Loading...
ΚείμεναΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Φάνης Κωστόπουλος: Σχολιάζοντας ένα κείμενο Αθηναιογράφου  

           Ένα βράδυ, που δεν είχα διάθεση για τίποτα, πήρα να διαβάσω το βιβλίο Σειραί του Δημήτριου Καμπούρογλου (1852-1942), του γνωστού λόγιου, συγγραφέα, ιστορικού και κατεξοχήν αθηναιογράφου. Και αυτό όχι τόσο από ενδιαφέρον γι’ αυτό το βιβλίο, όσο για ν’ αλλάξει η διάθεσή μου εκείνο το βράδυ. Σ’ αυτό το λιγοσέλιδο βιβλίο, που μόλις ξεπερνά τις 120 σελίδες, ο ακαταπόνητος αυτός εργάτης του πνεύματος έχει συγκεντρώσει σύντομα σημειώματά του για την παλιά αθηναϊκή ζωή και παράδοση. Ανάμεσα στα σημειώματα αυτά είναι και ένα που τράβηξε την προσοχή μου περισσότερο και ανάγκασε τη σκέψη μου να επικεντρωθεί στο θέμα του για κάμποση ώρα. Επιγράφεται Μαρμάρων εκδίκησις. Ο τίτλος του βέβαια δεν μου έλεγε πολλά για να καταλάβω επακριβώς ποιο ήταν το θέμα του. Επομένως, το ενδιαφέρον μου έγινε πιο έντονο, όταν διάβασα όλο το κείμενο του σημειώματος. Και αυτό γιατί αμέσως ήρθαν στη μνήμη μου βιώματα και διαβάσματα που είχα σχεδόν ξεχάσει. Πρέπει ακόμη να πω ότι αυτά τα σημειώματα είναι τόσο σύντομα, ώστε πολύ συχνά ούτε μισή σελίδα βιβλίου δεν καλύπτουν. Τέτοιο ακριβώς είναι και αυτό το σημείωμα για το οποίο έκανα λόγο πιο πάνω και το οποίο εδώ θα μας απασχολήσει. Γι’ αυτό και το παραθέτω ολόκληρο, χωρίς να διορθώσω, να προσθέσω ή να αφαιρέσω τίποτα.

«Τα παραδοξότερα απομνημονεύματα θα ημπορούσε να τα γράψει το Πεντελικόν, δια την τύχην των μαρμάρων του∙ διότι με αυτά εδημιουργήθησαν μεν έργα του Καλαμίδος, του Φειδείου, του Κηφισοδότου και του Πραξιτέλους, ετερατουργήθησαν όμως και ο Σωκράτης και ο Πλάτων της Ακαδημίας μας. Αφίνω αμνημόνευτα τα διάφορα σκαλοπάτια και τας ποικίλας άλλας χρησιμοποιήσεις των μαρμάρων του Πεντελικού!     

   Εκδικούνται όμως και αυτά με το άγαλμα της λεωφόρου Αμαλίας∙ διότι, άμα ο πιστός κάμη τον  Σταυρόν του πίσω από το ιερόν της Παναγίας ( Σωτήρας ) του Λυκοδήμου      ( και όχι από το μέρος της Σλαβικής αποβαρβαρώσεώς της, του Αγίου Νικοδήμου ) ευρίσκεται έξαφνα προ της απροόπτου γυμνότητος του Πεντελησίου Ξυλοσχίστου, δια τον οποίον εχάθη φαίνεται κάποιος πυκνόφυλλος δημόσιος κήπος».

Σ’ αυτό το σημείωμα ο Καμπούρογλου θυμάται την Πεντέλη, το βουνό της Αττικής με τα χιονόλευκα μάρμαρα, που είναι διεθνώς γνωστά όπως και εκείνα της Πάρου. Για τούτα τα τελευταία ο André Chénier, o Ελληνογάλλος ποιητής, λέει σε δική μου απόδοση στην ωδή που έγραψε για τη Charlotte Corday, αυτή την Ιουδίθ της Γαλλικής Επανάστασης, που φόνευσε τον Μαρά μέσα στο λουτρό του, το οποίο είχε διασκευαστεί σε γραφείο λόγω της βαριάς δερματικής πάθησης από την οποία έπασχε και ήταν υποχρεωμένος να μένει αρκετές ώρες στο νερό.

