Loading...
Γραφή & ΑνάγνωσηΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣΠρωτοσέλιδο

Χρήστος  Δ. Αντωνίου: Ο Μίκης της καρδιάς μας

Τον είχαμε ήδη μυθοποιήσει εδώ και πολλές δεκαετίες και νιώθαμε ότι στην πάλη του με τον Χάρο «στα περβόλια μες στους ανθισμένους κήπους» θα τον νικούσε. Πιστεύαμε ότι ήταν αθάνατος. Όμως, την Πέμπτη 2 Σεπτεμβρίου έφυγε από τη ζωή  ο  Μίκης Θεοδωράκης.

Καθιερώθηκε ως μέγιστος μουσικοσυνθέτης ευθύς με την παρουσίαση του «Άξιόν Εστί» το 1964 και έκτοτε πρωτοστατούσε στην προσπάθεια για την πολιτιστική αναγέννηση της Ελλάδας. Και όπως συμβαίνει συχνά με τους σπουδαίους ανθρώπους που αγάπησαν τον λαό το όνομά του απλοποιήθηκε κι έγινε στο στόμα του λαού απλά: «ο Μίκης». Αυτή η εξοικείωση  του ονόματός του αποτελούσε ένα δείγμα της παραδοχής και της αγάπης του λαού γι΄αυτόν. Ήταν ο Μίκης μας.

Θυμάμαι στη συναυλία  του Λυκαβηττού, στα 1977, το θέατρο ήταν φύσκα και δεν υπήρχε ούτε ένα διαθέσιμο εισιτήριο, έστω για δείγμα. Όμως,  αμέτρητος κόσμος  περίμενε έξω από το θέατρο πιστεύοντας ότι ο Μίκης θα άνοιγε τις πόρτες του θεάτρου σε όλους, όπως είχε  κάνει το 1976 στο γήπεδο του Παναθηναϊκού  με το  Canto Heneral, όταν άνοιξε τις πόρτες και μπήκαν χιλιάδες. Ήδη γύρω-γύρω στα βράχια είχαν σκαρφαλώσει πολλοί τζαμπατζήδες ν’ ακούσουν τη συναυλία, κάπως βέβαια από άβολη θέση, αλλά τους ήταν αδιανόητο να τη χάσουν. Η πόρτα αργούσε ν’ ανοίξει και ο κόσμος αδημονούσε. Εκεί που οι παράγοντες της συναυλίας προσπαθούσαν να πείσουν τον Μίκη να μην ανοίξει την πόρτα, λόγω ίσως της στενότητας του χώρου, τη λύση την έδωσε ένα δεκαπεντάρικο, σκαρφαλωμένο στην καγκελωτή  πόρτα του θεάτρου, που φώναξε δυνατά: «Άνοιξε ρε Μίκη!». Κι ο Μίκης που άκουσε του φώναξε: «Ανοίγω, φίλε μου, ανοίγω». Άνοιξε και μπήκε ο κόσμος. Αλλά πώς να εξηγήσει κανείς το «θράσος» του πιτσιρικά ν΄αποκαλέσει τον μεγάλο μας μουσικοσυνθέτη «ρε Μίκη» αν δεν τον ένιωθε φιλαράκι του. Ναι, έτσι αισθανόμασταν όλοι όσοι περιμέναμε απέξω: ότι είναι φίλος μας που αγαπούμε και μας αγαπά. Ήταν ο Μίκης  μας.

Στα Εξαμίλια πάλι, πολύ αργότερα, είχε δοθεί συναυλία του Μίκη προς τιμήν του Γιάννη Ρίτσου. Στο διάλειμμα πήρε το λόγο ο Σταύρος Δήμας ως βουλευτής πιθανόν Κορινθίας και μιλούσε ασταμάτητα, μερικοί που βρίσκονταν κοντά στο Μίκη του ψιθύρισαν: «Σταμάτα τον, Μίκη». Κι ο Μίκης σηκώθηκε αμέσως και του είπε: «Έλα, Σταύρο, σταμάτα ν’ ακούσουμε κανά τραγούδι». Πόσο φιλικά προς τον Μίκη αισθάνονταν όσοι τον αποκάλεσαν απλά και μόνο Μίκη και τον παρακάλεσαν να παρέμβει! Και όχι μόνο αυτοί οι λίγοι αλλά οι χιλιάδες που παρακολούθησαν τις συναυλίες του στα χρόνια της Μεταπολίτευσης μέχρι και τη μεγάλη συναυλία που δόθηκε προς τιμήν του στο Καλλιμάρμαρο Στάδιο τον Ιούνιο του 2019.

