Loading...
ΔοκιμέςΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ

Φάνης Κωστόπουλος:  Φιλοσοφία και πεφωτισμένη Δεσποτεία – ΒΟΛΤΑΙΡΟΣ  ΚΑΙ  ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ  

( Φιλία  και βασιλική φιλοξενία )

Ο Φρειδερίκος ο Β΄της Πρωσίας ( 1712 – 1786 ), ο Μέγας, όπως τον ονόμασαν, πριν ή αμέσως μετά τον θάνατό του, ο Καντ, ο Μιραμπό και άλλοι ακόμα, αγαπούσε πολύ τη γαλλική γλώσσα και λογοτεχνία, πράγμα που τον έκανε να είναι προκατειλημμένος κατά  της μητρικής του γλώσσας και των γραμμάτων της πατρίδας του , μολονότι στην εποχή του άκμαζαν ποιητές όπως ο Γκαίτε στην ποίηση και ο Σίλλερ στη δραματική ποίηση. Από τους Γάλλους της εποχής του θεωρούσε κορυφαίο ποιητή και στοχαστή τον Βολταίρο, ο οποίος, όταν ο Φρειδερίκος άνοιξε τα πνευματικά του μάτια, ήταν μια καθιερωμένη αξία. Αναγνώριζε επίσης τον Μοντεσκιέ, γιατί ήταν και αυτός καθιερωμένος. Τον Ζαν Ζακ Ρουσσό όμως, αν και τον προστάτευσε όταν η Γαλλία και η Γενεύη τον κυνήγησαν,  η προστασία του αυτή οφειλόταν μάλλον σε οίκτο, παρά σε αναγνώριση της πνευματικής του αξίας. Πάντως αυτόν που αντιπαθούσε και δεν ανεχόταν καθόλου ήταν ο Ντιντερό, τον οποίο αντιθέτως η Μεγάλη Αικατερίνη θαύμαζε όσο κανέναν άλλο από τους Γάλλους φιλοσόφους του Διαφωτισμού.

    Για τον Βολταίρο, αρκεί να πούμε τούτο, για να καταλάβει κανείς γιατί  το όνομά του σφράγισε όλο τον 18ο αιώνα: Από τα δεκαεννιά του χρόνια άρχισε να αναστατώνει το Παρίσι με τους λίβελλους που έγραφε, και  στα είκοσι, την επόμενη χρονιά δηλαδή, γνώρισε και την εξορία. Επίσης ήταν ένας από αυτούς που προετοίμασαν τη  Γαλλική Επανάσταση, κι ας μην ήταν καθόλου επαναστάτες. Ο 18ος αιώνας — που σήμερα μας κάνει να τον ονομάζουμε εποχή «των Φώτων» —  πίστεψε  ότι θα καταργούσε το ηθικό σκοτάδι, που η χειρότερη μορφή του ήταν η οργανωμένη (‘’νόμιμη’’, θα έλεγα καλύτερα ) μισαλλοδοξία. Ο Βολταίρος ήταν, με το έργο του, ένας από αυτούς — και μάλιστα από τους πρωταγωνιστές του αιώνα. Στα τέλη του 1858, ο Βολταίρος γίνεται κύριος του Φερναί  στα σύνορα Γαλλίας και Ελβετίας. Η θέση αυτή για τον πνευματικό σκοπό του ήταν στρατηγικής σημασίας. Και ήταν γιατί όταν έγραφε κάτι ανατρεπτικό και κινδύνευε να συλληφθεί από τις γαλλικές αρχές, μεταπηδούσε στο ελβετικό έδαφος, που ήταν δίπλα του, και γλίτωνε τη σύλληψη και τη φυλάκιση στη Βαστίλη. Εκεί είχε αναμορφώσει ένα εξοχικό παλάτι, όπου εξασφάλιζε για είκοσι χρόνια, δηλαδή ως το τέλος της ζωής του, την πνευματική του ανεξαρτησία. Με την εγκατάστασή  του στο μικρό αυτό χωριό, ο πληθυσμός του Φαιρνέ άρχισε να αυξάνει και οι κάτοικοι της περιοχής είχαν το αίσθημα ότι ήταν υπήκοοι του Βολταίρου. Ωστόσο, ο Βολταίρος δεν πέθανε στο ‘’Βασίλειό του’’, αλλά στο Παρίσι, για να τον θάψουν έξω από την πόλη σε ένα μοναστήρι, κρυφά από τον γαλλικό λαό  και χωρίς την έγκριση του Αρχιεπισκόπου των Παρισίων.

   Για να βελτιώσει τα γαλλικά του και να τα μιλάει ακριβώς όπως οι Γάλλοι, ο Φρειδερίκος  κάλεσε τον Βολταίρο στο Potsdam, τριάντα χιλιόμετρα έξω από το Βερολίνο, όπου συνήθιζε να καταφεύγει, γιατί εκεί, όπως έλεγε πάντα στα γαλλικά: « Είμαι πιο πολύ δοσμένος στον εαυτό μου»  ( Je suis plus moi mēme ).  Έχοντας φτάσει στο Potsdam στις 10 Ιουλίου του 1750, ο Βολταίρος έγινε δεκτός με μεγάλες τιμές από τον Φρειδερίκο στο παλάτι που είχε εκεί διαμορφώσει ως ησυχαστήριο, το γνωστό σήμερα SansSouci. Σκοπός του ταξιδιού του ήταν, όπως είπα, να βοηθήσει, με τη συναναστροφή του, τον Πρώσο βασιλέα να μιλάει τα γαλλικά, γλώσσα που τη λάτρευε και τη γνώριζε αρκετά καλά, με τον φυσικό τρόπο των Γάλλων, και συνάμα να συζητήσει μαζί του θέματα φιλοσοφίας, λογοτεχνίας και τέχνης.

   Ωστόσο, η μαγεία αυτή του γλωσσικού και πνευματικού συγχρωτισμού δεν κράτησε πολύ. Η φιλία, βλέπεις, θέλει και ισότητα, κάτι που δεν υπήρχε μεταξύ τους. Έτσι οι διάφορες διαφωνίες έκαναν τον Βολταίρο να χάνει, μέρα με τη μέρα, τη βασιλική εύνοια, καθώς έφτασαν στο σημείο να ανταλλάσσουν και βαριές εκφράσεις. « Στύβει κανείς ένα πορτοκάλι» είπε κάποια στιγμή ο Πρώσος βασιλέας με αγένεια, αλλά και αχαριστία συνάμα « και το πετάει, όταν πάρει το ζουμί που έχει μέσα». Και ο Βολταίρος που είχε απαυδήσει « να ξασπρίζει κάθε τόσο και λιγάκι τα λερωμένα εσώρουχα της Aυτού Μεγαλειότητας» ( de blancir les linges sales de sa Majesté ) πήρε την άδεια από τον Πρώσο ηγεμόνα να επιστρέψει στην πατρίδα του. ‘’ Ο ερημίτης του Σαν – Σουσί ‘’( lermite de SansSouci ), όπως συνήθιζε ο Φρειδερίκος ν’ αποκαλεί τον εαυτό του στις επιστολές του, παρά την αγάπη του για τη γαλλική γλώσσα και κουλτούρα, δεν μπόρεσε ως οικοδεσπότης να ξεχάσει τη γερμανική του τραχύτητα και τον εγωισμό τού ηγεμόνα. Παρ’ όλα αυτά δεν στάθηκε αυτό εμπόδιο να θεωρηθεί ως υπόδειγμα πεφωτισμένου δεσπότη στην Ευρώπη του 18ου αιώνα.

                                      

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.