Η Ελλάδα, ω ένδοξη κόρη!/ Θαυμάζοντας το θάρρος σου,/ Απόσωνε το πάριο μάρμαρο,/ Για να στήσει το άγαλμά σου / Δίπλα σ’ αυτό του Αρμόδιου / Και στο άλλο του φίλου του.

Από αυτό το πεντελικό μάρμαρο, λέει ακόμη ο Καμπούρογλου, δεν βγήκαν μόνο αριστουργήματα, αλλά και τερατουργήματα. Για τα πρώτα δεν αναφέρει έργα γλυπτικής, αλλά μόνο ονόματα μεγάλων δημιουργών της αρχαιότητας. Πάντως, εκείνη η γενική «του Καλαμίδος» ενοχλεί, νομίζω, το μάτι του αναγνώστη. Κάλαμις ήταν το όνομα του αρχαίου αυτού καλλιτέχνη και, σύμφωνα με τους κανόνες της γραμματικής, η γενική αυτού του ονόματος είναι, Καλάμιδος και όχι Καλαμίδος. Ο Κάλαμις, που έζησε και έλαμψε με το έργο του στο πρώτο μισό του 5ουπ. Χ. αιώνα, το πιο πιθανό είναι να ήταν Αθηναίος, επειδή τα πιο πολλά έργα του στόλιζαν την Αθήνα. Το πιο σημαντικό έργο του, που δεν σώζεται σήμερα, είναι το χάλκινο άγαλμα της Αφροδίτης στην Ακρόπολη της Αθήνας. Ο Λουκιανός, όμως, θαυμάζει και επαινεί ένα άλλο, τη Σωσάνδρα, που ήταν επίσης στην Ακρόπολη και απέδιδε την Ήρα ή τη μητέρα του Ηρακλή, την Αλκμήνη, ή μια από τις αμαζόνες.

Για τα τερατουργήματα κάνει το αντίθετο: αντί για ονόματα γλυπτών, παραθέτει δυο έργα γλυπτικής, τον Σωκράτη και τον Πλάτωνα της Ακαδημίας Αθηνών. Είναι βέβαια γνωστό σε αυτούς που αγαπούν τις εικαστικές τέχνες ότι τα γλυπτά που κοσμούν την Ακαδημία Αθηνών είναι έργα του Λεωνίδα Δρόση (1834- 1882). Το γεγονός όμως ότι ο καλλιτέχνης αυτός πέθανε πρόωρα, στους ανδριάντες του Σωκράτη και του Πλάτωνα πρόλαβε να φιλοτεχνήσει μόνο τα προπλάσματα. Στο μάρμαρο λαξεύτηκαν από έναν Πολωνό γλύπτη, τον Fr. Meltzinsky. Αυτόν πρέπει να είχε στη σκέψη του ο Καμπούρογλου, χαρακτηρίζοντας αυτά τα αγάλματα τερατουργήματα και όχι τον Δρόση, γιατί, όπως λένε αυτοί που γνωρίζουν και κρίνουν τα έργα της γλυπτικής, η αναπαραγωγή αυτών των ανδριάντων στο μάρμαρο δεν είχε επιτυχία.

