορούν να δίνουν στο μικρό παιδί το χώρο τους για το παιχνίδι, ενώ με την ήρεμη ομορφιά τους και τη γηραιά  σοφία τους, την « αδιατίμητη», όπως επισημαίνει ο νομπελίστας ποιητής, έκαναν κάθε γαβριά, λέει ο Ουγκώ, « ένα μικρό Ραμπελαί ».Σε κούρασα όμως πολύ. Δεν μπόρεσα να είμαι πιο σύντομος, κι ας προσπάθησα. Έγραφα, βλέπεις, με την καρδιά και όχι με το νου. Κι αυτή δεν έχει μέτρο. Αυτόν τον τελευταίο λόγο θα σου πω ακόμη και θα κλείσω αυτό το γράμμα, που ήθελα από πολύ καιρό να σου στείλω. Δάνεισέ μου, λοιπόν, ακόμη λίγο την προσοχή σου. Θα είμαι σύντομος . Σ΄το υπόσχομαι.

                           Ξαναγυρίζοντας στους παιδικούς μας δρόμους

                           είδα με λύπη μου

                           πως είχανε κι αυτοί τα ρούχα τους τα παιδικά πετάξει

                            κι αλλάξει τη μορφή τους, την κάποτε αγγελική.

                            Το χτύπημα όμως το πιο δυνατό,

                            που ράγισε μέσα μου τον καθρέφτη της μνήμης,

                            είναι πως οι ΔΡΟΜΟΙ, οι ΧΩΜΑΤΟΔΡΟΜΟΙ για την ακρίβεια,

                            οι άλλοτε φίλοι μας και συμπαίχτες,

                            είναι μονάχοι πια,

                            χωρίς παιδιά  που χαίρονταν το χώμα τους

                            και γι΄αντιχάρισμα τους έδιναν την καρδιά τους.

                                                                *

                           Σήμερα και στις δυο παρειές των παιδικών μας δρόμων,

                           τις μακιγιαρισμένες με άσφαλτο,

                                    μόνο αυτοκίνητα υπάρχουν

                                    μόνο τέλη κυκλοφορίας

                                   μόνο κάρτες καυσαερίου

                                   μόνο ασφάλειες τροχοφόρων

                                   μόνο φόροι αυτοκινήτων

                                   μόνο αυτό που θα φέρει χρήμα.

                                  Γι΄αυτά και μόνο γι΄αυτά οι δρόμοι σήμερα.

     Υγεία σού εύχομαι, το πιο πολύτιμο ! Και μην ξεχνάς ποτέ τα λόγια που είπε ο Μπάιρον για τη γενέθλια πόλη μας: « Η πιο πληγωμένη και η πιο ξακουστή απ΄όλες τις πόλεις ».

                                                      ————————-                                                                                                                                                                                                                                                     

                                                                 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

               

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

                                               

                                                                                                                                                                                                                                                                                                

 

     

  

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.