Σ’ αυτή την τελευταία συνέρρευσε όλη η Αθήνα. Η αγάπη του κόσμου φαινόταν στα μάτια των ανθρώπων, στις συζητήσεις τους, στις κινήσεις τους, στις ζητωκραυγές τους, στη συμμετοχή τους. Κι όταν στο τέλος ο Μίκης προσπάθησε να τραγουδήσει «Στο περιγιάλι το κρυφό» και να χαιρετίσει τις χιλιάδες των Ελλήνων μ’ ένα «Σας αγαπώ» το κλίμα είχε μια πολύ μεγάλη συναισθηματική φόρτιση. Πολλοί γύρω μας έκλαιγαν καθώς θυμόντουσαν τα νιάτα τους, τα ιδανικά τους και τους αγώνες τους για δικαιοσύνη κι αλλαγή στην Ελλάδα. Αυτά τα ιδανικά κι αυτούς τους αγώνες, μακριά από στενές παραταξιακές λογικές, τους θύμισαν τα τραγούδια του Μίκη, γιατί τα τραγούδια του βγήκαν μέσα από αυτούς τους αγώνες στους οποίους ο ίδιος πρωτοστάτησε. Δεν ήταν μόνο φίλος τους, αλλά κάτι βαθύτερο: σύντροφος στους αγώνες για κοινωνική δικαιοσύνη. Δεν ήταν μόνο «ο Μίκης μας». Ήταν «ο Μίκης της καρδιάς μας».

Τι κι αν πολλοί τον πολέμησαν, τον κακολόγησαν, θέλησαν να τον περιορίσουν στις μουσικές του ασχολίες, γιατί τάχα η ανάμειξή του στα πολιτικά πράγματα υπήρξε ανεπιτυχής, κοινώς «τα έκανε θάλασσα». Οι ασεβείς του πετούσαν κάθε τόσο πέτρες, γιατί, για να θυμηθούμε τον Κολοκοτρώνη: «πετροβολούν το δέντρο που έχει πολύ καρπό». Κι εκείνος  για να θυμηθούμε τον Ελύτη, μας φώναζε: «Πάμε μαζί κι ας μας λιθοβολούν/κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες/Φίλε μου όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι /σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά/Χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδούμε».

 Όσο για μας που τραγουδούσαμε τα τραγούδια του, δεν ακούγαμε τους αδαείς κατηγόρους του. Ξέραμε ποιος ήταν. Τον ξέραμε καλά, από τα μέσα, από τον «Επιτάφιο», το «Άξιον Εστί», τη «Γειτονιά των αγγέλων»,  «Τη Ρωμιοσύνη», «Τα τραγούδια του αγώνα», «Τα λιανοτράγουδα» και τις άλλες αμέτρητες μουσικές συνθέσεις του που έβγαιναν μέσα από τους αγώνες του λαού μας. Τον ξέραμε από τις αμέτρητες συνεντεύξεις του, τις φυλακίσεις του, τις εξορίες του, τις παρεμβάσεις στην πολιτική ζωή του τόπου ιδίως σε δύσκολες ιστορικές στιγμές, ακόμη και στην τελευταία οικονομική κρίση 2010-2020. Τι να σκεφτόταν άραγε  και τι να ένιωθε τις τελευταίες μέρες του Αυγούστου που καιγόταν όλη η Ελλάδα;; Τι άλλο βέβαια από πίκρα. Κρίμα! Δεν του άξιζε αυτό το βίωμα. Φεύγοντας ίσως ψιθύριζε από τη «Ρωμιοσύνη» το: «Να τη πετιέται από ΄ξαρχής, αντριεύει και θεριεύει…».

Έμοιαζε σαν πατέρας μας που διαρκώς συμβούλευε τους Έλληνες όλων των παρατάξεων, πώς να ξεπεράσουν τη διαχωριστική γραμμή που άφησε ο εμφύλιος σπαραγμός. Και καθώς ακούμε  Έλληνες όλων των παρατάξεων να τραγουδούν τα τραγούδια του, θεωρούμε πως, όσο αφορά τη δική του συμβολή,  το πέτυχε.  Πώς να μη τον ξέρουμε. Έγινε ο πιο διάσημος Έλληνας στα μήκη και τα πλάτη της γης, όπου ύψωσε την ελληνική σημαία με τις συναυλίες του σ΄όλο τον κόσμο και με την «αριστερή» ιδεολογία του για ελευθερία και δικαιοσύνη. Αλλά κυρίως τον ξέρουμε καλά, γιατί είναι «ο Μίκης της καρδιάς μας».  Αυτός που έδωσε το δυναμικό παρών του όλα τα χρόνια της πολιτιστικής αναγέννησης του ελληνισμού (από το 1960 και μετά), ένωσε τη μουσική του με την ποίηση των μεγαλύτερών μας ποιητών: Ρίτσου, Ελύτη, Σικελιανού,  Σεφέρη, Λειβαδίτη, Βάρναλη, Κάλβου, Χριστοδούλου, κ.ά., έγινε συνοδοιπόρος των Ελλήνων στους αγώνες τους για ελευθερία και δικαιοσύνη σε όλους τους δρόμους και τις στροφές  της πολιτιστικής και πολιτικής μας  πορείας. Τους πολιτικούς συκοφάντες θ΄ακούσουμε! «Έξεστι Κλαζομενίοις ασχημονείν!». Τον ξέρουμε καλά. « Άξιος Εστι!».