Για την εκδίκηση των μαρμάρων, η οποία αναφέρεται στον τίτλο του κειμένου και είναι το θέμα του σημειώματός του, γίνεται λόγος στη δεύτερη παράγραφο. Τα πεντελήσια μάρμαρα, κατά τη γνώμη του Καμπούρογλου, εκδικούνται με «το  άγαλμα της λεωφόρου Αμαλίας». Και εκδικούνται, γιατί, καθώς ο πιστός χριστιανός πορεύεται στον δρόμο που φέρει το όνομα της πρώτης βασίλισσας της Ελλάδας, και φτάνει στο ιερό της Παναγίας του Λυκοδήμου, σταυροκοπιέται,  όπως κάθε πιστός χριστιανός  που πλησιάζει σε εκκλησία, όχι μόνο μπροστά στο ιερό της Παναγίας, αλλά και μπροστά στο άγαλμα του Ξυλοσχίστη που με τη γυμνότητά του προκαλεί «την δημοσία αιδώ». Σήμερα βέβαια κανείς δεν σοκάρεται, βλέποντας το ίδιο άγαλμα στον κήπο του Ζαππείου και ακριβώς απέναντι από το Καλλιμάρμαρο Στάδιο. «Άλλοι καιροί, άλλα πτηνά», όπως λέει ο Ερρίκος Χάινε. Πάντως, αναρωτιέμαι αν αυτή η διαμαρτυρία του θεοσεβούς αθηναιογράφου ήταν η αιτία που ο «αδιάντροπος» Ξυλοσχίστης υποχρεώθηκε αργότερα να αλλάξει θέση.

Όσο για το ιερό της Παναγίας (Σωτήρας) του Λυκοδήμου, ο συντάκτης του εν λόγω  σημειώματος εννοεί την εκκλησία που είναι γνωστή στο αθηναϊκό κοινό ως Ρωσική εκκλησία. Πρόκειται για βυζαντινό ναό, ο οποίος κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821 υπέστη σοβαρές καταστροφές. Το 1847 η εκκλησία παραχωρήθηκε, ύστερα από αίτημα της ρωσικής πρεσβείας, στους παρεπιδημούντες Ρώσους στην Αθήνα. Με τη μεσολάβηση του αρχιμανδρίτη και καθηγητή της Ακαδημίας του Κιέβου Αντονίνου, ο ναός όχι  μόνο δεν κατεδαφίστηκε, όπως είχαν προτείνει μερικοί, αλλά και αναστυλώθηκε. Το ιερό βήμα χωρίζεται από τον κυρίως ναό με τέμπλο ρωσικής τεχνοτροπίας. Στην αριστερή πλευρά του τέμπλου είναι το παρεκκλήσι του Αγίου Νικοδήμου και στη δεξιά το παρεκκλήσι του Αγίου Νικολάου, επισκόπου Μύρων. Η αγιογράφηση του ναού έγινε από τον ζωγράφο Λούντβιχ Τιρς (1825-1909) και είναι δυτικής τεχνοτροπίας. Αυτό που πρέπει να προσέξει κανείς στην αγιογράφηση του ναού είναι η μορφή του αποστόλου Παύλου, στην οποία ο καλλιτέχνης έδωσε τα χαρακτηριστικά του βασιλέα Όθωνα. Τα εγκαίνια έγιναν το 1855 και ο ναός καθιερώθηκε στο όνομα της Αγίας Τριάδας. Πρέπει ακόμη να πω ότι, ενώ η ανατολική πλευρά με το ιερό βλέπει στη Λεωφόρο Αμαλίας, η δυτική με την είσοδο του ναού βλέπει στην οδό Φιλελλήνων. Ακριβώς απέναντι από την είσοδο και το καμπαναριό του ναού ήταν κάποτε το σπίτι όπου έμενε  με τη μητέρα του ο Εμμανουήλ Ροΐδης. Εκείνοι που διάβασαν την Πάπισσα Ιωάννα και θαύμασαν την ευρυμάθεια και το σπινθηροβόλο πνεύμα του Ροΐδη θα θυμούνται το χωρίο εκείνο, όπου ο συγγραφέας της Πάπισσας αναφέρεται στις καμπάνες της Ρωσικής εκκλησίας και στις αθηναϊκές εφημερίδες που διέκοπταν συχνά την αφήγησή του. Στο φημισμένο αυτό χωρίο ο Ροΐδης, ύστερα από μια μακροσκελή παρέκβαση, λέει:

«Αλλ΄ επανέλθωμεν εις το προκείμενον και έστω το σφάλμα των παρεκβάσεών μου εις τας εικσιεπτά των Αθηνών εφημερίδας και εις τους τέσσαρας κώδωνας της Ρωσικής εκκλησίας, διακόπτοντας ανά πάσαν στιγμήν το νήμα της διηγήσεώς μου». Και επειδή το θέμα του αθηναϊκού σημειώματος είναι τα μάρμαρα της Πεντέλης και ο σχολιασμός αυτού γίνεται σε χρόνους οικονομικής υποδούλωσης,  ας θυμηθούμε και δυο άλλα χωρία της Πάπισσας από το τρίτο μέρος του μυθιστορήματος, όπου ο συγγραφέας του βιβλίου έχει φέρει την ηρωίδα του και τον φίλο της στην ενδοξότερη αλλά και πιο πολύπαθη πόλη του κόσμου, την Αθήνα, την πατρίδα του Κίμωνα και του Περικλή. Είναι νύχτα και η αργυρή σελήνη φέγγει ως εβραϊκή, επτάφωτη  λυχνία στον αττικό ουρανό και ακριβώς επάνω από τον ιερό βράχο της Ακρόπολης. Η Ιωάννα και ο Φρουμέντιος έχουν εκείνη τη στιγμή φτάσει στα Προπύλαια και ο Ροΐδης, που δεν χάνει την ευκαιρία που του δίνεται, λέει προφητικά για τους σημερινούς συμπατριώτες του: «Δις δε ή τρις προσέκοψαν κατά καλογήρων κοιμωμένων επί των πλακών των Προπυλαίων, οίτινες ουδέ καν μετεκινήθησαν∙ καθότι οι Έλληνες είχον ήδη συνηθίσει να καταπατώνται ως σταφυλαί υπό τους πόδας των ξένων».«Η Ιωάννα», λέει πιο κάτω ο Ροΐδης, «είχε καθίσει επί μαρμαρίνου εδωλίου, ο δε Φρουμέντιος κατακλιθείς παρά της φίλης του τους πόδας εδείκνυεν αυτή τον ναόν της απτέρου Νίκης, ευχόμενος ο έρως  αυτών να διαμείνη άπτερος ως εκείνη. Ταύτα λέγοντες και δια φιλημάτων διακόπτοντες πολλάκις τον λόγον τους, ως οι συγγραφείς διά κομμάτων τας περιόδους,απεκοιμήθησαν επί του μαρμάρου της Πεντέλης, ως ο Ιακώβ επί των λίθων της Χαρράν».

