Loading...
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΠεζογραφία

Φάνης Κωστόπουλος: ROBIN  HOOD

      Ίσως να μην έχω δίκιο. Τα γεγονότα όμως και η απόσταση που με χωρίζει απ΄ αυτά δείχνουν ότι έτσι είναι τα πράγματα. Χωρίς τον Ρομπέν των δασών και τον Ριχάρδο του Σκοτ, χωρίς τους παιδικούς ήρωες του Ντίκενς, τους σωματοφύλακες και τον Μοντεχρίστο του Δουμά ή τον Γιάννη Αγιάννη του Ουγκώ, χωρίς αυτό το μεγάλο  ευρωπαϊκό άλμπουρο στο καράβι του ανθρώπινου πνεύματος, πάνω στο οποίο είχε, σαν άλλος Οδυσσέας, δεθεί η παιδική μου ψυχή, οι αθηναϊκοί δρόμοι, σειρήνες της παιδικής μου ζωής, θα με είχαν κρατήσει για πάντα αιχμάλωτο κοντά τους, όπως κράτησαν όλους εκείνους τους γαβριάδες, με τους οποίους τους περπάτησα κάποτε μαζί. Και το λέω αυτό, μολονότι τις γνώσεις που σου δίνουν οι δρόμοι δεν μπορεί να σου δώσει το σχολείο.

     Έχω ακόμη στη μνήμη μου εκείνο το μακρινό πρωινό που εγώ και ο φίλος μου ο Σπύρος, παιδιά του δημοτικού σχολείου τότε, ήμασταν καθισμένοι στο μαρμάρινο σκαλοπάτι, το ένα και μοναδικό που είχε η εξώπορτα του σπιτιού του. Είχαμε στα γόνατά μας ανοιγμένη μια θαυμάσια, για την εποχή, έκδοση του Ρομπέν των δασών με πλούσια και έγχρωμη εικονογράφηση. Πάνω από το ξανθό δικό του κεφαλάκι και το μαυρομάλλικο το δικό μου βαριά σύννεφα σκέπαζαν τον αττικό ουρανό και έστελναν μηνύματα φθινοπωρινής βροχής. Θα πρέπει να ήταν τέλη της δεκαετίας του ΄40, κι εμείς, βυθισμένοι καθώς ήμασταν στο βιβλίο, ή, αν θέλετε πιο συγκεκριμένα, περιφερόμενοι μαζί με τον Ρομπέν στο δάσος του Σέργουντ, δεν είχαμε καθόλου αντιληφθεί την απειλή  του αττικού ουρανού. Πράγματι, είχαμε ταξιδέψει με την παιδική μας φαντασία κάπου εκεί στο Νότιγχαμ και είχαμε και μείς γίνει, όπως ο Ρομπέν και οι σύντροφοί του, άνθρωποι του δάσους. Κάποια στιγμή, όμως, μια χοντρή σταγόνα βροχής έπεσε πάνω στη σελίδα του βιβλίου και με τον ήχο της πτώσης της τάραξε τη σκέψη μας και μας γύρισε πάλι πίσω στο σκαλοπάτι που καθόμασταν. Ήταν, θα ΄λεγε κανείς, μια ειδοποίηση, εξ ουρανού, πως η περιπλάνησή μας στο δάσος του Σέργουντ είχε δυστυχώς φτάσει στο τέλος της. Μαγεμένος καθώς ήμουν ακόμη από τον όμορφο κόσμο του βιβλίου, σήκωσα, θυμάμαι, το κεφάλι μου και κοίταξα τον ουρανό. Αυτή τη φορά μια άλλη σταγόνα βροχής με βρήκε στο πρόσωπο. Δεν ξέρω γιατί , αλλά αυτή η σταλαγματιά μού φάνηκε σαν φίλημα και βαθιά συμπάθεια του εγγλέζικου ουρανού που είχα εκείνη τη στιγμή πάνω απ΄το κεφάλι μου. Την ένιωθα σ΄όλη μου τη ζωή που πέρασε: όπου κι αν ταξίδεψα όπου κι αν πήγα να σπουδάσω. Τη νιώθω ακόμη και τώρα που γράφω. Είναι σαν μια σταγόνα βροχής που μόλις τώρα δέχτηκα στο πρόσωπο. Μόνο που εγώ δεν είμαι ακόμη παιδί.

      Την ίδια εκείνη μέρα, το απομεσήμερο, μ’ έβαλε η μητέρα μου να διαβάσω για την αυριανή σχολική μέρα. Στάθηκε όμως αδύνατο. Οι εικόνες απ’ το βιβλίο του φίλου μου στριφογύριζαν, σωστός πειρασμός, στη σκέψη μου. Δεν άντεξα άλλο. Έβαλα στην άκρη το σχολικό βιβλίο και έκοψα λίγα φύλλα τετραδίου. Πάνω στα λευκά και ριγωτά χαρτιά άρχισα να ζωγραφίζω τον Ρομπέν των δασών πότε με το τόξο τεντωμένο και πότε με το ραβδί σε στάση άμυνας, όπως τον είχα δει μες στο βιβλίο στη ραβδομαχία του με το γιγαντόσωμο Τζονάκη πάνω στο γεφυράκι του ποταμού. Αιτία αυτής της φημισμένης ραβδομαχίας ήταν ο  προσβλητικός λόγος που είπε ο Τζονάκης στον Ρομπέν. Και εκείνος, όπως λέει η μπαλάντα του Robin Hood, του απάντησε σε δική μου απόδοση:

                               «Δειλό δεν τόλμησε κανένας να με πει»

                              φώναξε ο Ρομπέν έξαλλος απ’ οργή.

