Loading...
ΚείμεναΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

 Φάνης Κωστόπουλος: Σε χαρτί τετραδίου αριθμητικής  

                                              ( Ένα φεγγάρι με τον ποιητή Νίκο Καρούζο )

   

Γράφω – αν και δεν το συνηθίζω – αυτή τη φορά  σε χαρτί τετραδίου αριθμητικής, που γράφαμε μικρά παιδιά στο δημοτικό. « Κάθε σπιτάκι και ένας αριθμός», μας έλεγε τότε η δασκάλα, η όμορφη δεσποινίς Ζαφειρία, της οποίας, ερωτευμένο παιδί καθώς ήμουν, ήθελα να ‘χω την προσοχή της και της έκανα διαρκώς φασαρία… Και εμείς τα «πεκένια», τα μαγεμένα από τα νιάτα της και την ομορφιά της, ακολουθούσαμε πιστά τη σοφή συμβουλή της, γρατζουνίζοντας αριθμούς στο χαρτί, το γεμάτο τετραγωνάκια. Τώρα τα παιδιά έχουν κομπιουτεράκι. Γράφει αυτό τους αριθμούς και κάνει για λογαριασμό τους την προπαίδεια. Όλα τα παιδιά σήμερα παίρνουν άριστα στην αριθμητική. Κανένα δεν κάνει λάθη στις τέσσερεις πράξεις της. Απλώς εμείς ήμασταν χοντροκέφαλοι.

  Αυτή η παιδική ανάμνηση, σχολική και τρυφερή συνάμα, έκανε τη σουρτούκα μνήμη μου να πάει και πιο πέρα, σε άλλη φάση της ζωής μου, πιο ενδιαφέρουσα ίσως για τους άλλους, πιο λυπηρή όμως για μένα, γιατί μου θύμιζε προσπάθειες που άφησα ανεκμετάλλευτες. Άλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά που η σκέψη μου – τις χειμωνιάτικες μέρες, τις τεφρές και μελαγχολικές, που το κρύο περονιάζει και νυχτώνει γρήγορα, λες και κατέβηκε η Περσεφόνη στον Άδη – γυρίζει πίσω στο παρελθόν, στις ξένοιαστες μέρες της νιότης μου, τότε που συναναστρεφόμουν ανθρώπους του πνεύματος, ανθρώπους που σήμερα είναι θρύλοι και υπάρχουν μόνο στα βιβλία.

   Ένας απ’ αυτούς, τους λίγους και εκλεκτούς, είναι και ο  Νίκος Καρούζος (1926-1990 ), ο ποιητής που ήθελε οι Έλληνες να λέμε  «τη φύση μητέρα μας και όχι θεία μας» . Με την Επιστροφή του Χριστού, που είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του, κάνει την εμφάνισή του στα ελληνικά γράμματα το 1954, ενώ στο σύνολο του  έργου του – που έχει βραβευτεί με το Β΄ Κρατικό Βραβείο το 1963, το Βραβείο των Δώδεκα το 1962 και με το Α΄ Εθνικό Βραβείο μαζί με τον Τάκη Βαρβιτσιώτη και τον Μίλτο Σαχτούρη το 1972 – συμπυκνώνει τη βιωματική του σχέση με την κοινωνία  σε ποιητικές εικόνες που εκφράζουν τον προβληματισμό  του μπροστά στο άρρητο μυστήριο του κόσμου.

                                                           *

   Τον γνώρισα ένα  βράδυ στην πλατεία Κολωνακίου όπου σύχναζε. Τον άφησα στην ίδια πλατεία, όταν κάποιο πρωινό του Μάη πέταξα για μεταπτυχιακές σπουδές στις ΗΠΑ. Ήταν μια εποχή πολύ μακρινή από εκείνη  που η γενέτειρά του, το Ναύπλιο, δεν είχε μετά τον θάνατό του  ακόμα πάρει την απόφαση να δώσει το όνομά του σε έναν δρόμο της, μιαν απόφαση που πυροδότησε την έκρηξη ενός επονείδιστου καβγά μεταξύ των συμπατριωτών του και έκανε το πανελλήνιον να τους κράξει με ιερή αγανάκτηση: «Αιδώς Αργείοι!»

   Αυτό που μας έφερε για ένα φεγγάρι τον ένα κοντά στον άλλο ήταν η αγάπη μας για τη γαλλική ποίηση. Ο  Μπωντλαίρ, ο Βιγιόν, ο Ρεμπώ, ο Βερλαίν ή ο Βαλερί ήταν κάθε βράδυ στο στόμα μας.  Ακόμα θυμάμαι εκείνους τους ωραίους στίχους που είχα τη σπάνια τύχη να τον ακούσω να τους απαγγέλλει ο ίδιος :

              Μη με διαβάζετε…..

             Όταν δεν ξέρετε πως ο ωραίος Modigliani

             τρεις η ώρα τη νύχτα μεθυσμένος

             χτυπούσε βίαια την πόρτα ενός φίλου του

            γυρεύοντας τα ποιήματα του Βιγιόν

           κι άρχιζε να διαβάζει ώρες δυνατά

           ενοχλώντας το σύμπαν.

 Μεγάλη όμως αγάπη και σεβασμό έτρεφε και για τον κορυφαίο συγγραφέα του ελληνικού διηγήματος, τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, για τον οποίο λέει σε ένα από τα ποιήματά του:

         Μεγάλος άνθρωπος και ανέσπερος Έλληνας που κράτησε

         τον πόνο στο σωστό του ύψος.