Έχοντας μιλήσει αρκετά για τη δυτική πλευρά της Ροσικής εκκλησίας που βλέπει προς την οδό Φιλελλήνων, επιστρέφω πάλι στην ανατολική και «στο άγαλμα της λεωφόρου Αμαλίας.» Το πρώτο που παρατηρεί ο σημερινός αναγνώστης σε αυτό το σημείωμα του Καμπούρογλου είναι η ονομασία του αγάλματος. Πράγματι, μπορεί να μη θυμάται ή να μη γνωρίζει ότι αυτό το άγαλμα, που είναι σήμερα στον κήπο του Ζαππείου, ήταν κάποτε στη λεωφόρο Αμαλίας, θυμάται όμως, και πολύ καλά μάλιστα, ότι δεν λέγεται Ξυλοσχίστης αλλά  Ξυλοθραύστης, αφού αυτό του λένε και τα μάτια του που βλέπουν έναν άντρα να προσπαθεί να σπάσει ένα ξύλο. Πολλοί , θα έλεγα, θυμούνται και τον δημιουργό του, τον Δημήτρη Φιλιππότη (1839- 1919), τον γλύπτη που έστρεψε την ελληνική γλυπτική από τον κλασικίζοντα ρομαντισμό στον δυναμικό ρεαλισμό με θέματα από τους ανθρώπους του μόχθου, όπως ο Ξυλοθραύστης. Στο άγαλμα αυτό ο Φιλιππότης άρχισε να  δουλεύει το πρόπλασμά του το 1872 και το τέλειωσε το 1875. Χρειάστηκε να περάσουν περίπου τριάντα χρόνια για να το μεταφέρει σε μάρμαρο και μάλιστα πεντελικό, όπως αφήνει να εννοηθεί ο Καμπούρογλου στο σημείωμά του. Πράγματι, μόνο το 1901κατάφερε ο Φιλιππότης να το λαξεύσει στο μάρμαρο και το 1902 να το εκθέσει στον Παρνασσό. Όσο για τη θέση του μέσα στην ελληνική πρωτεύουσα, λένε ότι ήταν πολλές οι περιπέτειες που πέρασε μέχρι να καταλήξει στον κήπο του Ζαππείου που είναι σήμερα. Πάντως, εγώ, τουλάχιστον, το πρόλαβα παιδί και το θυμάμαι εκεί που το έβλεπε ο Καμπούρογλου, στη λεωφόρο Αμαλίας, πριν πάει στη σημερινή του θέση, δικαιώνοντας τον ευσεβή και σεμνοπρεπή Αθηναιογράφο που η πρότασή του εισακούστηκε, έστω και μετά τον θάνατό του.

Έχοντας μιλήσει εδώ για ένα άγαλμα και μια βυζαντινή εκκλησία της Αθήνας, σκέφτομαι τώρα τι θα έλεγε ο Δημήτριος Καμπούρογλου, αυτός ο τόσο ευαίσθητος άνθρωπος για ό, τι έχει σχέση με την Αθήνα,  αν ζούσε σήμερα και έβλεπε τη νεολαία να ρυπαίνει τα αγάλματα και να προκαλεί καταστροφές στα δημόσια κτήρια.Και όλα αυτά με το πρόσχημα μιας διαμαρτυρίας, μιας διαδήλωσης κομματικής ή παρακρατικής, δεν έχει σημασία. Όταν γίνονται καταστροφές, ο σκοπός είναι πάντα ο ίδιος: το πλιάτσικο και η ηδονή να καταστρέφουν ατιμωρητί. Δεν έχει καμία σχέση η φωνή της διαμαρτυρίας με τον βανδαλισμό των δημόσιων κτηρίων και της περιουσίας των πολιτών. Είμαι ,όμως, βέβαιος ότι ακόμη και αυτός  ο Καμπούρογλου, βλέποντας συχνά αυτές τις καταστροφές, θα συνήθιζε, όπως συνηθίσαμε και εμείς μένοντας τώρα αθεράπευτα αδιάφοροι.

Συμπεραίνοντας, θα έλεγα ακόμη ότι είναι δυστυχώς λίγοι, αν όχι ελάχιστοι, οι καλλιεργημένοι εκείνοι άνθρωποι που είδαν το φως του κόσμου σ’ αυτή την πόλη, μεγάλωσαν στους δρόμους της, έμαθαν γράμματα στα σχολεία της, για να σέβονται και να θαυμάζουν τα μνημεία της, και διαβάζουν με τρόπο μεταρσιωτικό την ιστορία της και την αρχιτεκτονική της, όπως ο θρήσκος και σεμνοπρεπής αθηναιογράφος, που ήθελε τον «αδιάντροπο» Ξυλοσχίστη εκεί που είναι σήμερα, κάτω από τις φυλλωσιές των δέντρων, για να μην προκαλεί τους περαστικούς με την αδαμιαία περιβολή του. «Αν δεν αγαπάς την πόλη σου», λένε οι απλοί άνθρωποι του λαού, «είναι σαν να μην αγαπάς τη μάνα σου». Και τέτοιοι γιοι είναι αρκετοί σ’ αυτή την πόλη. Ευτυχώς, θα έλεγα, όχι οι περισσότεροι.

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.