                               « Μ’ ένα ραβδί όπως εσύ θα οπλιστώ

                              και ευθύς μ’ εσένα τώρα εδώ θα χτυπηθώ».

  Πήρα, ωστόσο, τα μέτρα μου. Έτσι κάθε φορά που έμπαινε η μητέρα μου στο δωμάτιο, σκέπαζα τα ζωγραφισμένα φύλλα του τετραδίου με το βιβλίο και έκανα πως διάβαζα. Κάποια στιγμή όμως έγινε κάτι απρόβλεπτο: μπήκε αθόρυβα και ξαφνικά μες στο δωμάτιο. Εγώ, όπως ήταν φυσικό, δεν πρόλαβα να σκεπάσω έγκαιρα με το βιβλίο τα ζωγραφισμένα χαρτιά. Έτσι κατάλαβε αμέσως τι γινόταν. Η ώρα για την καταστροφή της καλλιτεχνικής μου δημιουργίας είχε σημάνει. Πόση καρδιά και τέχνη δεν είχα βάλει σ’ αυτά τα χαρτιά! Και πόση χαρά θα ένιωθε ο φίλος μου μόλις θα τα ’βλεπε! Κάθε στιγμή, ακόμη και στο μάθημα, θα τα  βγάζαμε κάτω απ’ το θρανίο και θα τα κοιτάζαμε.
     Ταραγμένη καθώς ήταν, σήκωσε το βιβλίο, άρπαξε τα ζωγραφισμένα χαρτιά και χωρίς την παραμικρή περιέργεια να δει και να εκτιμήσει τη ζωγραφική τέχνη του γιού της, τα έσκισε σε τέσσερα κομμάτια λέγοντας με θυμό ασυγκράτητο: «Αυτά θα σ’ αφήσουν αγράμματο!» Ήταν η μόνη φορά που η έξυπνη και διορατική αυτή γυναίκα είχε πέσει έξω στις προβλέψεις της. Έφυγε απ’ τη ζωή, χωρίς να μάθει ποτέ πως εκείνη την ημέρα είχε κάνει κομμάτια τον άνθρωπο που είμαι και ήθελε να είμαι.

                                                                                                                         

      

 

 

One comment
  1. αγγελικη σκαρα

    αχ, φιλε μου, ησουν τυχερος. Εγω . μια νεαρη κυρια 76 ετων, περασα τα πρωτα παιδικα μου χρονια; σ’ ενα μικρο και φτωχο χωριο της δυτικης Ηπειρου. χτυπημενο απο την κατοχη- δυο φορες μπουρλοτο , απο ιταλους και γερμανους- και απο την μεταναστευση των αντρων – τα τραγουδια της ξενιτεις ειναι ηπειρωτικα- Πηγαιναμε στο μικρο μονοθεσιο σχολειο. δασκαλος ο θειος , παναγιωτης παντος , αντρας της μεγαλυτερης αδελφης της μητερας μου. νεος ανθρωπος , μ ε μερακι και ονειρα , ηταν οχι μονο δασκαλος αλλα και ο συμβουλατορας ολου του χωριου. Αλλα ηταν και ο μονος που ειχε καποια εξωσχολικα εντυπα στο σπιτι του. αναμεσα τους τα κλασσικα εικο νογραφημενα και ο θησαυρος. Σστα κλασσικα εικονογραφημενα γνωρισα τον γιαννη αγιαννη και τον χωκ φιν, που τους λατρεψα και τους λατρευω. ‘ τους ”αθλιους” τους εχω διαβασει κοντα δεκα φορες , κι ακομα ανακαλυπτω ομορφιες που δεν τις ειχα δει ως τωρα.. και στον χωκ φιν, λατρεψα το πνευμα ανυπακοης , που εδειχνε το ατακτο αμερικανακι.
    Και στο θησαυρο, κοιτουσα πρωτα-πρωτα το οπισθοφυλλο με τη χοντρη, και μετα τους διαφορους τυπους των μικρων του κειμενω, τις λωλαδες της ευταλιας, τον μαγκα, κλπ. Κι ενα ευτραπελο με τον θησαυρο. Στην τριτη δημοτικου ο θειος μας ελεγε την ιστορια του τρωικου πολεμου ¨ ”και ο Παρης πηγε στο παλατι του Μενελαου και αφου φιλοξενηθηκε εκει μερικες μερες, εφυγε παλι για την πατριδα του , παιρνοντας μαζι του την ομορφη γυναικα του Μενελαου, την Ελενη , και τους θησαυρους του σπαρτιατη βασιλια”. ακουγα συνεπαρμενη την ιστορια, φτιαχνοντας ταυτοχρονα εικονες και σκηνικα απο τη δραση. και φανταστηκα το βασιλοπουλα απο την Τροια με το ενα χερι να κρατα την πανεμορφη βασιλισσα και με το αλλο εν μπογο με τα περιοδικα ΄΄θησαυρος” και να τρεχει προς το καραβι του. κι αναρωτιωμουν ” τι τα θελει τωρα τα ξενα περιοδικα, κοτζαμ βασιλοπουλο…” κοντολογις, μου φανηκε φτηνιαρης ο πριγκιπας. Μεγαλη πια , ελεγα το περιστατικο στο θειο και γελαγαμε…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.