Αλλά τον ξέρουμε ακόμη και ως ένα σπουδαίο ποιητή· πολλά από τα τραγούδια του είναι γραμμένα πάνω σε δικούς του στίχους. Στίχοι βγαλμένοι  από εκείνο το μέρος της συνείδησής  του που είναι μόνο Μίκης, μόνο Ελλάδα. Σ’ ένα βιβλίο που επιμελήθηκε η Ιουλίτα Ηλιοπούλου για τον Μίκη Θεοδωράκη («Να μαγευτώ και να μεθύσω») υπάρχει  ως μότο η δήλωση του Θεοδωράκη: «Δεν είμαι ποιητής, όμως, όταν οι στίχοι άρχισαν να σφυροκοπούν το μυαλό μου, ένιωσα πόσο οι λέξεις μπορεί να ντυθούν στο αίμα, πόσο μπορούν να με λυτρώσουν…». Και οι στιγμές  που σφυροκοπούν το μυαλό του πρέπει να υποθέσουμε, σημειώνει η επιμελήτρια, ότι είναι εκείνες που η μουσική «τον βρίσκει ανοχύρωτο…να βηματίζει ανύποπτος στις τόσο οικείες και άγνωστες συνάμα περιοχές όπου κατοικούν οι λέξεις, μ’ άλλα λόγια το πιο βαθύ μέρος της συνείδησής μας».

 Και αναδύονται από το βαθύ αυτό μέρος της ύπαρξής του λέξεις που κουβαλάνε ένα τεράστιο βάρος: διαμαρτυρίες,  κρατητήρια, εξορίες, βασανιστήρια, έρωτες, συλλαλητήρια, ενθουσιασμούς, απογοητεύσεις, υποσχέσεις, παράπονα.  Λέξεις-ποιήματα που εκφράζουν μ’ έναν άμεσο και ιδιαίτερο τρόπο έναν αυθεντικό άνθρωπο, ένα πατριώτη, έναν αγωνιστή της ελευθερίας που έλαβε μέρος από πολλές πλευρές στους κοινωνικοπολιτικούς αγώνες. Ακόμη τραγουδάμε αυτά τα τραγούδια του και ξεσηκωνόμαστε, ανατριχιάζουμε, κλαίμε: «Κι εσύ λαέ βασανισμένε μην ξεχνάς τον Ωρωπό», «Διότι δεν συνεμορφώθην  προς τας υποδείξεις», «Είμαστε δυο, είμαστε δυο η ώρα σήμανε οχτώ», «Σου είπαν ψέματα πολλά, ψέματα σήμερα σου λένε ξανά», «Θα πάρω μια βαρκούλα μανούλα μου στον Κάτω Γαλατά», «Χάθηκα μέσα στους δρόμους που μ΄έδεσαν για πάντα», «Ο καβαλάρης τ΄ουρανού», «Σφυρίζει στην ταράτσα η ζωστήρα», «Κύμα είμαι και ξεσπώ» και τόσα άλλα τραγούδια με στίχους του που αποκαλύπτουν τον ποιητή Μίκη Θεοδωράκη, τον πατριώτη, τον επαναστάτη.

 

Μουσικός, ποιητής αλλά και συγγραφέας, γιατί ευάριθμα είναι τα βιβλία που συνέγραψε για να διαδώσει τις ιδεολογίες του για τη δημοκρατία και τον άνθρωπο. Ο λόγος του έρχεται από το βάθος των αιώνων της ελληνικής ιστορίας και, όπως συνήθως λένε, ο Μίκης Θεοδωράκης αποτελεί τη ζωντανή ιστορία της Ελλάδας του 20ού αι. Χρειάζεται πολύ χαρτί για να αναγράψει κανείς τους τίτλους και μόνο των βιβλίων του, γιατί εκτός από το ταλέντο είχε και την αρετή της εργατικότητας. Θα αναφέρω μόνο δύο τίτλους βιβλίων του που νομίζω ότι είναι τα σπουδαιότερα: την πεντάτομη αυτοβιογραφία του «Δρόμοι του αρχαγγέλου» (Κέδρος 1988) και το τρίτομο έργο του «Το χρέος» (Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης», 2011).

Λίγο πριν τελειώσω αυτό το μικρό κείμενο θα ήθελα να επαναλάβω με πολλούς άλλους πως έφυγε ο τελευταίος από τους μεγάλους Έλληνες του καιρού μας. Θα τον περιμένουν οι άλλοι μεγάλοι Έλληνες, για να τους οργανώσει μια μεγάλη δοξαστική συναυλία με κεντρική σύνθεση ίσως το «Άξιόν Εστί». Τον περιμένουν άλλωστε εκεί ο Μπιθικώτσης, ο Καλογιάννης, ο Πουλόπουλος, ο Μαχαιρίτσας για να λάβουν μέρος σ’ αυτή τη συναυλία του ουρανού.

Εδώ στη γη στην κηδεία του Μίκη ποιος Σικελιανός θα φωνάξει «Ηχήστε οι σάλπιγγες, καμπάνες βροντερές δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα… Σ’αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!…».

 

 

 

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.