                                                     *

   Ήταν, θυμάμαι, μια από τις μακρόσυρτες εκείνες μέρες του Ιούνη,  που όπως λέει ο Ναυπλιώτης ποιητής,

                    Η Αττική τη νέαν ημέρα ύφαινε στα μάτια.

Πίναμε τον καφέ μας  στην πλατεία Κολωνακίου, στα  Νούφαρα,  που ήταν το στέκι μας. Εκείνη την εποχή δοκίμαζα τις δυνάμεις μου στο σονέτο, μια ποιητική μορφή πολύ απαιτητική, που μου άρεσε από τα μαθητικά μου χρόνια. Ντρεπόμουν στην αρχή να δώσω σε έναν  ποιητή να διαβάσει στίχους μου σε μια τόσο παλιά ποιητική μορφή που δεν γράφει πια κανείς σήμερα. Εκείνη την ημέρα όμως  βρήκα το θάρρος και έδωσα στον Καρούζο ένα από τα δυο ή τρία σονέτα που είχα ως τότε γράψει. Το σονέτο επιγράφεται Αλήτες και ήταν αφιερωμένο στον Αρθούρο Ρεμπώ. Ίσως αυτή η αφιέρωση με ξεθάρρεψε και του το ‘δωσα να το διαβάσει. Το παραθέτω ολόκληρο:                                

Αλήτες

                                                        Στον Αρθούρο Ρεμπώ

                        

                        Αλήτες  νεφοπρίγκιπες, πουλιά ταξιδεμένα,

                        Ήλιος σε λάκκου απόνερα είν’ το χαμόγελό σας

                       Και στάζει μες στη θύμηση λιμάνια καπνισμένα,

                       Βρόμικα και περήφανα – εικόνα κι είδωλό σας.

                                                              *

                       Στα καλντερίμια της ζωής σπαθιά ξεγυμνωμένα

                      Και στις βλαστήμιες , τις φωνές, το γέλιο το τρελό σας

                     Φαντάζετε ‘’φωνήεντα’’ τ’ Αρθούρου σκορπισμένα,

                     Κωδωνοστάσια της καρδιάς και καπηλειά της γλώσσας.

                                                                *

                       Ο θάνατός σας άγνωστος και ξένος μες στην πόλη,

                       Καθώς αυτών που λούστηκαν τη λάμψη του πολέμου

                      Και φόρεσαν ανώνυμοι τον ήλιο νεκροστόλι.

                                                               *

                   Για το λερό κουφάρι σας, μπαίγνιο φριχτό τ’ ανέμου,

                   Μήτ’ ένα βλέμμα αδιάφορο σ’ αυτό κανείς δε ρίνει,

                  Της Αρετής απόπαιδα και του Μουρίλλο κρίνοι.

Θα πρέπει να το διάβασε περισσότερο από δυο φορές, γιατί το κράτησε κάμποση ώρα. Κάποια στιγμή – αφού πρόσεξε το περιεχόμενο, τις ρίμες, το μέτρο – σήκωσε το κεφάλι από το χειρόγραφο  και με κοίταξε. Η παρατήρηση που έκανε, σπρώχνοντας με το άλλο χέρι πίσω τα μαλλιά του, ήταν η ακόλουθη: «Γιατί τους το χαρίζεις και βάζεις σε εισαγωγικά τη λέξη! Όποιος δεν ξέρει το σονέτο Voyelles ( Φωνήεντα ) του Ρεμπώ δεν αξίζει να είναι αναγνώστης σου». Από αυτή την παρατήρηση κατάλαβα ότι στην ποίηση πρέπει να υπαινίσσεσαι  και όχι να εξηγείς.

  Την ίδια εκείνη μέρα μού πρόσφερε ένα αντίτυπο  της νέας συλλογής ποιημάτων του Λευκοπλάστης για μικρές και μεγάλες αντινομίες» με μια πολύ κολακευτική αφιέρωση. Πάντως, όσο κάναμε παρέα δεν θυμάμαι ποτέ να είχαμε πολιτική συζήτηση. Ίσως γιατί ήταν ακόμη Χούντα. Ναι, πρέπει να ήταν στις αρχές της δεκαετίας του ’70 και τέτοιες συζητήσεις αποφεύγονταν σε ανοιχτό χώρο, όπως ήταν η πλατεία Κολωνακίου. Οι στίχοι που ακολουθούν και έχουν κάποια πολιτική απόχρωση γράφτηκαν λίγο αργότερα, όταν εγώ ήμουν πια στην Αμερική:

                      Του Τρότσκι τη διαρκή επανάσταση

                      τη γκρέμισα στου Ιησού τη διαρκή συγγνώμη.

                                                   *

   Ο Χάρος πλησίαζε, αλλά ήταν ακόμη νωρίς για να του χτυπήσει την πόρτα. Ωστόσο, σε αυτή τη συλλογή που κράταγα στα χέρια μου, η ποιητική του αντένα τον είχε επισημάνει να έρχεται από μακριά αργοβάδιστος και με σαρκαστική διάθεση :

                    Η νύχτα του Καρκίνου μπερδεύει το περπάτημα

                               Με περιπαίζει ασύστολα…

Δεν έπεσε έξω… Έγινε ακριβώς όπως το λένε οι στίχοι του…       

    

                                               

            

 

              

                              

      

            

            

                              

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.